«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

H Ελλάδα πληρώνει ακόμα και για τα ... τροχαία των ΝΑΤΟϊκών !!!

7615/2008 ΔΠΡ ΑΘ ( 500761)



Αστική ευθύνη Δημοσίου. Αυτοκινητικό ατύχημα. Εμπλοκή αυτοκινήτου της 
αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Ελλάδα (με οδηγό υπαξιωματικό της 
πολεμικής αεροπορίας των Η.Π.Α.). Αποκλειστική υπαιτιότητα του αλλοδαπού 
οδηγού. Περιστατικά. Ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση με βάση 
τις διατάξεις που αφορούν τις σχετικές διακρατικές συμφωνίες μεταξύ Ελλάδος 
και Η.Π.Α. (Βορειοατλαντικό Σύμφωνο). Νομιμοποίηση του ασφαλιστή που 
υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του αποζημιωθέντος ασφαλισμένου να ασκήσει την 
αγωγή κατά του Δημοσίου.

Αριθμός Απόφασης 7615/2008

Γ.Α.Κ.:  37585/2003
Α.Κ.Δ.: 12436/2003

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα  12ο  -  Μονομελές

 Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με 
δικαστή τον Παναγιώτη Βαζιντάρη, Πρωτοδίκη Δ.Δ., και γραμματέα την Ειρήνη 
Μίχου, δικαστική υπάλληλο,

 γ ι α να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 5 Νοεμβρίου 2003,

 τ ω ν εταιρειών: 1) «...................................», που έχει ήδη μετονομασθεί σε 
«...........................» και εδρεύει στην Αθήνα (οδός .........) και 2) «..........», που 
εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής (.......... αρ. ..), οι οποίες παραστάθηκαν με 
την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Σαββάκου,

 κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό 
Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά 
λογίζεται ότι παραστάθηκε με την από 18.1.2008 δήλωση (κατ` άρθρο 133 παρ. 2 
του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) της Δικαστικής Αντιπροσώπου του Νομικού 
Συμβουλίου του Κράτους Καλλιρρόης - Ελένης Παπαδοπούλου. Συμπαραστάθηκε η 
ασκουμένη Γεωργία Βραχνή.

 Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:

 Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την οποία καταβλήθηκαν το προσήκον 
τέλος δικαστικού ενσήμου και οι υπέρ τρίτων εισφορές (βλ. το 321344, σειράς 
Α΄, ειδικό έντυπο δικαστικού ενσήμου), οι ενάγουσες εταιρείες ζητούν να 
υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει, με απόφαση προσωρινώς 
εκτελεστή και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις 
εξοφλήσεως, στην πρώτη από αυτές ποσό 2.546,15 ευρώ και στη δεύτερη ποσό 
388,55 ευρώ (συνολικά 2.934,70 ευρώ), ως αποζημίωση, κατ` άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, 
λόγω της περιουσιακής ζημίας που ισχυρίζονται ότι αμφότερες υπέστησαν από 
παράνομες ενέργειες οργάνου για το οποίο ευθύνεται το Ελληνικό Δημόσιο, κατά 
την άσκηση της ανατεθείσας σε αυτό υπηρεσίας. Η αγωγή, για την οποία 
συντρέχουν οι κατά το άρθρο 115 παρ. 1 του ΚΔΔ προϋποθέσεις της ομοδικίας, 
ασκήθηκε παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.

 Επειδή, στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή 
παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας 
που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη 
ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού 
συμφέροντος ...». Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, η ευθύνη του Δημοσίου 
προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση παράνομης εκτελεστής 
διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη προς έκδοση τέτοιας πράξης, 
αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου, εφόσον οι υλικές 
αυτές ενέργειες απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων 
υπηρεσιών, ή εξαιτίας τους, και εφόσον δεν συνάπτονται με την ιδιωτική 
διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου ή οφείλονται σε περιπτώσεις οργάνων 
που ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων (βλ. ΑΕΔ 
5/1995). Στην έννοια δε των «οργάνων του Δημοσίου» περιλαμβάνονται και οι 
υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας στρατιωτικοί, για τις παράνομες 
υλικές ενέργειες των οποίων ευθύνεται το Δημόσιο, εφόσον αυτές τελούνται 
εντός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, δηλαδή κατά την άσκηση της 
υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υπάρχει 
όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε καθ` υπέρβαση των ανατεθειμένων σ` αυτούς 
καθηκόντων ή επ` ευκαιρία ή εξ` αφορμής της υπηρεσίας τους, αλλά κατά 
παράβαση των διαταγών που τους έχουν δοθεί, και τελούν σε εσωτερική αιτιώδη 
συνάφεια προς την εκτέλεση της υπηρεσίας τους (βλ. ΣτΕ 3256/2006, 684/2005, 
Δ.Εφ.Αθ. 6802/2001 κ.ά.). Περαιτέρω, η ευθύνη προς αποζημίωση συντρέχει όχι 
μόνο όταν με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου της Διοίκησης παραβιάζεται 
συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα προσιδιάζοντα στη 

συγκεκριμένη υπηρεσία καθήκοντα και υποχρεώσεις που πηγάζουν από την κείμενη 
εν γένει νομοθεσία και τα δεδομένα της κοινής πείρας, καθώς και τις αρχές 
της καλής πίστης (βλ. ΣτΕ 3102/1999, 367, 4776/1997 κ.ά.). Εξάλλου, για να 
στοιχειοθετηθεί η, κατά τις παραπάνω διατάξεις, αστική ευθύνη του Δημοσίου 
και η υποχρέωση αυτού προς αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι και η 
ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στη φερόμενη ως 
παράνομη συμπεριφορά του οργάνου του Δημοσίου και τη ζημία που έχει συναφώς 
προκληθεί. Ο αντικειμενικός δε αυτός αιτιώδης σύνδεσμος υφίσταται όταν, 
σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή 
παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των 
πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (βλ. 
ΣτΕ 2739/2000, 4776/1997, 289/1995 κ.ά.). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 298 του 
ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του 
δανειστή (θετική ζημία).

 Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 3 της συμφωνίας περί αμυντικής και οικονομικής 
συνεργασίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της 
Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Η.Π.Α.), που κυρώθηκε με το 
ν. 1403/1983 (ΦΕΚ Α΄ 169), ορίζεται ότι: «Το καθεστώς των δυνάμεων των 
Ηνωμένων Πολιτειών, των μελών των δυνάμεων αυτών, των μελών του πολιτικού 
προσωπικού και των εξαρτωμένων προσώπων θα διέπεται από τη “Συμφωνία μεταξύ 
των Μερών του Βορειοατλαντικού Συμφώνου” περί του καθεστώτος των δυνάμεών των 
και συναφείς διμερείς διευθετήσεις μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής 
Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής». Τέτοια διμερής σύμβαση 
μεταξύ των ως άνω κυβερνήσεων είναι η από 7.9.1956, που κυρώθηκε με το ν. δ. 
3717/1957 (ΦΕΚ Α΄ 131), όπως αυτό συμπληρώθηκε με το ν. δ. 968/1971 (ΦΕΚ Α΄ 
187), στο άρθρο 1 παρ. 2 της οποίας ορίζεται ότι το νομικό καθεστώς στην 
Ελλάδα των Ενόπλων Δυνάμεων των Η.Π.Α. θα διέπεται από τη Σύμβαση μεταξύ των 
μερών του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, στο δε άρθρο 4 αυτής ορίζεται ότι: «Εις 
αστικάς υποθέσεις, περιλαμβανομένων ζημιών προερχομένων εξ αυτοκινητικών 
ατυχημάτων, τα ελληνικά δικαστήρια θα ασκούν δικαιοδοσίαν ως προβλέπεται εις 
το άρθρον 8 της συμβάσεως περί του νομικού καθεστώτος των ενόπλων δυνάμεων 
του Βορειοατλαντικού Συμφώνου». Η υπογραφείσα στο Λονδίνο, την 17η Ιουνίου 
1951, «Σύμβαση μεταξύ των Κρατών - Μελών της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού 
επί του νομικού καθεστώτος των διεθνών στρατιωτικών Αρχηγείων των 
εγκαθιδρυμένων συμφώνως προς την Συνθήκην του Βορείου Ατλαντικού», η οποία 
κυρώθηκε με το ν. 2799/1954 (ΦΕΚ Α΄ 63), ορίζει, στο άρθρο 1 (περιπτ. α΄, δ΄ 
και ε΄ αντιστοίχως) ότι: «Δύναμις» σημαίνει το ανήκον εις τους στρατούς 
ξηράς, θαλάσσης ή αέρος ενός των συμβαλλομένων μερών προσωπικόν, το οποίο 
ευρίσκεται προς εκτέλεση υπηρεσίας επί του εδάφους ετέρου συμβαλλομένου 
μέρους εντός της περιοχής του Βορειοατλαντικού … «Κράτος προελεύσεως» 
σημαίνει το Συμβαλλόμενο Μέρος, εις το οποίο ανήκει η δύναμις του και 
«Κράτος διαμονής» σημαίνει το Συμβαλλόμενο Μέρος επί του εδάφους του οποίου 
ευρίσκεται η δύναμις ή το πολιτικόν προσωπικό ...».

 Στο άρθρο 8 παρ. 5 της εν λόγω σύμβασης ορίζεται ότι: «Αι περί αποζημιώσεως 
απαιτήσεις (εξαιρέσει των συμβατικώς καθορισμένων και των απαιτήσεων των 
προβλεπομένων εις τας παρ. 6 και 7 του παρόντος άρθρου) αι προκύπτουσαι εκ 
πράξεων ή παραλείψεων μέλους δυνάμεως ή πολιτικού προσωπικού εν τη εκτελέσει 
του υπηρεσιακού του καθήκοντος ή εξ άλλης πράξεως, παραλείψεως ή συμβάντος 
δια το οποίον δύναμις ή πολιτικόν προσωπικόν είναι κατά νόμον υπεύθυνος, 
εφ` όσον η ζημία προεκλήθη επί του εδάφους του Κράτους διαμονής εις τρίτο 
πρόσωπο εκτός των Συμβαλλομένων Μερών, θα διακανονίζονται υπό του Κράτους 
διαμονής κατά τας ακολούθους διατάξεις: α) Αι περί αποζημιώσεως απαιτήσεις 
θα υποβάλλονται, θα εξετάζονται και θα διακανονίζονται ή θα επιδικάζονται 
συμφώνως προς τους νόμους και κανονισμούς του Κράτους διαμονής τους 
διέποντας τας απαιτήσεις αποζημιώσεως, τας προκύπτουσας εκ της δράσεως των 
ιδίων αυτού ενόπλων δυνάμεων. β) …». Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι 
στις αναφερόμενες υποθέσεις, που ενδέχεται να αφορούν και αξιώσεις 
αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα που προκαλείται στην Ελλάδα από μέλος 
δύναμης ή πολιτικού προσωπικού άλλης χώρας που μετέχει στο Βορειοατλαντικό 
Σύμφωνο, αποκλείεται η ευθύνη του κράτους προέλευσης, η δε ευθύνη 
μετατίθεται στο κράτος διαμονής (εν προκειμένω Ελληνικό Δημόσιο), το οποίο 
ευθύνεται όπως θα ευθυνόταν αν η ζημία στον τρίτο προκαλούνταν από δημόσιο 
υπάλληλό του ή στρατιωτικό κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν 
υπηρεσίας (βλ. Δ.Εφ.Πατρών 606/2006, πρβλ. ΑΠ 908/1990, Εφ.Αθ. 4759/2004 και 
Αθ. Κρητικού «Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα», σελ. 807).

 Επειδή, τέλος, με τις διατάξεις του κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύοντος Κώδικα 
Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ., ν. 2696/1999, ΦΕΚ Α΄ 57) ορίζονταν τα ακόλουθα:

 «1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε 
συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει 
εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει 
ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν 
με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή … και να μην προκαλούν γενικά 
με τη συμπεριφορά τους, τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες 
των οδών …» (άρθρο 12) και «1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει 
τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί 
τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την 
ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες 
συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα 
χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις 
καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε 
θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο 
που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν 
μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του 
οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι 
περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την 
ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο 
ορατότητας … πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων … 7. Ο οδηγός οχήματος, το 
οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την 
αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την 
ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του …» (άρθρο 19).

 Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, 
προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη από τις ενάγουσες εταιρείες είναι 
ιδιοκτήτρια του με αριθμό κυκλοφορίας ............... επιβατικού ιδιωτικής 
χρήσης αυτοκινήτου (E.I.X.), μάρκας CITROEN, μοντέλο ΑΧ, κυλινδρισμού 1.124 
κ. εκ. (8 φορολογίσιμοι ίπποι) και με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 
21.8.1996, το οποίο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε ασφαλίσει στην πρώτη 
ενάγουσα (ασφαλιστική εταιρεία, η οποία τότε είχε την επωνυμία «.....................», 
και στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε «....................., βλ. τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 
12618/31.10.2007), με ασφάλιση ιδίων ζημιών («μικτή ασφάλεια» - βλ. 
αντιστοίχως την άδεια κυκλοφορίας του παραπάνω οχήματος και το 
99991115107/0001 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με διάρκεια ισχύος από 31.12.2000 
μέχρι 31.12.2001). Στις 7.11.2001, περί ώρα 14:35΄, το εν λόγω όχημα, που 
οδηγούσε ο ............ (προστιθείς από τη δεύτερη ενάγουσα, με άδεια 
ικανότητας οδήγησης Β΄ κλάσης και αριθμό αυτής 003767382), κινούνταν επί της 
οδού ............. στο Χαλάνδρι Αττικής, με κατεύθυνση προς την πλατεία 
Κέννεντυ, στην ίδια περιοχή. Λόγω της έντονης κυκλοφοριακής κίνησης που 
παρατηρούνταν στην ανωτέρω οδό κατά την προαναφερόμενη ημέρα και ώρα, ο 
οδηγός του παραπάνω οχήματος αναγκάστηκε να το ακινητοποιήσει, πίσω από άλλα 
προπορευόμενα του δικού του και ομοίως ακινητοποιημένα οχήματα, στο ύψος της 
εν λόγω οδού με τον αριθμό .., στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αναμένοντας 
την εκ νέου ελευθέρωση της κυκλοφορίας και εκκίνηση των οχημάτων. Ενώ το 
ανωτέρω όχημα βρισκόταν ακινητοποιημένο στο προαναφερόμενο σημείο, επέπεσε 
στο πίσω τμήμα αυτού το με αριθμό κυκλοφορίας ........ E.I.X. αυτοκίνητο, 
μάρκας FORD, μοντέλο CLUB WA CONVAN, το οποίο ήταν ιδιοκτησία της 
αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Ελλάδα (AMERICAN EMBASSY ODC, 
λεωφόρος ............), ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες από 
αυτό ζημίες κατά το χρονικό διάστημα από 6.3.2001 μέχρι 6.3.2002 (σύμφωνα με 
την USEMB/20001 πράσινη κάρτα), που οδηγούσε ο ........... , υπαξιωματικός 
της πολεμικής αεροπορίας των Η.Π.Α. (αμερικανός υπήκοος), προστιθείς από την 
Πρεσβεία των Η.Π.Α. στην Ελλάδα, ο οποίος ήταν κάτοχος της 121001 άδειας 
ικανότητας οδήγησης και κατά την ημέρα και ώρα του ατυχήματος τελούσε σε 
διατεταγμένη υπηρεσία [βλ. την προαναφερόμενη πράσινη κάρτα ασφαλιστικής 
κάλυψης του εν λόγω οχήματος, την άδεια ικανότητας οδήγησης του αλλοδαπού 
υπηκόου και το 5800/17.9.2007 έγγραφο του ...... , Επιτελικού Διευθυντή 
Δικαστικού στην αμερικανική βάση της Σούδας στην Κρήτη προς το Υπουργείο 
Εθνικής Άμυνας]. Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης, προ της οποίας δεν προκύπτει 
ότι ο οδηγός του δεύτερου από τα προαναφερόμενα οχήματα επιχείρησε 
αποφευκτικό ελιγμό ή χειρισμό τροχοπέδησης, ήταν να υποστούν αμφότερα υλικές 
φθορές, και συγκεκριμένα: Το μεν Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης 
ενάγουσας κατά μήκος ολόκληρου του πίσω τμήματός του και στο δεξιό τμήμα του 
πρόσθιου μέρους αυτού, εξαιτίας της ώθησης προς τα εμπρός που υπέστη το ίδιο 
και της επιγενόμενης πρόσκρουσής του με το προπορευόμενο αυτού ......... 
Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, το δε όχημα που οδηγούσε ο αλλοδαπός υπήκοος στη δεξιά 
πλευρά του πρόσθιου τμήματός του (βλ. το από 7.11.2001 δελτίο τροχαίου 
ατυχήματος που συνέταξε ................. , Αστυφύλακας της Άμεσης Δράσης 
Αττικής, ο οποίος κλήθηκε στον τόπο του συμβάντος, και τις φωτογραφίες που 
περιλαμβάνονται στην 19791/22.11.2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του 
πραγματογνώμονα ....). Το συνολικό κόστος επισκευής του οχήματος της 
δεύτερης ενάγουσας υπολογίσθηκε στο ποσό του 1.402.540 δρχ. [(κόστος 
ανταλλακτικών 593.540 δρχ.) + (εργασίες τοποθέτησής τους 809.000 δρχ.), ήδη 
4.116,03 ευρώ], το οποίο, όμως, εκτιμήθηκε ως όλως ασύμφορο, με δεδομένο τον 
κυλινδρισμό του οχήματος (8 φορολογίσιμοι ίπποι), την παλαιότητά του 
(μοντέλο 8/1996), τα διανυθέντα από αυτό χιλιόμετρα κατά το χρόνο του 
ατυχήματος (64.650 χλμ.), την κατάστασή του προ αυτού (καλή) και την, 
συνεπεία των ανωτέρω παραμέτρων, εμπορική του αξία κατά το ίδιο χρονικό 
σημείο (900.000 - 1.000.000 δρχ. περίπου, βλ. την παραπάνω έκθεση 
πραγματογνωμοσύνης). Κατόπιν τούτου, και με σημείο αναφοράς ότι η εμπορική 
αξία του εν λόγω αυτοκινήτου αντιστοιχούσε σε 1.000.000 δρχ. (2.934,70 ευρώ) 
κατά το χρόνο του ατυχήματος, η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε στη δεύτερη το ποσό 
των 2.546,15 ευρώ, ως αποζημίωση για την αντικατάσταση του ίδιου αυτοκινήτου 
[2.934,70 ευρώ - 293,47 ευρώ (απαλλαγή της ασφαλίστριας εταιρείας) - 95,08 
ευρώ (έξοδα χαρτοσήμου), βλ. την 203641/8.4.2002 απόδειξη πληρωμής]. Ήδη, με 
την κρινόμενη αγωγή και το νομίμως κατατεθέν επ` αυτής υπόμνημα, οι 
ενάγουσες εταιρείες ζητούν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους 
καταβάλλει, με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και με το νόμιμο τόκο από την 
επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, συνολικά 2.934,70 ευρώ ως 
αποζημίωση, κατ` άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, λόγω της περιουσιακής ζημίας που 
ισχυρίζονται ότι αμφότερες υπέστησαν από την ανωτέρω παράνομη ενέργεια 
οργάνου που βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο, κατά την άσκηση της ανατεθείσας σε 
αυτό υπηρεσίας.

 Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα, ενεργώντας καθ` υποκατάσταση των δικαιωμάτων 
της ιδιοκτήτριας του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, αξιώνει να της καταβληθεί ποσό 
2.546,15 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη η ίδια εκ της καταβολής 
στη δεύτερη ενάγουσα της εν λόγω ασφαλιστικής αποζημίωσης (ασφαλίσματος), σε 
εκτέλεση της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, η δε τελευταία αξιώνει να 
της καταβληθεί ποσό 388,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της 
εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου της κατά τον κρίσιμο χρόνο και της 
ασφαλιστικής αποζημίωσης που δεν εισέπραξε από την πρώτη ενάγουσα (2.934,70 
- 2.546,15 ευρώ). Συγκεκριμένα, οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι ο οδηγός του 
παραπάνω αυτοκινήτου της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Ελλάδα 
(υπαξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας των Η.Π.Α.), κατά παράβαση των 
οικείων διατάξεων του Κ.Ο.Κ., δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή κατά την 
οδήγηση του εν λόγω οχήματος, με αποτέλεσμα να επιπέσει με όση ταχύτητα είχε 
στο όχημα της δεύτερης ενάγουσας και να ζημιωθούν αμφότερες, κατά το ποσό 
που αντιστοιχεί στην εμπορική αξία που είχε το τελευταίο κατά το χρόνο του 
ατυχήματος, όπως αυτή προκύπτει από την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, 
για δε την παράνομη αυτή υλική ενέργεια ευθύνη προς αποζημίωση φέρει το 
Ελληνικό Δημόσιο, με βάση τις διατάξεις που αφορούν τις σχετικές διακρατικές 
συμφωνίες μεταξύ Ελλάδος και Η.Π.Α.. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, 
επικαλούνται και προσκομίζουν: 1) Την παραπάνω άδεια κυκλοφορίας του 
αυτοκινήτου της δεύτερης ενάγουσας, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο αυτού με την 
πρώτη ενάγουσα, την ανωτέρω εξοφλητική απόδειξη περί καταβολής του 
ασφαλίσματος, την άδεια οδήγησης του αλλοδαπού οδηγού και την κάρτα 
ασφαλιστικής κάλυψης του οχήματος που αυτός οδηγούσε, 2) Την από 8.11.2001 
δήλωση ατυχήματος που υπέβαλε ο οδηγός του αυτοκινήτου της δεύτερης 
ενάγουσας, 3) Την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης και 4) Την 
6.261/18.12.2007 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Πέππα, συζύγου 
......... , στην οποία περιλαμβάνεται ένορκη μαρτυρική κατάθεση του 
.........(οδηγού του αυτοκινήτου της δεύτερης ενάγουσας κατά την ημέρα του 
ατυχήματος), στην οποία ο ίδιος επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της 
εργοδότριάς του. Η μαρτυρική αυτή κατάθεση όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, 
κατ` άρθρο 183 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΔΔ, διότι ο μάρτυρας ήταν, κατά τον 
κρίσιμο χρόνο, προστιθείς της δεύτερης ενάγουσας και επομένως εξαρτά 
συμφέρον από την έκβαση της δίκης, κατά το μέρος που αφορά το ποσοστό τυχόν 
δικής του συνυπαιτιότητας για το επισυμβάν ατύχημα. Αντιθέτως, το εναγόμενο, 
με το νομίμως κατατεθέν υπόμνημά του, ζητεί την απόρριψη της αγωγής, 
προβάλλοντας ότι: 1) Η πρώτη ενάγουσα στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης 
για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αφενός διότι δεν προκύπτει ότι 
κατέβαλε το ασφάλισμα στη δεύτερη ενάγουσα, άλλως διότι, ακόμη και στην 
περίπτωση που το έπραξε αυτό, δεν ανήγγειλε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως όφειλε, 
κατ` άρθρο 95 παρ. 4 του ν. 2362/1995, την εκχωρηθείσα στην ίδια ασφαλιστική 
απαίτηση, ενεργώντας καθ` υποκατάσταση της δεύτερης ενάγουσας και 2) Η αγωγή 
είναι αόριστη, κατ` άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΔΔ, διότι δεν αναφέρεται ο τρόπος 
υπολογισμού της αξιούμενης από τις ενάγουσες αποζημίωσης, ούτε ειδικότερα 
προσδιοριστικά στοιχεία σχετικά με το ζημιωθέν όχημα (κυλινδρισμός, έτος 
πρώτης κυκλοφορίας, διανυθέντα από αυτό χιλιόμετρα κλπ.).

 Επειδή, το Δικαστήριο κρίνει, κατ` αρχάς, ότι ο πρώτος από τους παραπάνω 
ισχυρισμούς του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμος, 
διότι, σύμφωνα με το άρθρο 210 του Εμπορικού Νόμου, η αποζημιωτική (κατ` 
άρθρο 105 ΕισΝΑΚ) αξίωση μπορεί να ασκηθεί και από τον ασφαλιστή, εκείνον 
δηλαδή που αποζημίωσε τη ζημία ή απώλεια των ασφαλισθέντων πραγμάτων, ο 
οποίος, κατόπιν τούτου, υποκαθίσταται έναντι των τρίτων (όπως το Δημόσιο), 
στα δικαιώματα, τα οποία, λόγω της ζημίας, ανήκουν στον ασφαλισμένο. 

Συνεπώς, σύμφωνα με το εφαρμοστέο κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο 
νομοθετικό καθεστώς, ο ασφαλιστής νομιμοποιείται, κατά την έννοια της 
διάταξης του άρθρου 71 παρ. 1 του ΚΔΔ, προς άσκηση αγωγής ενώπιον του 
παρόντος Δικαστηρίου, καθ` υποκατάσταση του αποζημιωθέντος ασφαλισμένου, 
στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο τελευταίος έχει κατά του Δημοσίου αξίωση 
προς αποζημίωση. Και ναι μεν, κατά τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 4 του 
Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού (ν. 2362/1995, ΦΕΚ Α΄ 247), η αναγγελία περί 
εκχώρησης χρηματικής απαίτησης κατά του Δημοσίου κοινοποιείται στο αρμόδιο 
για την πληρωμή δημόσιο ταμείο ή χρηματική διαχείριση, επί ποινή ακυρότητας 
της εκχώρησης, όμως το ως άνω άρθρο 95 του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού 
δεν έχει εφαρμογή επί της, κατά τα ανωτέρω, ασφαλιστικής υποκατάστασης, 
εφόσον η υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου (βλ. ad hoc 
ΣτΕ 2958/2003, 3584/1997, 2635, 2636/1996 κ.ά.). Εξάλλου, ως ουσία αβάσιμος 
πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος ισχυρισμός του εναγομένου, διότι από το 
ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, όπως αυτή παραδεκτώς αναπτύσσεται με το 
υπόμνημα, προκύπτουν με σαφήνεια τόσο τα πραγματικά περιστατικά που 
στοιχειοθετούν τις αγωγικές αξιώσεις των εναγουσών, όσο και ο τρόπος 
υπολογισμού εκάστης εξ αυτών. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα 
προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και τις διατάξεις που παρατέθηκαν και 
ερμηνεύθηκαν σε προηγούμενες σκέψεις, και ειδικότερα ότι: Α) Κατά την ώρα 
του τροχαίου ατυχήματος, το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας 
κινούνταν κανονικά επί της οδού ....... ........ στο Χαλάνδρι Αττικής, 
ήταν δε ακινητοποιημένο λόγω της κυκλοφοριακής συμφόρησης που παρατηρούνταν 
στην εν λόγω οδό κατά το ως άνω χρονικό σημείο, Β) Το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας 
της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Ελλάδα επέπεσε στο 
προαναφερόμενο όχημα με όση ταχύτητα είχε, χωρίς ο οδηγός του να αποπειραθεί 
να προβεί σε οποιαδήποτε αποφευκτική του ατυχήματος ενέργεια, δεδομένου ότι 
δεν ανευρέθηκαν στο σημείο του ατυχήματος ίχνη τροχοπέδησης και Γ) Το 
τελευταία αναφερόμενο όχημα προσέκρουσε στο αυτοκίνητο της δεύτερης 
ενάγουσας με το έμπροθεν τμήμα του και του προκάλεσε φθορές καθ` όλη την 
έκταση του πίσω τμήματος, κρίνει ότι υπαίτιος της σύγκρουσης είναι μόνο ο 
οδηγός του οχήματος της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Ελλάδα, ο 
οποίος δεν επέδειξε τη δέουσα, κατά την οδήγηση του οχήματος, προσοχή, ο δε 
οδηγός του αυτοκινήτου της δεύτερης ενάγουσας δεν φέρει καμία ευθύνη, διότι, 
με δεδομένη την κατάσταση της κυκλοφορίας κατά την ώρα του ατυχήματος και 
τις προαναφερόμενες συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο οχημάτων, ο ίδιος δεν 
είχε κανένα περιθώριο ελιγμών. Επομένως, και λαμβανομένου υπόψη του 
γεγονότος ότι ο αλλοδαπός οδηγός τελούσε σε διατεταγμένη υπηρεσία, όπως 
προκύπτει από το 5800/17.9.2007 έγγραφο του ............. , Επιτελικού 
Διευθυντή Δικαστικού στην αμερικανική βάση της Σούδας στην Κρήτη προς το 
Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, καθώς και ότι η ευθύνη για τις αξιώσεις από 
αδικοπραξία που προκαλείται από μέλος δύναμης ή πολιτικού προσωπικού άλλης 
χώρας που μετέχει στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο, κατά την εκτέλεση της 
ανατεθείσας σε αυτό υπηρεσίας, μετατίθεται στο κράτος διαμονής (εν 
προκειμένω Ελληνικό Δημόσιο), το οποίο ευθύνεται όπως θα ευθυνόταν αν η 
ζημία στον τρίτο προκαλούνταν από δημόσιο υπάλληλό του ή στρατιωτικό κατά 
την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι το 
εναγόμενο, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και σκέψεις, ευθύνεται 
αποκλειστικώς προς αποκατάσταση των ζημιών των εναγουσών. Περαιτέρω, 
λαμβάνοντας υπόψη: A) Την αναφερόμενη στην παραπάνω έκθεση 
πραγματογνωμοσύνης εμπορική αξία του αυτοκινήτου της δεύτερης ενάγουσας 
(900.000 - 1.000.000 δρχ.), κατά το χρόνο του ατυχήματος, Β) Ότι η αξία που 
είχε ως καινούργιο το εν λόγω αυτοκίνητο, κατά το χρόνο της αγοράς του 
(Αύγουστος του 1996), κατά τα κοινώς γνωστά, ανερχόταν περίπου σε 2.800.000 
δρχ. (ήδη 8.217,17 ευρώ) και Γ) Οτι η αξία του αυτοκινήτου αυτού, κατά το 
χρόνο της σύγκρουσης, στην κατάσταση την οποία βρισκόταν, όπως αυτή 
προκύπτει από τους ισχυρισμούς των εναγουσών και την προαναφερόμενη έκθεση 
πραγματογνωμοσύνης (παλαιότητα 5 ½ περίπου ετών, διανυθέντα χιλιόμετρα 
64.650, κατάσταση καλή), κατά τα κοινώς γνωστά, αλλά και κατά την 
προβλεπόμενη στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2682/1999, λόγω παλαιότητας, μείωση 
της αξίας των αυτοκινήτων (40% για παλαιότητα 5 - 6 ετών), ανερχόταν σε 
2.934,70 ευρώ (8.217,17 χ 36%), το Δικαστήριο κρίνει ότι η αποζημίωση που θα 
δικαιούνταν η δεύτερη ενάγουσα, ως ιδιοκτήτρια του εν λόγω οχήματος, 
ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό (2.934,70 ευρώ), με το οποίο αυτή μπορούσε 
να αντικαταστήσει το αυτοκίνητό της, με άλλο ίδιας μάρκας και ίδιας 
κατάστασης. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε σε αυτήν 
ποσό 2.546,15 ευρώ, σε εκτέλεση της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, το 
Δικαστήριο κρίνει ότι η τελευταία δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση το 
ανωτέρω ποσό, η δε δεύτερη ενάγουσα, για τον ίδιο λόγο, το ποσό που 
αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της παραπάνω εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου 
της κατά το χρόνο του ατυχήματος και εκείνου που έλαβε από την πρώτη 
ενάγουσα, δηλαδή 388,55 ευρώ (2.934,70 - 2.546,15). Επειδή, κατ` ακολουθίαν 
των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και να 
υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στις ενάγουσες τα παραπάνω ποσά, 
νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής σε αυτό, δηλαδή από 
13.7.2007, και μέχρις εξοφλήσεως, δεδομένου ότι η επίδοση προς το ίδιο έλαβε 
χώρα με επιμέλεια του Δικαστηρίου στις 12.7.2007 (βλ. το ταυθήμερο 
αποδεικτικό επίδοσης του Νικόλαου Κωσταριά, επιμελητή Δ.Δ.). Τούτο διότι τα 
κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής ως προς τον 
εναγόμενο επέρχονται μόνο από την επίδοσή της σε αυτόν (άρθρο 75 παρ. 2 του 
ΚΔΔ). Ομως το αίτημα των εναγουσών να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινώς 
εκτελεστή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι οι ίδιες δεν επικαλούνται 
ούτε αποδεικνύουν ότι συντρέχουν εν προκειμένω εξαιρετικοί λόγοι, οι οποίοι 
ενδεχομένως να δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο, ή ότι από την επιβράδυνση της 
εκτέλεσης θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη (άρθρο 80 παρ. 3 του ΚΔΔ). Τέλος, 
κατ` εκτίμηση των περιστάσεων, το εναγόμενο πρέπει να απαλλαγεί από τη 
δικαστική δαπάνη των εναγουσών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ως άνω 
Κώδικα).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Δέχεται την αγωγή.

 Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα ποσό δύο 
χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα έξι ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (2.546,15) και 
στη δεύτερη ενάγουσα ποσό τριακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και πενήντα πέντε 
λεπτών (388,55), για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, νομιμοτόκως από 
13.7.2007 και μέχρις εξοφλήσεως.

 Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη των εναγουσών.

 Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28-5-2008, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο 
ακροατήριο του Δικαστηρίου.

Ο  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 (
ΠΗΓΗ :  
Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ