«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και εθνική κυριαρχία

Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και εθνική κυριαρχία
Του Ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

Με την υπόθεση Χριστοφοράκου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ήλθε στο προσκήνιο της ευρύτερης δημοσιότητας. Οι πολίτες έμαθαν με τη σειρά τους, δηλαδή τελευταίοι, πως μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ισχύει ένα νέο σύστημα για την παράδοση διωκομένων πολιτών.
Τώρα, βέβαια, οι ρυθμίσεις είναι αποκρυσταλλωμένες. Οταν ακόμη διεξάγονταν οι προπαρασκευαστικές εργασίες, οπότε οι γνώμες και οι όποιες ενστάσεις θα μπορούσαν να είναι αποτελεσματικές, ο αριθμός των μυημένων ήταν ελάχιστος. Αυτή η έλλειψη διαφάνειας στα αρχικά -αλλά κρισιμότερα όλων- στάδια αποτελεί πτυχή του γνωστού δημοκρατικού ελλείμματος, κατά τη λειτουργία πολλών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η πορεία, μάλιστα, από την αδιαφάνεια προς την ευρύτερη κοινωνική γνώση, δεν μοιάζει τυχαία. Οταν ο Ευρωπαίος πολίτης θα μπορούσε να επηρεάσει, δεν ήξερε. Οταν πλέον ξέρει, δεν μπορεί να επηρεάσει.
Το πρώτο στάδιο ανήκει πάντοτε στη γραφειοκρατία. Στις ομάδες εργασίας και στις επιτροπές που σχεδιάζουν τα νομικά κείμενα και τις διεθνείς συμβάσεις, θα περίμενε κανείς να μετέχουν οι κορυφαίες αυθεντίες. Στην πραγματικότητα, εργάζονται συνήθως αξιωματούχοι εξαρτημένοι από τις εκτελεστικές εξουσίες, είτε την ευρωπαϊκή είτε τις εθνικές. Οι εκπρόσωποι των ισχυρών κρατών δίνουν τον ρυθμό. Οι πιο αδύνατες χώρες «χορεύουν» πρόθυμα και οι αντιρρησίες απομονώνονται. Τα επιχειρήματά τους φτάνουν να ηχούν σαν εξτρεμιστικά: «Είναι δυνατό να καθυστερήσει η καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος, επειδή κάποιοι είναι υπερευαίσθητοι ως προς τα ατομικά δικαιώματα;». Οχι, αντηχεί η διά βοής απάντηση.
Ακολουθεί το στάδιο της πρώτης εφαρμογής. Τότε δραστηριοποιούνται οι ειδικοί λειτουργοί και επαγγελματίες: δικηγόροι, αστυνομικοί, δικαστές. Τότε, επίσης, μπορεί να εκδηλωθούν ορισμένες αντιστάσεις, οφείλονται όμως συχνά σε δύναμη αδράνειας και όχι σε αντιστασιακό πνεύμα. Αξιοπρόσεκτη εξαίρεση στον κανόνα εισέφερε το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο· απόφασή του1, αποβλέποντας στο εθνικό (γερμανικό) αλλά και στο διεθνές κράτος δικαίου, οδήγησε στη διαμόρφωση σημαντικών εγγυήσεων. Κάποιες από αυτές γίνονται γνωστές τώρα με την υπόθεση Χριστοφοράκου.
Μόνο στο τέλος, ιδίως αν κάποιες υποθέσεις προβληθούν από την τηλεόραση, γίνονται ευρύτερα αισθητοί οι νέοι θεσμοί. Τότε πια τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Ο κυρίαρχος λαός έχει βρεθεί σε θέση ρουά ματ.
Στη φάση της εφαρμογής έχει εισέλθει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Η σχετική απόφαση - πλαίσιο ψηφίστηκε το 2002, στον απόηχο του χτυπήματος στο Μανχάταν και το αντίστοιχο ελληνικό νομοθέτημα, το 2004. Δεν αρκούν, βέβαια, οι λίγες αυτές γραμμές για να στηριχτεί μια κριτική. Μπορούμε όμως να αναλογιστούμε τη μεγάλη σημασία του νέου θεσμικού εργαλείου, που επενεργεί σε τρεις τομείς: στις εθνικές κυριαρχίες των κρατών-μελών, στην ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι διαφορές με το προηγούμενο καθεστώς της έκδοσης είναι μεγάλες. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (πρέπει να) είναι δικαστικός τίτλος2, που εκδίδεται σε μια χώρα και εκτελείται χωρίς δικαστικό επανέλεγχό του σε άλλη. Ετσι, πρακτικά, η πρώτη χώρα ασκεί (ποινική) εξουσία στο έδαφος της δεύτερης. Από την εξουσία αυτή κανείς δεν εξαιρείται.
Η προκύπτουσα υποχρέωση παράδοσης ιδίων υπηκόων ξενίζει και έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε ορισμένες χώρες (ιδίως Γερμανία, Κύπρο). Είναι φυσικό: ο λαός, το έδαφος και η εξουσία είναι τα δομικά στοιχεία της κρατικής κυριαρχίας. Η ποινική εξουσία ανήκει στον σκληρό της πυρήνα, πραγματικά και συμβολικά. Αν σε αυτό το έδαφος, σε αυτόν τον λαό, ασκεί εξουσία μια άλλη χώρα, τότε η κυριαρχία περιορίζεται. Οι δεσμεύσεις που απορρέουν από τα θεμελιακά συμβατικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι εν τω μεταξύ αναπόφευκτο να παράγουν αρκετές τριβές. Οφείλονται σε διαφορές ταχύτητας: η οικονομική πολιτική και η πολιτική ασφάλειας συγκλίνουν δραστικά, ενώ την ίδια στιγμή οι πολιτικοί θεσμοί, η πρόνοια και οι δικαιοκρατικές εγγυήσεις αφήνονται στα εθνικά κράτη και Συντάγματα. Οι κοινωνικές συναινέσεις δεν είναι πάντοτε δεδομένες. Τι θα προέκυπτε εδώ από ένα δημοψήφισμα, που θα ρωτούσε αν πρέπει άραγε να εκδίδονται (παραδίδονται, μεταφέρονται κ.λπ.) οι Ελληνες πολίτες σε μια ξένη χώρα για να διωχθούν; Το ερώτημα από μόνο του είναι ενοχλητικό.
Η υπόθεση Χριστοφοράκου εμφανίζει παράδοξα χαρακτηριστικά. Το μοντέλο προβλημάτων που είχε προβλεφθεί αφορούσε ενδεχόμενη παράδοση Ελλήνων, επειδή θα τους ζητεί μια ξένη χώρα. Τώρα συμβαίνει το αντίστροφο: εμείς, κατ' ουσίαν, επιχειρούμε να ασκήσουμε εξουσία στο γερμανικό έδαφος, ζητώντας τη σύλληψη εκεί ενός έχοντος και γερμανική υπηκοότητα προσώπου. Η Γερμανία φαίνεται, προσωρινά τουλάχιστον, να «υπερασπίζει» τον διωκόμενο, επιδιώκοντας την τήρηση διαδικαστικών και δικαιοκρατικών, κατά το Σύνταγμά της, όρων.
Οι σκέψεις, που υπαγορεύουν περίσκεψη και επιφυλάξεις κατά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ίσως σήμερα ευνοήσουν την υπερασπιστική πολιτική Χριστοφοράκου. Ας μη θεωρηθεί ύποπτο. Η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι οξυδερκής και αναλογική ενώπιον των ευθυνών, αλλά τυφλή ενώπιον των κοινωνικών ταυτοτήτων (φτωχός ή μεγαλόσχημος, πολιτικά ισχυρός ή αδύναμος, αλλόφυλος ή ομογενής). Οι πιθανότητες, εν τω μεταξύ, μιας δυσανάλογα βαρειάς μεταχείρισης εδώ δεν είναι αόρατες. Η ελληνική νομοθεσία, με την πρόβλεψη ισοβίων για οικονομικά εγκλήματα και η πίεση της εντυπωσιασμένης κοινής γνώμης συνιστούν συνθήκες υπερβολής. Η πρωτοβάθμια κρίση για το σκάνδαλο του Παντείου, με μεγέθη ποινής αδιανόητα για άλλη χώρα, αποτελεί ένα επίφοβο προηγούμενο.
Οι δικαιοκρατικές εγγυήσεις χρειάζονται, ιδίως όταν καταγράφονται κοινωνικές πιέσεις. Στα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, εξάλλου, η παρεμβατική πολιτική σήμερα μπορεί να δεσμεύει αμοιβαία για ενδοτικότητα αύριο. Η υπόθεση Siemens πιθανώς θα αποβεί ένας επίκαιρος μοχλός πολιτικών εξελίξεων, αλλά το θεσμικό βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι διαχρονικό. Η ελληνική έννομη τάξη για πολλοστή φορά θα δοκιμαστεί. Τώρα τουλάχιστον ο διάλογος έχει διευρυνθεί.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Απόφαση της 18/7/2005
2. Σε κάποιες χώρες, όμως, είναι μόνον κατ' όνομα δικαστικός. Βλ. Ε. Φυτράκη, Αρθρο, Ποινική Δικαιοσύνη 2006.213.

{το άρθρο λήφθηκε από την έντυπη έκδοση της "Ελευθεροτυπίας", φύλλο της Τετάρτης 8 Ιουλίου 2009