«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ αρ. 6 / 09 : Προσβολή της προσωπικότητας ανηλίκων από τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων και αξίωση εύλογης αποζημίωσης

Εκδόθηκε μετά από μεγάλη δικονομική διαδρομή η πολυαναμενόμενη απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με το ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της αποζημίωσης σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης.

Τα Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας (επικυρώνοντας την 2/2006 ΕΦΕΤ ΘΕΣ/ΚΗΣ)έκρινε τελικά ότι η σχετική ρύθμιση του ΑΚ συνάδει με το Σύνταγμα και την αρχή της αναλογικότητας. Επίσης ότι η παραβίαση της αρχής δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Το ζήτημα είχε φτάσει στον Άρειο Πάγο όταν γονείς ανηλίκων αξίωσαν (με την από 27.3.2002 αγωγή τους) αποζημίωση λόγω προσβολής της
προσωπικότητάς τους από τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων
.

Ωστόσο στο Δικαστήριο μειοψήφισαν 4 αρειοπαγίτες κατά τους οποίους η αρχή της αναλογικότητας απευθύνεται και στον δικαστή και συνεπώς μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά.



Ειδικότερα η απόφαση με αριθμό 6/2009 έχει κατά το κύριο περιεχόενό της ως εξής "

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές της Πλήρους Ολομελείας..........
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση ........
Εκδόθηκε η 41/2007 απόφαση του Δικαστηρίου η οποία παραπέμπει τον
παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρόσθετο λόγο
αναιρέσεως στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Μετά την παραπάνω
απόφαση και την από 29.02.2008 κλήση των αναιρεσειόντων η προκείμενη υπόθεση
φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.

....... Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο λόγος
αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος και θα πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω
πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγούμενα είχαν
αναπτύξει....

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 196/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου
παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια, κατ`άρθρο 563 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πρώτος
πρόσθετος λόγος της από 9-2-2006 αιτήσεως αναιρέσεως των 1) ανώνυμης
εταιρείας με την επωνυμία "..............., 2) .... και 3) ...... κατά της
2/2206 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, γιατί με το λόγο αυτό τίθεται
ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος. Σημειώνεται ότι με την ίδια απόφαση του Α1
Τμήματος απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως. Ακολούθως η Τακτική
Ολομέλεια, με την 41/2007 απόφασή της, έκρινε ότι το τιθέμενο ζήτημα είναι
εξαιρετικής σημασίας και, επομένως, επιβάλλεται η παραπομπή του λόγου στην
πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.2 του
Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988).
Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ.
τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση
του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν
να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας
από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και
να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως
γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα
κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί
των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια
, πρέπει
δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του
επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε
σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό
περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία
αναλογικοί,
να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε
η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ
43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον
περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ` αρχήν στο
νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών,
επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης
είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους
περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη
συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του
Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του
υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται
επικουρικώς σε εφαρμογή.


Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ
ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής
ικανοποιήσεως
ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να
επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική
ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη
διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας,
εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής
ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης
εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος,
η ευθεία δε επίκλησή της
κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής
ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε
σχέση με τον κατ` εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής,
αποτελέσματα.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, ως ασκούντες τη
γονική μέριμνα επί των δύο ανηλίκων τέκνων τους .... και ...., με την από
27.3.02 αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων, ισχυριζόμενοι ότι με την εκπομπή
του πανελληνίας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης αναιρεσείουσας, στο
δελτίο ειδήσεων της 26.7.2000, που συνέταξε ο δεύτερος αναιρεσείων, και με
ρεπορτάζ της τρίτης, ως δημοσιογράφου, προσεβλήθη η τιμή και υπόληψή τους,
εζήτησαν, μετά τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από
καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, την αναγνώριση της υποχρεώσεως των
αναιρεσειόντων να καταβάλουν εις ολόκληρον, μεταξύ άλλων, στο καθένα από τα
ανήλικα τέκνα το ποσό των 293.470,28 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω
ηθικής βλάβης.

Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 6178/2005 απόφαση του
Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ποσό ειδικότερα των 105.000 ευρώ
για κάθε ανήλικο τέκνο.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με έφεση οι εναγόμενοι,
επ`αυτής δε εκδόθηκε η 2/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που
απέρριψε την έφεση ως κατ`ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της τελευταίας οι εκκαλούντες
άσκησαν αναίρεση, με τον πρώτο δε εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 λόγο του
δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην
προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει τα
προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης
για την προσβολή της προσωπικότητας των ανηλίκων, παραβίασε ευθέως και εκ
πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του
Συντάγματος. Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η
εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη
περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν
μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.,
για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της.
Κατ` ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος
λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέσσερα μέλη όμως του Δικαστηρίου, οι Αρεοπαγίτες Ρένα Ασημακοπούλου,
Ειρήνη Αθανασίου, Χαράλαμπος Παπαηλιού και Αθανάσιος Κουτρομάνος έχουν την
ακόλουθη γνώμη: Με βάση το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνεται
επιταγή όχι μόνον προς το νομοθέτη, αλλά και προς τον δικαστή (ΟλΑΠ 43,44
και 45/2005) στο μέτρο που έχει ανατεθεί στον τελευταίο διακριτική εξουσία
να προβαίνει σε σταθμίσεις και κρίσεις, χωρίς να δεσμεύεται από το κοινό
νομοθέτη, ο οποίος δεν έχει την εξουσία να θέσει εκποδών μια αυξημένης
τυπικής ισχύος συνταγματική επιταγή, που έχει τη θέση της πλέον, κατά τη
ρητή διατύπωση του αναθεωρημένου κειμένου του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. γ` και
"στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει". Έτσι δεν βρίσκει
έρεισμα στο σύνταγμα η εκδοχή ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ως προς την
εξουσία, αλλά και την υποχρέωση των δικαστηρίων να σέβονται την αρχή αυτή,
ανάλογα με το αν οι περιορισμοί των δικαιωμάτων τίθενται απευθείας από το
Σύνταγμα ή από το νόμο κατά πρόβλεψη του Συντάγματος. Ειδικότερα τα
δικαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας κατά την
ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που συνεπάγονται περιορισμούς των
δικαιωμάτων, ιδιαίτερα δε κατά των άσκηση της διακριτικής εξουσίας που τους
παρέχει σχετική διάταξη του Συντάγματος ή του νόμου. Το αποτέλεσμα της
εφαρμογής αυτής δεν επιτρέπεται να συνιστά μέτρο που θίγει προστατευόμενο
από το σύνταγμα δικαίωμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε η σχετική προσβολή να
αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, διότι τότε υπάρχει παραβίαση από το
δικαστήριο του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Σε σχέση δε με δικαιώματα
του ανθρώπου που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, οπότε ως κριτήριο για τη
συμβατότητα των περιορισμών τους προς τη διεθνή αυτή σύμβαση λαμβάνεται και
η αναγκαιότητα του μέτρου που συνιστά τον περιορισμό για την επίτευξη του
επιδιωκόμενου με αυτόν νόμιμου σκοπού, έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι με την
τήρηση της συνυφασμένης προς την αναγκαιότητα αρχής της αναλογικότητας είναι
επιφορτισμένοι όχι μόνο οι νομοθέτες των επί μέρους κρατών, αλλά και τα
δικαστήρια τους, όπως και όλα τα λοιπά κρατικά όργανά τους (βλ μεταξύ άλλων
απόφαση της 5-7-2007, υπόθεση Λιοναράκης κατά Ελλάδος, απόφαση της 16-2-
2005,υπόθεση Selisto κατά Φιλανδίας, απόφαση 26-4-1979, υπόθεση Sunday Times
κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 9-12-1979, υπόθεση Handyside κατά
Ηνωμένου Βασιλείου).

Συνεπώς και τα Ελληνικά δικαστήρια στις περιπτώσεις περιορισμών που
κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, είναι υποχρεωμένα όχι μόνο να ελέγξουν αν οι
περιορισμοί που επιβάλλει ο νομοθέτης είναι συμβατοί με αυτήν, αλλά και να
εφαρμόσουν τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, κατά τρόπο ώστε το μέτρο που
λαμβάνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο να προβλέπεται από το νόμο,
αλλά και να είναι αναγκαίο, κατ`εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η
έννοια της αναγκαιότητας και συνεπώς της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη
και από την έννοια "του ευλόγου", που σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιεί
ο νόμος, αφήνοντας την εξειδίκευσή της στη συγκεκριμένη περίπτωση στη
διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής
εξουσίας περιορίζεται το Δικαστήριο από την αρχή της αναλογικότητας και
εφόσον δεν τηρήσει την αρχή αυτή, παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1
του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την οικεία διάταξη του Συντάγματος, της
ΕΣΔΑ, που προστατεύει το σχετικό δικαίωμα, καθώς και εκείνη που επιτρέπει
τον περιορισμό του. Εξάλλου στα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται τόσο
από το Σύνταγμα (άρθρο 14), όσο και από την ΕΣΔΑ (άρθρο 10 παρ. 1)
περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση των στοχασμών.

Περιορισμός του δικαιώματος αυτού επιτρέπεται για την προστασία της υπόληψης
ή των αναγνωριζομένων δικαιωμάτων τρίτων (άρθρα 2 παρ. 1 του Συντάγματος, 10
§ 2 της ΕΣΔΑ, 57 του ΑΚ). Επιτρεπόμενο δε μέτρο περιορισμού του δικαιώματος
έκφρασης προκειμένου να προστατευθεί το δικαίωμα στην προσωπικότητα,
αποτελεί και η επιδίκαση, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 932 του ΑΚ, εύλογης,
κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης
υπέρ εκείνου που προσβλήθηκε η τιμή ή η υπόληψή του από εκφράσεις οι οποίες
διατυπώθηκαν είτε προφορικά είτε δια του τύπου ή άλλου μέσου. Τα δικαστήριο,
κατ`εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, υποχρεούται να λάβει υπόψη του
όλους τους παράγοντες που απαιτούνται για την άσκηση της διακριτικής
εξουσίας κατά τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, αλλά και
περαιτέρω να εξετάσει αν, ενόψει του δικαιώματος έκφρασης που περιορίζεται
και του νομίμου σκοπού της προστασίας της προσωπικότητας που επιδιώκεται,
είναι αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού η επιδίκαση
(και μέχρι ποίου ποσού) χρηματικής ικανοποίησης και αν ο περιορισμός με αυτή
του δικαιώματος έκφρασης είναι ανάλογος προς την προσβολή του δικαιώματος
της προσωπικότητας εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η επιδίκαση. Εάν, κατά
παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το δικαστήριο επιδίκασε δυσανάλογα
μεγάλο ή μικρό ποσό χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζει, με εσφαλμένη
εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του
Συντάγματος, λαμβανομένη σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις
των άρθρων 10 της ΕΣΔΑ, 59 και 932 του ΑΚ. Περαιτέρω από τον Αρεοπαγίτη της
μειοψηφίας Αθανάσιο Κουτρομάνο διατυπώθηκε, σε ενίσχυση της γνώμης της
μειοψηφίας και διάφορη επιχειρηματολογία, όπως αυτή καταχωρείται στα
πρακτικά της παρούσας. Επομένως, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, η παραβίαση της
αρχής της αναλογικότητας ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559
αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ και έπρεπε να θεωρηθούν παραδεκτοί και νόμιμοι οι
λόγοι αναίρεσης που έχουν παραπεμφθεί στην Ολομέλεια.

Κατόπιν τούτων, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε, εφόσον οι λοιποί λόγοι
της αναιρέσεως έχουν ήδη απορριφθεί με την 196/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού
Τμήματος, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Τα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν
μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία του επικαλούμενου ως εφαρμοστέου
κανόνα δικαίου ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179,183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2006 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία
..............." 2) .... και 3).... κατά της 2/2006 αποφάσεως του Εφετείου
Θεσσαλονίκης. Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της παρούσης αναιρετικής
δίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα ..............".