«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Η ορθή ερμηνεία της ΔΙΑΘΗΚΗΣ του ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

ΑΠ 346/2011 [Οικογενειακό καταπίστευμα του περιλιμπανομένου]

Πρόεδρος: Ρ. Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Α. Κουτρομάνος
Δικηγόροι: Β. Αναγνωστόπουλος, Α. Βγόντζας
Ορθά εκτίμησε το Εφετείο ότι στην επίδικη υπόθεση συνεστήθη με τη διαθήκη διάσημου συγγραφέα οικογενειακό καταπίστευμα του περιλιμπανομένου και όχι καθολικό οικογενειακό καταπίστευμα, όπως ισχυρίζονταν οι αναιρεσείουσες. Ο αποθανών συγγραφέας με τη διαθήκη του άφησε γενική κληρονόμο του
τη σύζυγό του
με τον όρο μετά το θάνατό της
να αφήσει την εναπομένουσα περιουσία στους φυσικούς κληρονόμους του  
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη
 

συγγραφέα.
Διατάξεις: άρθρα 1923 [παρ. 1], 1929, 1935 [παρ. 1], 1937-1939, 1941 ΑΚ
[...] Κατά το άρθρο 1923 παρ. 1 ΑΚ: «...». Κατά το άρθρο 1929 παρ. 1 ΑΚ: «...». Κατά το άρθρο 1935 παρ. 1 ΑΚ: «...». Κατά το άρθρο 1937 ΑΚ: «...». Κατά το άρθρο 1938 ΑΚ: «...». Κατά το άρθρο 1939 ΑΚ: «...». Κατά το άρθρο 1941 ΑΚ: «...». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, στην περίπτωση του γενικού (οικογενειακού ή μη) καταπιστεύματος, το σύνολο της περιουσίας του διαθέτου, όπως αυτή διαμορφώθηκε ύστερα από την «τακτική διαχείρισή της» από τον εγκατάστατο, περιέρχεται (ως κληρονομία) στον καταπιστευματοδόχο, ενώ, αντιθέτως, στο καταπίστευμα του άρθρου 1939 ΑΚ, ο καταπιστευματοδόχος αποκτά ό,τι τυχόν δεν διέθεσε ο πρώτος κληρονόμος μέχρι την επαγωγή του καταπιστεύματος. Εκ τούτων παρέπεται, ότι σε καθεμία από τις δύο περιπτώσεις (δυνητικά τουλάχιστον) είναι εντελώς διαφορετικά τα περιουσιακά στοιχεία που δικαιούται ο καταπιστευματοδόχος να αξιώσει από τον εγκατάστατο (ή από τον κληρονόμο του), πράγμα που διαφοροποιεί περαιτέρω (ποσοτικά) και το αντικείμενο της πιθανής μεταξύ τους δίκης και το αίτημα της σχετικής αγωγής και το αντικείμενο της απόδειξης και το δεδικασμένο που παράγεται από την τελική απόφαση και το περιεχόμενο της αξίωσης του καταπιστευματοδόχου για λογοδοσία προς αυτόν εκ μέρους του πρώτου κληρονόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι εδώ αναιρεσείοντες ιστορούσαν, κατά λέξιν, στην από 26.7.2004 αγωγή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: «Ο Ν. Μ. Κ. (ο γνωστός μεγάλος Έλλην συγγραφεύς) απεβίωσε την 26.10.1957, κατέλιπε δε την από 12 Απριλίου 1956 διαθήκη του που εδημοσιεύθη από το Πρωτοδικείο Αθηνών με αίτηση της χήρας του Ε. το γένος Σ. την 31.12.1959... Με την διαθήκη του αυτή ο αποβιώσας εγκατέστησε κληρονόμο του την σύζυγό του ... όρισε όμως ότι μετά τον θάνατό της, η περιουσία του θα περιέρχεται στους φυσικούς κληρονόμους του. Με την διάταξη αυτή της διαθήκης συνεστήθη οικογενειακό καταπίστευμα, σύμφωνα με το άρ. 1929 ΑΚ, στο οποίο ορίζεται ότι ως καταπιστευματοδόχοι θεωρούνται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτου και ειδικότερα τα πρόσωπα εκείνα που θα τον κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου αν πέθαινε (ο διαθέτης) κατά τον θάνατο του εγκαταστάτου. Έτσι λοιπόν κατά πλάσμα δικαίου και προς προσδιορισμό των καταπιστευματοδόχων θεωρείται ότι ο Ν. Κ. απεβίωσε κατά τον θάνατο του εγκαταστάτου, δηλαδή της συζύγου του Ε. το γένος Σ. που πέθανε την 18.2.2004.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα καταπιστευματοδόχοι στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι τα πρόσωπα εκείνα που θα κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τον Ν. Κ. αν πέθαινε την 18.2.2004. τα πρόσωπα αυτά είναι κατ' άρ. 1814 ΑΚ οι επιζώντες: 1) Μ. Σ. υιός της προαποβιωσάσης αδελφής του Α. Σ. κατά ποσοστό 12/36 εξ αδιαιρέτου. 2) Οι εγγονοί της αυτής αδελφής του Μ., Ν. και Κ. Τ. τέκνα της προαποβιωσάσης θυγατρός της άνω Α. Σ., Κ. Τ. κατά ποσοστό έκαστος 4/36 εξ αδιαιρέτου. 3) Εμείς οι αιτούσες, εγγονές της αυτής αδελφής του - θυγατέρες του προαποβιώσαντος Σ. Σ. υιού της άνω Α. Σ. κατά ποσοστό εκάστη 6/36 εξ αδιαιρέτου. Ο εναγόμενος Π. Σ. δεν έχει καμία συγγενική ή άλλη σχέση προς τον Ν. Κ., είναι θετός υιός της Ε. χήρας Ν. Κ. υιοθετηθείς υπ' αυτής μετά τον θάνατο του Ν. Κ. και ήταν έκτοτε ο διαχειριστής της περιουσίας της στην οποία μέχρι του θανάτου της περιελαμβάνετο και η περιουσία του Ν. Κ. και ειδικότερα η πνευματική ιδιοκτησία του πλουσιοτάτου λογοτεχνικού έργου του και το αρχείο του. Όπως πιο πάνω εκθέτομε, η περιουσία του Ν. Κ. σύμφωνα με την θέλησή του, που διετυπώθη με σαφήνεια στην άνω διαθήκη του, περιέρχεται από του θανάτου της Ε. χήρας Ν. Κ. σε εμάς τις αιτούσες κατά 12/36 και τους λοιπούς άνω αναφερόμενους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του κατά τα λοιπά 24/36 και προς τούτο εζητήσαμε στην αρχή προφορικώς από τον εναγόμενο να μας γνωρίσει τα περιουσιακά αυτά στοιχεία για να λάβομε τα κατά το νόμο μέτρα με σκοπό να περιέλθουν αυτά και στην πράξη σε εμάς. Δυστυχώς κατά τη γενόμενη προ μηνός περίπου συμφωνημένη μετ' αυτού συνάντηση στο ... της Κρήτης ακούσαμε από τον εναγόμενο μόνο αόριστους ισχυρισμούς που δεν βοηθούν στην πραγμάτωση της βουλήσεως του διαθέτου. Κατόπιν τούτου απεστείλαμε εμείς οι δύο αιτούσες στον καθ'ου την από 18.6.2004 επιστολή μας που επεδόθη σε αυτόν αυτοπροσώπως από δικαστικό επιμελητή την 1η Ιουλίου 2004 με τα αυτά αιτήματα και η οποία έχει ως εξής: ... "Όπως προκύπτει από την ... διαθήκη του ... ο αποβιώσας ... εγκατέστησε κληρονόμο του την σύζυγό του ... όρισε όμως ότι, μετά τον θάνατό της, η περιουσία του θα περιέρχεται στους φυσικούς κληρονόμους του, δηλαδή στους συγγενείς του εκείνους που θα τον κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου αν πέθαινε (ο Ν. Κ.) κατά τον χρόνο του θανάτου της άνω συζύγου του. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από την 18.2.2004, ημερομηνία θανάτου της Ε. Κ., η περιουσία του Ν. Κ. περιέρχεται εξ αδιαιρέτου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του μεταξύ των οποίων είμαστε και εμείς ως εγγονοί της αδελφής του Α. Σ. το γένος Μ. Κ.. Επειδή ως θετός υιός και διαχειριστής της περιουσίας της Ε. Κ. γνωρίζετε τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν την κληρονομιαία περιουσία του Ν. Κ. που περιήλθε με την άνω διαθήκη στην Ε. Κ., βεβαρημένη με οικογενειακό καταπίστευμα, παρακαλούμε να μας γνωστοποιήσετε τα περιουσιακά αυτά στοιχεία ώστε να ενεργήσουμε από κοινού ό,τι απαιτείται κατά τον Νόμο για να περιέλθουν στην κυριότητα, νομή και κατοχή μας σύμφωνα με την θέληση του διαθέτου Ν. Κ. ...". Ο εναγόμενος ουδέν απάντησε. Επειδή ο εναγόμενος ασκεί άνευ δικαιώματος, χωρίς καν να επικαλείται κληρονομικό ή άλλο δικαίωμα που να του παρέχει την εξουσία αυτή, αυτοδυνάμως και αυτοβούλως την διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του Ν. Κ. παρά την γνωστή σε αυτόν αντίθεσή μας αφού η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας αυτής ανήκει σε εμάς ως καταπιστευματοδόχους από της 18.2.2004 ημερομηνίας του θανάτου της εγκαταστάτου κατά τα άνω εκτιθέμενα. Επειδή ο εναγόμενος δεν μας γνωστοποιεί κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς Κ. ως και απολογισμό της διαχειρίσεώς του από 18.2.2004 ημερομηνία θανάτου της Ε. Κ. μέχρι σήμερα, ούτε μας παραδίδει το αρχείο του Ν. Κ.. Επειδή η παράνομη διαχείριση αφορά ποσά σημαντικού ύψους αφού το λογοτεχνικό έργο του Ν. Κ. είναι σε παγκόσμια κλίμακα από τα σημαντικότερα, είναι ανάγκη να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριό Σας ότι η περιουσία του Ν. Κ. ανήκει από της 18.2.2004, ημερομηνία θανάτου της Ε. Κ., σε εμάς τις ενάγουσες και τους λοιπούς άνω μνημονευόμενους καταπιστευματοδόχους. Πρέπει επίσης να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να μας παραδώσει το αρχείο του Ν. Κ., όλα τα εις χείρας του περιουσιακά στοιχεία ως και τα αποδεικτικά αυτών έγγραφα περιλαμβανομένων και των σχετικών πληροφοριών αναγκαίων για την κτήση και εκμετάλλευση των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου του Ν. Κ. ως και να λογοδοτήσει για το άνω χρονικό διάστημα, από 18.2.2004 μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της παρούσης αγωγής μας, απειλουμένης κατ' αυτού χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως σε περίπτωση ανυπακοής προς τις διατάξεις της εκδοθησομένης αποφάσεως».
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: «Στις 26.10.1957 πέθανε στη Γερμανία ο Ν. Κ. ... Ο θανών, ο οποίος κατά τα τελευταία έτη της ζωής του κατοικούσε στην πόλη Antibes της Γαλλίας, είχε συντάξει στην ίδια πόλη και στην ελληνική γλώσσα την από 12.4.1956 ιδιόγραφη διαθήκη του... το περιεχόμενο της οποίας... κατά το ενδιαφέρον μέρος του, έχει ως ακολούθως: «Καταλείπω την κινητήν και ακίνητον περιουσίαν μου και άπαντα τα δικαιώματά μου εκ της εκδόσεως των έργων μου, τόσον εν Ελλάδι όσον και εν τη αλλοδαπή, εις την σύζυγόν μου Ε. το γένος Κ. Σ.. Η σύζυγός μου θα είναι ελευθέρα να διαχειρίζεται κατά βούλησιν τα άνω περιουσιακά στοιχεία μου, διαπραγματευόμενη τας εκδόσεις και μεταφράσεις και διασκευάς του έργου μου με τους εκδότας, τους cineastes κ.λπ. Παραγγέλλω όμως εις αυτήν όπως μεριμνήση να περιέλθουν τα βιβλία μου και ό,τι άλλο ήθελε κρίνει προσωπικά μου ενθύμια, όπως χειρόγραφα, εικόνες, το χρυσό μου δαχτυλίδι, το stylo μου, bibelots κ.λπ. εις το ενδεχομένως ιδρυθησόμενον εν ... Κρήτης, και, ει δυνατόν, εντός της πατρικής μου οικίας «ΣΠΙΤΙ Ν. Κ.», καλλωπίζουσα και προικοδοτούσα αυτό. Μετά τον θάνατον της συζύγου μου η εναπομένουσα περιουσία μου να περιέλθει εις τους φυσικούς μου κληρονόμους».
Από το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης, προκύπτει ότι ο διαθέτης εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του τη σύζυγό του Ε. ... σε όλη την περιουσία του, την οποία βάρυνε με οικογενειακό καταπίστευμα του περιλιμπανομένου, υπέρ των φυσικών κληρονόμων του για ολόκληρη την περιουσία του. Οι διατάξεις της εν λόγω διαθήκης ως προς τ' ανωτέρω οριζόμενα είναι απολύτως σαφείς και αποδίδουν από μόνες τους αυτά που θέλησε ο διαθέτης με τη διαθήκη του, ώστε δεν υπάρχει ανάγκη ερμηνείας της και λήψη υπόψη στοιχείων εκτός αυτής κειμένων, για την αναζήτηση της πραγματικής του βούλησης. Όσον αφορά δε την έκφραση της ως άνω διαθήκης, ότι η περιουσία του διαθέτη θα περιέλθει στους φυσικούς κληρονόμους του, δημιουργείται αμφιβολία ως προς τα ποια πρόσωπα περιλαμβάνονται σ' αυτή. Με βάση δε την ερμηνευτική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1929 ΑΚ, η αληθινή βούληση του διαθέτη είναι η κληρονομία του να περιέλθει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή στους εξ αίματος συγγενείς του, οι οποίοι έχουν κατά νόμο δικαίωμα στην κληρονομία του σε περίπτωση που δεν υπάρχει διαθήκη και οι οποίοι θα τον κληρονομούσαν, εάν πέθαινε ο ίδιος κατά το χρόνο θανάτου της εγκαταστάτριας συζύγου του. Η ως άνω σύζυγός του, η οποία, μετά το θάνατο του συζύγου της, υιοθέτησε τον εναγόμενο, πέθανε στις 18.2.2004. Εάν δε πέθαινε ο διαθέτης Ν. Κ. κατά την ημερομηνία αυτή, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, από τους οποίους θα κληρονομούνταν κατά τα κατωτέρω από τον καθέναν ποσοστά, είναι ... ο Μ. Σ. ... Μ., Ν. και Κ. Τ. και ... οι ενάγουσες. Με βάση τ' ανωτέρω και όπως προαναφέρθηκε, υπέρ των εναγουσών συνεστήθη με τη διαθήκη του Ν. Κ. οικογενειακό καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου) και όχι καθολικό οικογενειακό καταπίστευμα, όπως αυτές ισχυρίζονται με την αγωγή τους, το οποίο (καθολικό οικογενειακό καταπίστευμα), είναι νομικώς διάφορο του οικογενειακού καταπιστεύματος του περιλιμπανομένου και το οποίο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εάν είχε συσταθεί, θα παρείχε διαφορετικά δικαιώματα σ' αυτές και θα επέβαλε διαφορετικές υποχρεώσεις στην εγκατάστατη και βεβαρυμένη με το καταπίστευμα κληρονόμο του διαθέτη, από αυτά που παρέχονται με το συσταθέν με την επίμαχη διαθήκη καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου).
Συνεπώς πρέπει η υπό στοιχ. α ερευνώμενη αναγνωριστική του κληρονομικού δικαιώματος των εναγουσών αγωγή, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συνακόλουθα δε των παραπάνω, αφού απορρίφθηκε η υπό στοιχ. α αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και η υπό στοιχ. γ σωρευόμενη και ερευνώμενη αγωγή για παροχή πληροφοριών για την κληρονομία, αφού η ευδοκίμησή της προϋποθέτει την ευδοκίμηση της σωρευόμενης πρώτης αγωγής. Τέλος, αφού η αγωγή απορρίπτεται για τους προαναφερθέντες λόγους και όχι κατά παραδοχή ένστασης του εναγομένου, και ειδικότερα του ισχυρισμού του ότι η θετή μητέρα του Ε. Κ., του μεταβίβασε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, λόγω γονικής παροχής τα πνευματικά δικαιώματα από τα έργα του συζύγου της, ο οποίος σημειωτέον αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής και όχι ένσταση, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι ενάγουσες, οι ισχυρισμοί τους περί ακυρότητας της γονικής παροχής, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων της Ε. Κ., περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος να μεταβιβάσει στον εναγόμενο τα εν λόγω δικαιώματα, περί μη μεταβιβάσεως του ηθικού δικαιώματος επί του λογοτεχνικού έργου του διαθέτη και του αρχείου του, αλυσιτελώς προβάλλονται και παρέλκει η έρευνά τους. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της".
[και καταλήγει η ως άνω αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου : ] Υπό τα δεδομένα αυτά, και με
βάση τα προεκτεθέντα, δεν είναι εσφαλμένη ούτε η εκτίμηση του Εφετείου, ότι στο αγωγικό δικόγραφο των αναιρεσειουσών περιλαμβάνονται μόνον η βάση του καθολικού οικογενειακού καταπιστεύματος και αίτημα απόδοσης σ' αυτές του συνόλου της περιουσίας του διαθέτου (όπως διαμορφώθηκε με την τακτική διαχείρισή της εκ μέρους της αρχικής κληρονόμου), ούτε η νομική παραδοχή του ίδιου δικαστηρίου ότι στην αγωγή με τέτοιο περιεχόμενο δεν θεωρείται ότι εμπεριέχεται και βάση εκ του άρθρου 1939 ΑΚ. Ενόψει τούτων, είναι αβάσιμοι οι πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι του κυρίως δικογράφου, καθώς και οι τρεις λόγοι του προσθέτου αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου), με τους οποίους ψέγεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1923, 1929, 1939, 1880, 1941 ΑΚ και 473 ΚΠολΔ. Τούτο δε, διότι όλοι αυτοί οι λόγοι έχουν ως έρεισμα τον ισχυρισμό ότι η βασική ως άνω παραδοχή του Εφετείου και η υπ' αυτού εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου είναι εσφαλμένες. Αβάσιμος είναι επίσης και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως (ωσαύτως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο απορρίπτοντας (και) το αίτημα των αναιρεσειουσών να αναγνωρισθεί ότι περιήλθε σ' αυτές, με την επαγωγή του καταπιστεύματος, το «ηθικό δικαίωμα επί του λογοτεχνικού έργου του Ν. Κ.», καθώς και το αρχείο του «το οποίο ανήκει στον έχοντα το ηθικό δικαίωμα», δεν εφήρμοσε (αν και ήταν εφαρμοστέες) τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 12 παρ. 2 του Ν 2121/1993 . Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του παρατεθέντος ανωτέρω αγωγικού δικογράφου, σ' αυτό δεν διαλαμβάνεται αίτημα σχετικό με το επικαλούμενο «ηθικό δικαίωμα», ενώ σχετικά με το ζητούμενο «αρχείο» του διαθέτου, ουδέν αναφέρεται για το περιεχόμενό του. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, πρέπει να απορριφθεί. [...]