«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Η δίκη των ''Σατανιστών'' στον Άρειο Πάγο

296/1999 ΑΠ (289520)



     ΠΟΙΝΧΡ/1999 (1036)
    Ποινική δικονομία. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Επί συμμετοχής
    περισσοτέρων πρέπει να εξειδικεύεται στην αιτιολογία η δράση του
    καθενός. Περιστατικά. Ανθρωποκτονίες, αντιποίηση δημόσιας εξουσίας,
    παράνομη κατακράτηση, αρπαγή ανηλίκου, καθύβριση θρησκεύματος, σύσταση
    προς διάπραξη κακουργημάτων, βιασμός και απλή συνέργεια σ` αυτόν,
    εμπρησμός δάσους και άμεση συνέργεια σ` αυτόν από τους δύο πρώτους
    κατηγορουμένους και απλή συνέργεια στις ανθρωποκτονίες και αρπαγή
    ανηλίκου κατά συναυτουργία από την τρίτη συγκατηγορούμενη. Τέλεση των
    ανωτέρω εγκλημάτων από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι ενώθηκαν με
    σκοπό την διάπραξη μη προσδιορισμένων κακουργημάτων εφαρμόζοντας τις
    σατανιστικές δοξασίες τους. Ορθή και αιτιολογημένη η απόρριψη
    ελαφρυντικών. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και
    εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων της προσβαλλόμενης καταδικαστικής
    απόφασης.


 
    Αριθμ. 296/1999
 
    Προεδρεύων ο Αντιπρόεδρος Ε. Κρουσταλάκης
    Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Γ. Μπούτσικος
    Εισαγγελεύς Α. Βασιλόπουλος
    Δικηγόροι Ι. Ηρειώτης, Α. Κούγιας, Γ. Γερασίμου, Π. Καταφυγιώτης
 
    Απόσπασμα:........................................................
 
      1. [...]
 
      2. [...]
 
      3. Από τον Ποινικό Κώδικα ορίζεται: 1) Στο άρ. 299 παρ. 1, όπως
    ισχύει μετά την κατάργηση με το άρ. 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 της
    θανατικής ποινής, ότι ... [παρατίθεται η διάταξη]. 2) Στο άρ. 265 παρ.
    1, ότι ... [παρατίθεται η διάταξη]. 3) Στο άρ. 325, ότι .............
    [παρατίθεται η διάταξη]. 4) Στο άρ. 175 παρ. 1, ότι ... [παρατίθεται η
    διάταξη]. 5) Στο άρ. 199, ότι ... [παρατίθεται η διάταξη] από την οποία
    διάταξη προκύπτει, ότι η καθύβριση μπορεί να γίνει άμεσα ή έμμεσα με
    βάναυση και χυδαία έκφραση ή πράξη, προφορικώς ή εγγράφως ή με έργο και
    να αφορά το δόγμα, τα έθιμα ή τα σύμβολα και τα σκεύη λατρείας των
    πιστών, όπως είναι προεχόντως ο σταυρός. 6) Στο άρ. 324 παρ.1, ότι ...
    [παρατίθεται η διάταξη]. 7) Στο άρ. 187 παρ. 1, ότι... [παρατίθεται η
    διάταξη]. 8) Στο άρ. 336 παρ. 1, ότι ... [παρατίθεται η διάταξη]. 9)
    Στο άρ. 45, ότι ... [παρατίθεται η διάταξη] από την οποία διάταξη
    προκύπτει, ότι συναυτουργία είναι η κατόπιν κοινής απόφασης σύμπραξη
    περισσοτέρων ως άμεσων αυτουργών στην εκτέλεση ενός και αυτού
    εγκλήματος με την ενέργεια από καθένα πράξεων συστατικών της
    αντικειμενικής υπόστασης αυτού. 10) Στο άρ. 46 παρ. 1 εδ. β`, ότι ...
    [παρατίθεται η διάταξη]. Και 11) Στο άρ. 47 παρ. 1, ότι ...
    [παρατίθεται η διάταξη]. Από τις διατάξεις αυτές των δύο τελευταίων
    άρθρων προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας
    απαιτείται άμεση εκ δόλου υποστήριξη της κύριας πράξης με άμεσα προς
    αυτή συνδεόμενη βοηθητική ενέργεια στο τελούμενο από τον αυτουργό
    έγκλημα, σε τρόπο ώστε χωρίς αυτή δεν είναι με βεβαιότητα δυνατή η
    εκτέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, ενώ απλή
    συνεργεία συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή
    αποθετική, αλλ` όχι άμεση, που παρέχεται στον αυτουργό με τη θέληση και
    τη γνώση του συνεργού ότι εκείνος τελεί ή θα τελέσει ορισμένο έγκλημα.
 
      Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρ. 93 παρ. 3 του
    Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της
    δικαστικής απόφασης (άρ. 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996), η έλλειψη της
    οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ,
    υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν ... [βλ. ΑΠ
    47/1999, ΠοινΧρ ΜΘ/ll 8]. Επί συμμετοχής περισσοτέρων σο έγκλημα πρέπει
    να εξειδικεύεται στην αιτιολογία η δράση του καθενός. Περαιτέρω, η
    παραπάνω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς
    ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι εκείνοι που τείνουν στην άρση του άδικου
    χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή μείωση της ικανότητας για
    καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.
    Τέλος, κατά τη διάταξη του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, λόγο
    αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της
    ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Κατά την έννοια της
    διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ... [βλ. ΑΠ 47/1999,
    ΠοινΧρ ΜΘ/l18], ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή του, όταν... [βλ. ΑΠ
    47/1999, ΠοινΧρ ΜΘ/l 18].
 
      4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε
    συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία
    επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, καταδικάστηκαν με αυτή Α) οι
    αναιρεσείοντες, α) Α.Κ., σε συνολική ποινή δύο φορές ισόβιας κάθειρξης
    και πρόσκαιρης κάθειρξης 12 ετών και 10 μηνών και β) Ε.Δ., σε συνολική
    ποινή δύο φορές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης 9 ετών και
    10 μηνών, για κατά συναυτουργία τέλεση 1) δύο ανθρωποκτονιών, 2)
    αντιποίησης δημόσιας εξουσίας, 3) παράνομης κατακράτησης, 4) αρπαγής
    ανηλίκου, 5) καθύβρισης θρησκεύματος και 6) σύστασης προς διάπραξη
    κακουργημάτων, προσθέτως δε, 1) για βιασμό, ο Α.Κ. και για απλή
    συνέργεια στην πράξη αυτή ο Ε.Δ. και 2) για εμπρησμό δάσους ο δεύτερος
    και για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή ο πρώτος και B) η κατηγορουμένη
    Δ.Μ., σε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης 17 ετών και 4 μηνών, αφού
    αναγνωρίστηκε σε αυτή η ελαφρυντική περίσταση της μετεφηβικής ηλικίας,
    1) για απλή συνέργεια σε κάθε μία από τις παραπάνω ανθρωποκτονίες και
    2) για κατά συναυτουργία με τους πιο πάνω αναιρεσείοντες τέλεση της
    πράξης της αρπαγής ανηλίκου. Δέχθηκε, δηλαδή, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο,
    κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του, την οποία
    στήριξε στα κατ` είδος αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, ότι
    αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
 
      Ο πρώτος των κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσειόντων, Α.Κ., που γεννήθηκε
    στις 27.5. 1972, είναι γόνος μέσης αστικής οικογένειας. Μετά την, προ
    του έτους 1989, συνταξιοδότηση του πατρός του, έως ταύτης διευθυντού
    οικονομικής εφορίας στην επαρχία, η οικογένεια, εκ των γονέων, του
    πρώτου των κατηγορουμένων και της αδελφής του, εγκαταστάθηκε σε
    ιδιόκτητο οικία, στην Κάντζα Παλλήνης Αττικής, στην οποία ο
    κατηγορούμενος αυτός είχεν διέλθει τα παιδικά του χρόνια. Κατά το έτος
    1989 όταν πλησίαζε την συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας του, ο
    πρώτος των κατηγορουμένων ενεφάνιζε επιβλητική εμφάνιση, είχεν
    ανεπτυγμένες νοητικές ικανότητες, κατείχετο υπό ανησυχίας πνεύματος και
    ήταν εξαιρετικά πειστικός μεταξύ των ομηλίκων του κατά τις μεταξύ τους
    συζητήσεις. Ηρέσκετο στην ακρόαση ορισμένου είδους μουσικής, της "heανy
    metaΙ", οι παράδοξοι στίχοι των τραγουδιών της οποίας τον έθελγον και
    ανεγίγνωσκε περιοδικά και βιβλία αποκρυφιστικού  περιεχομένου. Ο ίδιος
    εκθέτει στην απολογία του ότι κατά τον Μάϊο 1989, όταν δηλαδή
    συνεπλήρωνε το 17ο έτος της ηλικίας του, γνωρίσθηκε σε ενταύθα
    δισκοπωλείο, όπου διεκινούντο κυρίως δίσκοι του άνω είδους μουσικής, με
    έτερο νεαρό, ονόματι Π., ο οποίος αντιληφθείς το ενδιαφέρον του για το
    είδος της μουσικής αυτής, του είπε ότι όσα αναφέρονται στους στίχους
    των τραγουδιών της μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, ότι ακολούθως ο εν
    λόγω Π. τον συνέστησε και σε άλλους ομηλίκους τους και ότι στην
    συνέχεια τον οδήγησε δύο φορές σε κάποια οικία στην Ν. Σμύρνη Αττικής,
    όπου μαζί με άλλα νεαρά άτομα έλαβε μέρος σε αποκρυφιστικές τελετές,
    στις οποίες εγένετο κλήση νεκρών πνευμάτων. Συνεχίζοντας την αφήγησή
    του, στην απολογία του, εκθέτει ο πρώτος των κατηγορουμένων ότι ο εν
    λόγω Π. τον συνέκτησε σε άλλο νεαρό άτομο, με το όνομα Δημήτρης, του
    οποίου ο πατέρας είχε ξενοδοχείο στην Ραφήνα, στο οποίο αυτός
    (κατηγορούμενος) μετέβη αρκετές φορές, εγνώρισε εκεί και άλλα άτομα
    μεταξύ των οποίων και δύο αλλοδαπούς και στο οποίο εγένοντο συζητήσεις
    κυρίως περί σατανισμού. Καταλήγει στο μέρος τούτο της απολογίας του ο
    εν λόγω κατηγορούμενος ότι τελικά εμυήθη στον σατανισμό, μετά πάροδο
    10-15 ημερών από της γνωριμίας του με τον Π.. Τα όσα εκθέτει ο
    κατηγορούμενος περί γνωριμίας του με τον Π. και μυήσεώς του με
    πρωτοβουλία του τελευταίου δεν επιβεβαιώνονται, αλλά αντίθετα
    αντικρούονται από τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα. Από τα μέσα αυτά
    αποδεικνύεται ότι δεν ήταν ο εν λόγω Π. εκείνος που εκίνησε το
    ενδιαφέρον και εισήγαγε τον πρώτο των κατηγορουμένων στον σατανισμό,
    αντίθετα αυτός ήταν εκείνος που αργότερα και μετά από τα όσα συνέβησαν
    στην συνέχεια και εκτίθενται κατωτέρω, παρότρυνε και ενεθάρρυνε τα μέλη
    της σχηματισθείσης, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα, από τον πρώτο των
    κατηγορουμένων ομάδος, να αποχωρήσουν από αυτή και να επανακτήσουν την
    ψυχική τους ηρεμία. Ανεξαρτήτως όμως του ποίος εισήγαγε και εμύησε τον
    πρώτο των κατηγορουμένων στις περί σατανισμού δοξασίες, εκείνο που
    αποδεικνύεται αναμφισβητήτως από τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα, σε
    συνδυασμό και με την απολογία του, είναι ότι αυτός κατά τα τέλη Μαίου
    με αρχές Ιουνίου 1989 ενστερνίσθηκε τις δοξασίες αυτές. Κατά τις
    δοξασίες αυτές, όπως τις συνέλαβαν οι κατηγορούμενοι αλλά και τα λοιπά
    μέλη της σχηματισθείσης στην συνέχεια περί αυτούς ομάδος, υπέρτατος
    άρχων είναι ο σατανάς, ότι αυτός και οι περί αυτόν αξιωματούχοι του
    έχουν την δύναμη να επιλύουν αμέσως και ως διά μαγείας οποιοδήποτε
    πρόβλημα τών σε αυτούς πιστών οπαδών και ότι πρωταρχική αλλά και τελική
    επιδίωξη των τελευταίων είναι η μετάβασή τους, διά μεταλλάξεώς τους και
    άλλης διαστάσεως, στους παραδείσιους τόπους της κυριαρχίας του σατανά.
    Το τελευταίον τούτο θα επετυγχάνεται διά της παροχής προσφορών και
    υπηρεσιών στον σατανά, συνισταμένων εκτός των άλλων και στην προσέλκυση
    νέων πιστών και την ενέργεια αποκρυφιστικών τελετών. Το εντελώς όμως
    επικίνδυνο των δοξασιών αυτών ήταν ότι οι ως ανωτέρω προσφορές, καθώς
    και ανωτάτη προσφορά, προς πραγμάτωση του ρηθέντος σκοπού, εθεωρούντο
    αντιστοίχως η προσφορά προς τον σατανά της ζωής άλλου προσώπου, δηλαδή
    της θανατώσεως υπό των μελών και πιστών τρίτου προσώπου και η τοιαύτη
    ιδίας της ζωής του μέλους και πιστού, είτε διά της, με την συναίνεση
    του, θανατώσεώς του υπό άλλου μέλους είτε διά της αφαιρέσεως της ζωής
    του διά των ιδίων του χειρών.
 
      Από τα ρηθέντα αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν περαιτέρω και τα εξής: Ο
    πρώτος των κατηγορουμένων ευθύς μετά την μύηση του στις περί σατανισμού
    δοξασίες επεδόθη μετά ζήλου στην μύηση και στρατολόγηση μελών σε αυτές
    και τον σχηματισμόν ομάδος. Προς τούτο επλησίασε πρώτη την τρίτη των
    κατηγορουμένων Δ.Μ., κάτοικο, μετά της οικογενείας της στην Κάντζα
    Παλλήνης Αττικής, πλησίον της οικίας αυτού, την οποία εγνώριζε από
    μικράς ηλικίας και η οποία προσεφέρετο προς τούτο και λόγω της
    γνωριμίας της με αυτόν και λόγω του ανωρίμου της, ως εκ της μικράς
    ηλικίας της (ήγεν τότε αυτή το 16ον έτος της ηλικίας της) και του
    χαμηλού επιπέδου μορφώσεώς της. Αυτή συνεδέετο συναισθηματικώς τότε
    μετά του δευτέρου των κατηγορουμένων Ε.Δ.. Ο πρώτος των κατηγορουμένων
    επέτυχε ευκόλως να διασπάσει τον δεσμό αυτόν, να συνδεθεί αυτός
    ερωτικώς μετά της εν λόγω συγκατηγορουμένης του και να μυήσει αυτήν
    εντός του μηνός Ιουνίου 1989 στις άνω περί σατανισμού δοξασίες.
    Ακολούθως αμφότεροι ανεζήτησαν τον επόμενο προσήλυτο. Ως ο πιο
    κατάλληλος κρίθηκε ο δεύτερος των κατηγορουμένων, τον οποίο έφερε σε
    επαφή με τον πρώτο, η τρίτη από αυτούς. Πράγματι ο πρώτος των
    κατηγορουμένων ανέπτυξε μετά πειστικότητος στον δεύτερο από αυτούς,
    γεννηθέντα την 9.4.1974, τας περί σατανισμού δοξασίας του και την εκ
    του ενστερνισμού αυτών απόκτηση δυνάμεως και ανέτου ζωής και επέτυχε
    ευκόλως την εις αυτός κατά το τέλος του μηνός Ιουνίου 1989 μύηση και
    προσχώρηση αυτού (δευτέρου των κατηγορουμένων), ο οποίος στη συνέχεια
    επέδειξε μεγάλο ζήλο και ενεργητικότητα, τόσο για την δική του
    κατάρτιση και προώθηση στην κλίμακα της ιεραρχίας των σατανιστών, όσον
    και διά την προσέκλυση νέων οπαδών. Οι τρεις αυτοί και λόγω της από
    αρχήθεν συμμετοχής τους και λόγω του ιδιαίτερου ζήλου,  ενδιαφέροντος
    και προσδοκίας υψηλών αμοιβών, αποτέλεσαν τον ηγετικό και αδιάσπαστο
    πυρήνα της σχηματισθείσης στην συνέχεια ομάδος, από άτομα νεαρωτάτης
    ηλικίας, μικράς μορφώσεως και μεγίστης αφελείας. Ο σχηματισμός της
    ομάδος έγινε με πρωτοβουλία και υπό τις οδηγίες και ενέργειες του
    πρώτου των κατηγορουμένων και την απόλυτη συμπαράσταση και βοήθεια των
    λοιπών. Στρατολογήθηκαν δε κυρίως άτομα, τα οποία  συνεδέοντο για
    διαφόρους λόγους με κάποιο από τους δεύτερο και τρίτη των
    κατηγορουμένων, αλλά και κατά μικρό μέρος, και άλλα τα οποία τυχαίως
    προσήλκυσε ο πρώτος από αυτούς. Οι δεύτερος και τρίτη των
    κατηγορουμένων, μετά τις προς αυτούς προτροπές του πρώτου, προέτειναν
    κάποιο, εκ των γνωστών τους, άτομο και κατόπιν της εγκρίσεώς του από
    τον πρώτο, το έφεραν σε επαφή με αυτόν, συνήθως στην οικία αυτού.`Οπου
    το δωμάτιο του είχεν διακοσμηθεί καταλλήλως από αυτόν, με απεικονίσεις
    του σατανά, παραδόξους εικόνας, εξώφυλλα σχετικών περιοδικών και
    βιβλίων, ώστε να δημιουργείται ατμόσφαιρα επιβλητική και να είναι
    βέβαιος ο εντυπωσιασμός των προσερχομένων. Ο πρώτος των κατηγορουμένων
    ανέπτυσσε στα προς μύηση άτομα τας περί σατανισμού δοξασίας, τας εκ της
    αποδοχής των δοξασιών τούτων μεγάλας ωφελείας, οι οποίες θα προέκυπταν
    για τον μυούμενο, και διά να ενισχύσει την  "αλήθειαν" των αφηγουμένων,
    ιδία τα περί δυνάμεως, την οποία αποκτά ο δεχόμενος την μύηση και
    ασπαζόμενος τις δοξασίες αυτές, προέβαινε σε επίδειξη της δυνάμεως, την
    οποία είχε αποκτήσει αυτός, διά της πραγματοποιήσεως "κατορθωμάτων"
    αδυνάτων στον κοινό άνθρωπο, όπως διά της εξαγωγής αλατιού από την
    παλάμη του, την μεταμόρφωσή του σε δαίμονα και άλλο. Επρόκειτο βέβαια
    περί τεχνασμάτων, ως και ο ίδιος τώρα στην απολογία του εκθέτει, τα
    οποία είχε διδαχθεί και είναι εκ των πλέον κοινών στους περί ταύτα
    ασχολουμένους ταχυδακτυλουργούς και μίμους. Πλέον τούτων ο πρώτος των
    κατηγορουμένων εντυπωσίαζε τα προς μύηση πρόσωπα, με την αφήγηση
    περιστατικών από την ζωή τους και την πρόβλεψη των όσων έμμελαν να
    συμβούν. Απέδιδε δε την ικανότητά του αυτή στην δύναμη, την οποία είχεν
    αποκτήσει εκ της προσχωρήσεώς του στον σατανισμό. Στην πραγματικότητα
    την δυνατότητα αφηγήσεως των συμβεβηκάτων είχε αποκτήσει ο πρώτος των
    κατηγορουμένων από την συλλογή από αυτόν και τους λοιπούς πληροφοριών
    σχετικών με τον προσηλυτιζόμενο.
 
      Με τα μέσα αυτά αλλά και την επιβλητικότητα της παράστασής του και το
    χάρισμα της πειθούς που διέθετε, ο πρώτος των κατηγορουμένων επετύγχανε
    τον προσηλυτισμό και την μύηση των τρίτων στις περί σατανισμού
    δοξασίες, δι` αποδοχής τούτων από τους τελευταίους. Ελάμβανε δε χώρα
    και σχετική τελετή μυήσεως. Αλλα των μυηθέντων άτομα ανεύρε τυχαίως ο
    πρώτος των κατηγορουμένων είτε σε καταστήματα, στα οποία διακινούνται
    σχετικά με τον σατανισμό βιβλία και περιοδικά ως και δίσκοι του
    ρηθέντος είδους μουσικής, είτε κατ` άλλο, συμπτωματικό τρόπο.`Ετσι
    δηλαδή δι` αμφοτέρων των ρηθέντων τρόπων εμυήθησαν στις περί σατανισμού
    δοξασίες και απετέλεσαν μέλη της ομάδος οι, B.Α., η οποία συνεδέθη
    ερωτικώς με τον δεύτερο των κατηγορουμένων και, ο οποίος την έφερε σε
    επαφή με τον πρώτο, αδελφές Μ. και Α.Ρ., οι οποίες ήλθαν σε επαφή με
    τον πρώτο των κατηγορουμένων, με την μεσολάβηση των δευτέρου από αυτούς
    και B.Α., B.Μ., τον οποίο εγνώρισε ο πρώτος των κατηγορουμένων σε
    λεωφορείο της γραμμής, που χρησιμοποιούσαν συχνά και οι δύο για την
    μετάβασή τους στις σχολές φοιτήσεώς τους, Γ.Α., με τον οποίο ο πρώτος
    των κατηγορουμένων γνωρίσθηκε με αφορμή αγγελία αυτού στις εφημερίδες
    περί πωλήσεως συστημάτων για ηλεκτρονικούς  υπολογιστές, Χ.Ζ., ο οποίος
    ήλθε σε επαφή με τον πρώτο των κατηγορουμένων με την μεσολάβηση του
    φίλου τού δευτέρου από αυτούς, Σ.Ν., η οποία ήλθε σε επαφή με τον πρώτο
    των κατηγορουμένων μέσω της τρίτης από αυτούς, η οποία φοιτούσε με την
    αδελφή αυτής (Ν.) στην ίδια σχολή κομμωτικής. Μετά την συγκρότησή της η
    ομάδα, με πρωτοβουλία του πρώτου των  κατηγορουμένων, συνεπικουρούμενου
    μετ` ιδιαιτέρου ζήλου και ενεργητικότητας από τους λοιπούς, επιδόθηκε
    στην προσφορά υπηρεσιών στο σατανά, διά της ενεργείας τελετών, στις
    οποίες μετείχαν είτε όλοι, είτε ορισμένα των μελών, κατά τις οποίες
    ηνάπτοντο κυρία, εχρησιμοποιείτο κάποια πεντάλφα, ενεδύοντο τα άρρενα
    μέλη με διαφόρων ειδών μανδύες, ανεγιγνώσκοντο διάφορα ακατάληπτα, στην
    λατινική γλώσσα, κείμενα και συμμετείχαν εντελώς γυμνά τα θήλεα μέλη.
    Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων
    εκμεταλλευόμενος την αφέλεια και το νεαρό της ηλικίας των θηλέων μελών,
    δεν παρέλειπε, προφασιζόμενος ότι τούτο αποτελεί επιταγή του σατανά και
    των αρχαίων και νεωτέρων αυτού δαιμόνων, να έρχεται κατά το δοκούν σε
    σεξουαλική επαφή μετά των μελών αυτών (θηλέων) κατά φύση και παρά φύση.
 
      Μετά ταύτα και κατά το θέρος του έτους 1992, όταν δηλαδή όλοι οι
    κατηγορούμενοι είχαν συμπληρώσει το 17ον έτος της ηλικίας τους και
    συνεπώς ήταν ποινικώς ενήλικοι, οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων
    έκριναν ότι είχε επιστεί ο χρόνος να προχωρήσουν στην προσφορά
    μεγαλυτέρας υπηρεσίας προς τον άρχοντα σατανά και δη να θυσιάσουν τρίτο
    άτομο και να προσφέρουν σε αυτόν την ζωήν του, δηλαδή να προβούν στην
    τέλεση ανθρωποκτονίας. Τούτο συναπεφάσισαν οι κατηγορούμενοι αυτοί σε
    συνάντησή τους, κατά τα τέλη του μηνός Ιουλίου 1992, στην εξοχική
    κατοικία του πατρός του πρώτου από αυτούς στην Ερέτρια Ευβοίας. Μετά
    την επάνοδό τους στην Αθήνα ανακοίνωσαν αμέσως τα συναποφασισθέντα στην
    τρίτη των κατηγορουμένων, η οποία ασμένως απεδέχθη ταύτα και
    προθυμοποιήθηκε για την παροχή οποιασδήποτε συνδρομής και την καθ`
    οιονδήποτε βαθμόν συμμετοχής της προς πραγμάτωσή τους. Κατόπιν πάντες
    συνεσκέφθησαν περί του προσώπου το οποίον θα εθανάτωναν και του τρόπου,
    με τον οποίον θα επετύγχανον τούτον. Ως το ιδανικότερο θύμα προκρίθη, η
    άγουσα το 15ον έτος της ηλικίας της Θ.Σ., ως εκ της μικράς ηλικίας της
    και της εκ τούτου προσδοκωμένης μικράς έως ελαχίστης αντιστάσεώς της
    και του πανάγνου αυτής κατά την ψυχή και το σώμα φίλη, των αδελφών Ρ.
    Προς τούτο ο πρώτος των κατηγορουμένων ήλθε σε επαφή μετά των αδελφών
    Ρ. κατά τις αρχές Αυγούστου 1992 και ζήτησε από αυτές να του γνωρίσουν
    την εν λόγω Θ.Σ.. Αυτός απέκρυψε από τις αδελφές Ρ. τον αληθή σκοπό
    αυτού και των συγκατηγορουμένων του και προφασίστηκε ότι επεδίωκε την
    μετά της Δ.Σ. επαφή για να προσηλυτίσει αυτήν στον σατανισμό και να την
    εντάξει στην ομάδα. Τούτο άλλωστε, δηλαδή την απαίτηση προς τα μέλη της
    ομάδας να προσελκύσουν και άλλους για τον προσηλυτισμό τους από αυτόν
    και την ένταξή τους στην ομάδα, είχεν πράξει και στο παρελθόν, αυτή
    όμως την φορά ήταν, ενόψει του προεκτεθέντος αληθούς σκοπού  αυτού και
    των συγκατηγορουμένων του, ιδιαίτερα πιεστικός προς τις αδελφές Ρ. Η
    από αυτές Μ. υπείκουσα στην εντολή του πρώτου των κατηγορουμένων
    εκάλεσε τηλεφωνικώς την οικίαν Σ. και της απήντησε στο τηλέφωνο η ως
    μάρτυς, ανωμοτί ως εκ της ιδιότητός της πολιτικώς εναγούσης,
    εξετασθείσα, Α.Σ. Η Μ.Ρ. εζήτησε να συνομιλήσει από του τηλεφώνου με
    την Θ.Σ., πλην η εν λόγω μάρτυς της απήντησε ότι αυτή (Θ.) απουσίαζε σε
    διακοπές στην Κρήτη, πράγμα που ήταν αληθές. Παρά ταύτα η Μ.Ρ., λόγω
    της εντόνου προς αυτήν πιέσεως του πρώτου των κατηγορουμένων, επέμεινε
    λέγουσα ότι η μετά της Θ. επικοινωνία ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου.
    Τούτο λεχθέν υπ` αυτής εν αγνοία της πραγματικότητος από αυτήν και την
    λαβούσα την τηλεφωνική κλήση ως άνω μάρτυρα, ήταν δυστυχώς αληθές, ως
    κατωτέρω θα εκτεθεί. Μετά ταύτα η ως άνω μάρτυς επεκοινώνησε
    τηλεφωνικώς μετά της μικράς αδελφής της (Θ.) στην Κρήτη και  ενημέρωσε
    αυτήν περί της αναζητήσεώς της από την Μ.Ρ.
 
      Μετά την επιστροφή της από την Κρήτη στις 12 Αυγούστου 1992 η Θ.Σ.
    συνηντήθη με τις αδελφές Ρ., οι οποίες προσεκάλεσαν αυτήν να τις
    επισκεφθεί στην οικία τους την 15ην Αυγούστου, ημέρα της εορτής της
    Μ.Ρ.. Τούτο έπραξαν κατόπιν εντολής του πρώτου των συγκατηγορουμένων
    του, ο οποίος εσκόπει, κατά το κοινό σχέδιο αυτού και των
    συγκατηγορουμένων του, στην γνωριμία μετά της Θ.Σ., την παραπλάνηση
    αυτής και την θανάτωσή της. Πράγματι την 15ην Αυγούστου 1992 η Θ.Σ.
    μετέβη στην οικία των αδελφών Ρ., που βρίσκεται, ως και η ιδική της
    οικία, στην περιοχή Αμπελοκήπων των Αθηνών. Από την οικία απουσίαζε η
    μετ` αυτών συνοικούσα μητέρα των αδελφών Ρ., ευρίσκετο όμως σε αυτή ο
    πρώτος των κατηγορουμένων Α.Κ., τον οποίο οι αδελφές Ρ. συνέστησαν στη
    Θ.Σ. ως φοιτητή της ψυχολογίας και άτομον με εξειδιασμένες ικανότητες,
    το οποίον μπορεί να δώσει λύσεις σε οποιοδήποτε πρόβλημά της. Ο πρώτος
    των κατηγορουμένων μετά την γνωριμία του μετά της Θ.Σ. απεμόνωσε αυτή
    σε δωμάτιον της οικίας, όπου το μεν διηγήθηκε σε αυτήν συμβάντα της
    ζωής της, τα οποία βεβαίως είχε φροντίσει να πληροφορηθεί εκ των
    υστέρων από τις αδελφές Ρ.. το δε ομίλησε σε αυτήν περί λευκής μαγείας
    και προέβλεψε με την χρήση και των παιγνιοχάρτων λαμπρό το μέλλον αυτής
    και ευμενή και κατά τις επιθυμίες της λύση των προβλημάτων που την
    απασχολούσαν και έτσι επέτυχε, εκμεταλλευόμενος και το επιβλητικό
    παρουσιαστικό του και την πειστικότητά του, ν` αποκτήσει την
    εμπιστοσύνη αυτής. Ανοίχθηκε έτσι η οδός που θα οδηγούσε στην
    πραγμάτωση του σχεδίου των κατηγορουμένων και την απώλεια της ζωής της
    ευπίστου, ως εκ της ηλικίας της και της αγνότητος των αισθημάτων της
    παιδίσκης.
 
      Στην συνέχεια ο πρώτος των κατηγορουμένων εζήτησε από τις αδελφές Ρ.
    να οδηγήσουν την Θ.Σ. τις απογευματινές ώρες της 27/8/1992 σε καφετέρια
    της περιοχής πλησίον του εκείσε πάρκου της Χωροφυλακής και ακολούθως
    στο πάρκο τούτο. Πράγματι τις απογευματινές ώρες της 27/8/1992 οι
    αδελφές Ρ. μετέβησαν μετά της ανυπόπτου και αδόλου παιδίσκης (Θ.Σ.)
    στην εν λόγω καφετέρια και ακολούθως μετά πάροδο ολίγης ώρας στο πάρκο
    της Χωροφυλακής, όπου ανέμεναν αυτούς άπαντες οι κατηγορούμενοι. Εκεί ο
    πρώτος των κατηγορουμένων απεμόνωσε και πάλιν την Θ.Σ. σε κάποιο
    παγκάκι, ανέπτυξε σε αυτήν, μετά μεγίστης πειθούς τις περί σατανισμού
    θεωρίες του, την εκ του ενστερνισμού αυτών μεγάλην ωφέλεια των
    μυουμένων και εζήτησε από αυτήν να τον ακολουθήσει σε κατάλληλο μέρος
    και εκεί να μυηθεί και να καταστεί μέλος της ομάδας. Η παιδίσκη ευρέθη
    σε αμηχανία και εταλαντεύθη ως προς την λήψη αποφάσεως, τόσον διότι
    πάντα τα όσα διηγήθηκε σε αυτήν ο πρώτος των κατηγορουμένων την
    εξένισαν και της εδημιούργησαν φόβο, ως ήτο φυσικό, όσο και διότι είχεν
    παρέλθει η ώρα και έπρεπε να επιστρέψει στην οικία της. Εις το σημείο
    τούτο παρενέβη για να παράσχει την συνδρομή της στην  πραγμάτωση του
    εγκληματικού σχεδίου η τρίτη των κατηγορουμένων Δ.Μ.. Αυτή καθησύχασε
    την ανήλικο Θ., ότι ουδέν έχει να φοβηθεί και ότι αυτή θα είναι παρά το
    πλευρό της, δεδομένου ότι θα μετέβαινε και αυτή μετά των λοιπών
    κατηγορουμένων και εκείνης (Θ.) στον τόπο της μυήσεως.`Ετσι επείσθη η
    ανήλικος να ακολουθήσει τους δύο πρώτους των κατηγορουμένων. `Ολοι,
    κατηγορούμενοι και ανήλικος, επεβιβάσθησαν στο αυτοκίνητο του πρώτου
    των κατηγορουμένων, το οποίο οδηγούσε αυτός. Παραπλεύρως αυτού εκάθητο
    ο δεύτερος των κατηγορουμένων και στο πίσω κάθισμα η τρίτη των
    κατηγορουμένων και η ανήλικος.
 
      Κατηυθύνθησαν προς την περιοχή Κορωπίου Αττικής, εις ερημική
    τοποθεσία της οποίας, με την ονομασία "ΣΕΣΙ", εσκόπευαν οι
    κατηγορούμενοι να πραγματώσουν το εγκληματικό τους σχέδιο. Πριν φθάσουν
    στην ερημική αυτή τοποθεσία ο δεύτερος των κατηγορουμένων κατήλθε του
    αυτοκινήτου και προμηθεύτηκε από πρατήριο υγρών καυσίμων δοχείο
    βενζίνης, όπως είχε προαποφασισθεί μεταξύ αυτού και του πρώτου, για να
    θέσει πυρ μετά την πραγμάτωση του εγκληματικού τους σχεδίου και να
    εξαφανίσει έτσι κάθε ίχνος της εγκληματικής τους δραστηριότητος.
    Μάλιστα για να μην υπάρξει κάποιο αποδεικτικό μέσο περί της εκείσε
    διελεύσεώς τους και δη είτε άλλος τρίτος, είτε κάποιος από το πρατήριο
    υγρών καυσίμων, ο οποίος θα αντελαμβάνετο το αυτοκίνητο και θα ηδύνατο,
    εκ της τυχόν συγκρατήσεως του αριθμού κυκλοφορίας του, να καταθέσει
    αργότερα περί της εκείσε διελεύσεώς του, ο πρώτος των  κατηγορουμένων
    εστάθμευσε τούτο εις ικανή απόσταση, 500 περίπου μέτρων, από του
    πρατηρίου καυσίμων και ο δεύτερος των κατηγορουμένων επραγματοποίησε
    πεζός την διαδρομή μεταβάσεώς του σε τούτο (πρατήριο) και επιστροφής
    του στο αυτοκίνητο.`Οταν έφθασαν στην ως άνω ερημική τοποθεσία είχε ήδη
    νυκτώσει. Η ερημική αυτή τοποθεσία ευρίσκετο σε απόσταση δύο περίπου
    χιλιομέτρων από την κεντρική ασφαλτοστρωμένη οδό της περιοχής Κορωπίου,
    είναι ανωφερής και δύσβατος, εκαλύπτετο από πεύκα και θάμνους, σε αραιή
    βλάστηση και οδηγεί σε αυτή δύσβατος χωματόδρομος. Ο πρώτος των
    κατηγορουμένων οδήγησε το αυτοκίνητο διά του χωματόδρομου και όταν
    έφθασε στην ρηθείσα ερημική τοποθεσία επραγματοποίησε ελιγμό
    αναστροφής, ώστε το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου να ευρίσκεται στην
    κατεύθυνση της επιστροφής. Τούτο για να καταστεί δυνατή η ευχερής και
    άμεση απομάκρυνση αυτού και των συγκατηγορουμένων του εκ της περιοχής,
    μετά την τέλεση των όσων εσκόπουν να πράξουν κυρίως για να μην υπάρξει
    κίνδυνος για την ζωή τους εκ της πυρκαϊάς, που εσκόπουν να θέσουν. Μετά
    την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου κατήλθον αυτού άπαντες οι
    επιβαίνοντες και οι τρεις κατηγορούμενοι οδήγησαν την ανήλικον Θ.Σ.,
    από δύσβατο και ανωφερές μονοπάτι, σε μικρό πλάτωμα της ρηθείσης
    τοποθεσίας. Εκεί η τρίτη των κατηγορουμένων αφού καθησύχασε και πάλιν
    την ανήλικο ότι δεν έχει να φοβείται τίποτε και ότι το μόνον που
    επρόκειτο να γίνει ήταν να λάβει χώραν ανώδυνη δι` αυτήν τελετή μυήσεώς
    της, απεχώρησε και επέστρεψε στην θέση όπου ευρίσκετο σταθμευμένο το
    αυτοκίνητο, για να παρακολουθεί κατά τα προαποφασισθέντα μεταξύ αυτής
    και των συγκατηγορουμένων της, την πέριξ της τοποθεσίας περιοχή. Μετά
    ταύτα οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων λαβόντες ανά χείρας ευμεγέθεις
    ράβδους ξύλου άρχισαν να κτυπούν με αυτές την ρηθείσα παιδίσκη στην
    κεφαλή και το σώμα, με σκοπό να επιφέρουν με τον τρόπο αυτό την
    θανάτωσή της. Η ατυχής παιδίσκη αντιληφθείσα πλέον τον σκοπό των δύο
    πρώτων των κατηγορουμένων ικέτευσε κλαίουσα αυτούς να φεισθούν της ζωής
    της, προσφερόμενη στο να πράξει οτιδήποτε ήθελαν αυτοί και να
    ικανοποιήσει οποιαδήποτε άλλη επιθυμία τους. Οι κατηγορούμενοι αυτοί
    ουδεμία έδωσαν σημασία στους κλαυθμούς και τας ικεσίας της ανηλίκου
    Θ.Σ., αλλά συνέχισαν τα διά των ξυλίνων ράβδων πλήγματα μετά μεγάλης
    δυνάμεως, μέχρις ότου αυτή κατέπεσε υπτία επί του εδάφους. Στην
    συνέχεια οι κατηγορούμενοι αυτοί επλησίασαν την παιδίσκη και αφού την
    εξήτασαν αντελήφθησαν ότι αυτή, παρά τον καταιγισμό των πληγμάτων,
    ευρίσκετο ακόμη στην ζωή. Κατόπιν τούτου αμφότεροι διά των χειρών τους
    απέφραξαν τις αεροφόρους οδούς αυτής, μύτη και στόμα, για ικανό χρονικό
    διάστημα, μέχρις ότου επέφεραν τον δι` ασφυξίας θάνατό της, γεγονός το
    οποίον ήθελαν και επεδίωκαν, ως αποτέλεσμα της ενεργείας τους αυτής.
    `Ετσι πραγμάτωσαν κατά τρόπο βάρβαρο και ανάλγητο εκείνο, το οποίο
    είχαν προαποφασίσει, δηλαδή την θανάτωση της ατυχούς, πανάγνου και υπό
    παιδικής αφελείας, ως εκ της ηλικίας της, διακρινομένης Θ.Σ.
 
      Αναλγησία δε επέδειξε και κατά την τέλεση της μετ` ιδιαζούσης
    σκληρότητος πραχθείσης πράξεως ταύτης και η τρίτη των κατηγορουμένων, η
    οποία καίτοι ήκουε τους ήχους των καταφερομένων στην παιδίσκη πληγμάτων
    και τον κλαυθμό και τις ικεσίες αυτής, ουδόλως συνεκινήθη, αλλά το
    μόνον που έπραξε ήταν να έχει εντεταμένη την προσοχή της στην
    κατόπτευση της περιοχής, ώστε οι συγκατηγορούμενοί της να διαπράξουν
    ακωλύτως και ακινδύνως το έγκλημά τους. Αυτή προέβη στην εν λόγω
    ενέργειά της (κατόπτευση της γύρω περιοχής) για να ειδοποιήσει εγκαίρως
    τους συγκατηγορουμένους τους, αν επεσήμαινε οτιδήποτε, το οποίο θα
    ηδύνατο να οδηγήσει σε ματαίωση της πράξεως ή σε κίνδυνο αποκαλύψεως
    αυτής, καταδιώξεως και συλλήψεως των δραστών και ιδίως την παρουσία
    οποιουδήποτε τρίτου, είτε άλλου τινός, είτε οργάνου της τάξεως, ώστε
    αυτοί να λάβουν τα ενδεικνυόμενα, αναλόγως της περιστάσεως, μέτρα και
    δη είτε να παύσουν προς καιρό και δη της άρσεως οποιασδήποτε
    δημιουργούσης εμποδίου ή κινδύνου καταστάσεως, την δράση τους και να
    αποκρυβούν, επιβάλλοντες άμα εις εαυτούς και το θύμα τους σιωπή, είτε
    αν παρίστατο ανάγκη, να απομακρυνθούν εγκαίρως και ν` αποφύγουν τυχόν
    καταδίωξη και σύλληψή τους. Ταύτα δε έπραξε εν γνώσει της τελέσεως της
    άνω πράξεως, της ανθρωποκτονίας δηλαδή της Θ.Σ. και διά να συνδράμει
    τους συγκατηγορουμένους της στην τέλεση αυτής.
 
      `Οταν οι τελευταίοι (1ος και 2ος κατηγορουμένων) επραγμάτωσαν τον
    ρηθέντα σκοπό τους (θάνατο της Θ.Σ.) επεδόθησαν στην συγκάλυψη της
    πράξεώς τους, διά της εξαφανίσεως οποιουδήποτε ίχνους αυτής. Προς τούτο
    ο πρώτος από αυτούς (Α.Κ.) περιέβρεξε διά της κατά τα προεκτεθέντα,
    προμηθευθείσης βενζίνης το πτώμα και του γύρω του πτώματος της
    παιδίσκης χώρο, ο δε δεύτερος (Ε.Δ.) έθεσε με τον αναπτήρα του πυρ στην
    επί του πλατώματος και γύρω από το πτώμα δασική έκταση, η οποία ήταν
    πλέον κατάλληλη για την πρόκληση πυρκαιάς, ως εκ της διαβροχής της με
    βενζίνη. Πράγματι αμέσως προκλήθηκε πυρκαιά, συνεπεία της οποίας οι εν
    λόγω κατηγορούμενοι αναγκάσθηκαν να απομακρυνθούν δρομαίως εκ του τόπου
    αυτής και να μεταβούν στο αυτοκίνητο του πρώτου. Ευθύς ως επεβιβάσθησαν
    τούτου ο πρώτος των κατηγορουμένων έθεσε αυτό σε κίνηση και πάντες οι
    κατηγορούμενοι απεμακρύνθησαν εν τάχει διά του αυτοκινήτου από την
    καιόμενη πλέον ως άνω τοποθεσία και αφού κατά την διαδρομή πέταξαν σε
    ερημικές θέσεις τα ενδύματα και κοσμήματα του άνω θύματός τους, που
    είχαν αφαιρέσει προηγουμένως, μετέβησαν ήρεμοι και ικανοποιημένοι για
    τα υπ` αυτών τελεσθέντα στην οικία τους ο καθένας, όπου και
    διανυκτέρευσαν. Την επομένη πρωϊα οι τρεις κατηγορούμενοι μετέβησαν και
    πάλιν στον τόπο του εγκλήματός τους και της πυρκαιάς, η οποία
    απεσβέννυτο από προστρέξαντες άνδρες της πυροσβεστικής υπηρεσίας και
    επλησίασαν, μεταξύ άλλων προστρεξάντων εκ περιεργείας, όσον ηδύναντο
    και τους επετρέπετο στον τόπο του εγκλήματος, για να βεβαιωθούν περί
    της εξαλείψεως των ιχνών της πράξεώς τους. `Οντως δε είχαν εξαλειφθεί
    τα ίχνη του εγκλήματος, δεδομένου ότι το πτώμα της ατυχούς παιδίσκης
    είχε αποτεφρωθεί και απέμεινε μόνον το γεγυμνωμένο κρανίο της, το οποίο
    και ανευρέθη πολύ αργότερα, μετά την αποκάλυψη της εγκληματικής
    δραστηριότητος των κατηγορουμένων και μετ` επισταμένας ερεύνας και το
    οποίον τότε δεν διεκρίνετο εν μέσω των υπολλειμμάτων της πυρκαιάς και
    ουδείς άλλωστε ανεζήτησε τοιούτον τι εύρημα, αφού ουδείς τότε πλην των
    κατηγορουμένων εγνώριζε οτιδήποτε περί των εκείσε διαδραματισθέντων.
 
      Οι κατηγορούμενοι ηρωτήθησαν μετά ταύτα υπό των πλησιεστέρων προς
    αυτούς μελών της ομάδος, αδελφών Ρ. και B.Α., περί της εκβάσεως της
    εξόδου αυτών μετά της Θ.Σ. και της μυήσεως αυτής, πλην οι
    κατηγορούμενοι απέκρυψαντα διαδραματισθέντα και εδήλωσαν ψευδώς προς
    αυτά (εν λόγω μέλη της ομάδος) ότι η ατυχής παιδίσκη μετέγνωσε και δεν
    εδέχθη να μυηθεί και άτι αυτή απεσύρθη σε μοναστήριο. Βέβαια τούτο ήταν
    αυτόχρημα αστείο και δεν εγένετο πιστευτό από τις αδελφές Ρ. και την
    B.Α., οι οποίες και κατάλαβαν τι είχε συμβεί, δηλαδή, ότι η Θ.Σ. είχε
    θανατωθεί. Αλλωστε τούτο επεβεβαίωσε στην B.Α., ο μετά του οποίου αυτή
    συνεδέετο ερωτικώς δεύτερος των κατηγορουμένων, ο οποίος είπε εις αυτήν
    κατά τον μήνα Δεκέμβριο 1992 ότι αυτός και ο πρώτος των κατηγορουμένων
    σκότωσαν τη Θ.Σ. Παρά ταύτα οι εν λόγω αδελφές Ρ. και B.Α, κράτησαν
    ερμητικώς κλειστό το στόμα, παρά τας πιέσεις που εδέχθησαν για την
    αποκάλυψη της αλήθειας, από τους οικείους της  δολοφονηθείσης και τις
    αρμόδιες αστυνομικές αρχές.
 
      Την νύκτα της 27/8 προς 28/8/1992 η ατυχής άνω παιδίσκη δεν επέστρεψε
    στην οικία της, ως εικός, αφού είχε θανατωθεί περί την 10η νυκτερινή
    ώρα της 27ης από τους δύο πρώτους των κατηγορουμένων. Οι οικείοι της,
    χήρα μητέρα της και αδελφές της, οι παραστάσες ως πολιτικώς ενάγουσες,
    κατελήφθησαν από έντονη ανησυχία και ήρξαντο αμέσως τις αναζητήσεις
    προς ανεύρεσή της. Εγνώριζε ότι η θυγάτηρ και αδελφή τους επρόκειτο να
    συναντηθεί τις απογευματινές ώρες της 27/8 με τις αδελφές Ρ., γι` αυτό
    και επικοινώνησαν αμέσως με αυτές, για να ζητήσουν πληροφορίες σχετικά
    με την εξαφάνιση της ανηλίκου Θ. Επίσης ανέφεραν τα της εξαφανίσεως
    αυτής στις αστυνομικές αρχές ως και τα όσα εγνώριζαν περί των κινήσεών
    της έως της εξαφανίσεώς της. Τόσο όμως οι αδελφές Ρ., όσο και η B.Α., η
    οποία και αυτή εκλήθη από τις αστυνομικές αρχές, όχι μόνον δεν έδωσαν,
    παρά τις επανειλημμένες πιεστικές οχλήσεις των πολιτικώς εναγουσών και
    των αστυνομικών αρχών, την παραμικρά πληροφορία περί των συμβεβηκάτων,
    τουλάχιστον την οπωσδήποτε γνωστή σε αυτές πληροφορία ότι η ανήλικος
    επεβιβάσθη του αυτοκινήτου του πρώτου των κατηγορουμένων, μετ` αυτού
    και των λοιπών από αυτούς και ανεχώρησε προς την ως άνω ερημική
    τοποθεσία, αλλά αρνήθηκαν και ότι συναντήθηκαν τις απογευματινές ώρες
    της άνω ημέρας μετά της ανηλίκου. Βέβαια οι άνω οικείοι της παθούσης
    ανηλίκου δεν επείσθησαν στα ψεύδη των αδελφών Ρ. και B.Α, και ουδ` επί
    στιγμή σταμάτησαν τις προσπάθειες προς διαπίστωση της τύχης του
    μικροτέρου και πλέον προσφιλούς μέλους της  οικογενείας τους, στις
    προσπάθειες δε αυτών και του επικουρήσαντος αυτές Θ.Σ., εξετασθέντος ως
    μάρτυρος, οφείλεται, ως κατωτέρω θα εκτεθεί, η αποκάλυψη της
    εγκληματικής δραστηριότητος των κατηγορουμένων και η εξάρθρωση της
    ομάδος.
 
      Αφού οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις εξελίξεις
    ησύχασαν ότι δεν επρόκειτο να αποκαλυφθεί η εγκληματική τους
    δραστηριότητα, ως εκ του τείχους σιωπής που ύψωσαν οι αδελφές Ρ. και
    B.Α., προέβησαν, μετά πάροδον ολίγου χρόνου, στον σχεδιασμό νέας
    εγκληματικής ενεργείας. `Ετσι κατά τις αρχές του έτους 1993, σε μη
    επακριβώς διακριβωθέντα χρόνον, πάντως προ του μηνός Μαρτίου,
    απεφάσισαν τη θυσία, δηλαδή την ανθρωποκτονία της εξαδέλφης της τρίτης
    από αυτούς Κ.Χ. Πράγματι με πρωτοβουλία της τρίτης των  κατηγορουμένων,
    η οποία είχε κανονίσει τη συνάντηση, οι τρεις κατηγορούμενοι τις
    απογευματινές ώρες της ημέρας τινός του ρηθέντος χρονικού διαστήματος
    (αρχών έτους 1993), παρέλαβαν, με το αυτοκίνητο του πρώτου από αυτούς,
    την άνω εξαδέλφη της τρίτης, εκ του σχολείου της, στην Δάφνη Αττικής.
    Στην συνέχεια την οδήγησαν στην οικία του πρώτου των κατηγορουμένων,
    όπου και παρέμειναν αρκετή ώρα, αναμένοντες την έλευση της νυκτός. Εκεί
    ήλθε και συνήντησε αυτούς ο Χ.Ζ., μέλος της ομάδος και
    συγκατηγορούμενος πρωτοδίκως.`Οταν ενύκτωσε όλοι επιβιβάσθηκαν του
    αυτοκινήτου του πρώτου των κατηγορουμένων, ο οποίος το οδήγησε σε
    ερημική τοποθεσία του Κρυονερίου Αττικής.`Οταν έφθασαν εκεί και σύμφωνα
    με προαποφασισθέν σχέδιο των κατηγορουμένων, εξήλθαν του αυτοκινήτου
    και άρχισαν να περιπατούν, προπορευομένων των δευτέρου και τρίτης των
    κατηγορουμένων και της εξαδέλφης της τελευταίας και επομένων του πρώτου
    και του Χ.Ζ. Κατά το σχέδιο οι τελευταίοι (πρώτος των κατηγορουμένων
    και Ζ.) θα επλησίαζαν σε κάποια στιγμή τους προπορευόμενους και θα
    κτυπούσαν την ανύποπτη τρίτη (εξαδέλφη) με σιδηρά ράβδο, ώστε να
    προκαλέσουν διά του τρόπου αυτού το θάνατό της. Τούτο όμως δεν συνέβη
    διότι ο Ζ. μετέγνωσε και όχι μόνον αρνήθηκε να συμμετάσχει στη
    δολοφονία της Χ., αλλά έφερε και αντιρρήσεις για την πραγμάτωσή της από
    τους λοιπούς. Κατόπιν τούτων ο πρώτος των κατηγορουμένων απεφάσισε την
    ματαίωση των σχεδιασθέντων και αυτός και οι λοιποί απεχώρησαν της
    ρηθείσης τοποθεσίας διά του αυτοκινήτου του.
 
      Στην συνέχεια κατά τις αρχές Απριλίου 1993, προσεγγιζουσών των ημερών
    του Πάσχα του έτους αυτού, οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων έκριναν ότι
    είχε επιστεί ο χρόνος για την προσφορά νέας θυσίας, την τέλεση δηλαδή
    νέας ανθρωποκτονίας. Απεφάσισαν δε να αναζητήσουν το νέο θύμα τους
    μεταξύ των κινουμένων, κατά τις νυκτερινές ώρες στην περιοχή από Αγίας
    Παρασκευής έως Παλλήνης, γυναικών. Στις αρχές του μηνός αυτού
    (Απριλίου) οι κατηγορούμενοι αυτοί και ο Χ.Ζ. μετέβησαν στο
    Μοναστηράκι, όπου ο τελευταίος, κατόπιν πιέσεων των πρώτων, αγόρασε από
    εκείσε κατάστημα αεροβόλο πιστόλιο, όμοιο κατά την εξωτερική εμφάνιση,
    με αληθές πυροβόλο τοιούτο, το οποίο και παρέδωσε στους κατηγορουμένους
    αυτούς. Επίσης οι κατηγορούμενοι αυτοί προέβησαν κατά τον ίδιο χρόνο
    και στην προμήθεια ζεύγους χειροπεδών. Ταύτα έπραξαν για να
    χρησιμοποιήσουν το πιστόλι και τις χειροπέδες προς εκφοβισμό και
    εξουδετέρωση του θύματός τους, εφόσον παρίστατο ανάγκη προς τούτο. Την
    14/4/1993, Μεγάλη Τετάρτη, οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων απεφάσισαν
    να επιχειρήσουν τα σχεδιασθέντα την ημέρα αυτή. Ο πρώτος των
    κατηγορουμένων είχε μεν αποφασίσει, μετά του δευτέρου, την τέλεση
    ανθρωποκτονίας κατά την εν λόγω ημέρα, πλην όμως, ως εκ του τρόπου που
    θα ετελείτο αυτή και δη του αδήλου του υποψηφίου θύματος και των τυχόν
    αντιδράσεών του, ησθάνετο κίνδυνο εκ του εγχειρήματος. Τις
    απογευματινές ώρες της ημέρας αυτής ο πρώτος των κατηγορουμένων
    συναντήθηκε με την τρίτη από αυτούς στην Παλλήνη Αττικής και συνεζήτησε
    μετ` αυτής τα όσα αυτός και ο δεύτερος από αυτούς είχαν σχεδιάσει να
    πράξουν κατά τις νυκτερινές ώρες. Η τρίτη των κατηγορουμένων, μέλος ως
    εκτέθηκε του ηγετικού πυρήνα της ομάδος και συμμετέχουσα ολοψύχως στην
    εν γένει εγκληματική της δραστηριότητα, πράγμα που δείκνυται εκτός των
    άλλων και εκ της ενεργού συμμετοχής της στην δολοφονία της Θ.Σ., όπου
    μετά περισσής αναλγησίας παρακολούθησε την κατά βάρβαρο τρόπο εκτέλεσή
    της, όχι μόνον δεν έφερε οποιαδήποτε αντίρρηση για την σχεδιαζόμενη νέα
    ανθρωποκτονία, αλλά και ενίσχυσε τον εν λόγω συγκατηγορούμενό της
    (πρώτον) στην απόφασή του για την τέλεση της πράξεως αυτής, διά της
    εκφρασθείσης πλήρους συναινέσεως και συμπαραστάσεώς της στην σκοπουμένη
    αξιόποινη αυτή πράξη της, διά των αναπτυχθέντων επιχειρημάτων της,
    άρσεως των διαταγμών και ανησυχιών , που είχε αυτός, ως εκ του
    επικινδύνου του εγχειρήματος και της προσφοράς της προς συμμετοχή στα
    σχεδιαζόμενα. Ο πρώτος των  κατηγορουμένων δεν εδέχθη την πλέον της
    παραπάνω ενεργοτέρα συμμετοχή,  δηλαδή την παρουσία κατά την τέλεση της
    πράξεως της εν λόγω συγκατηγορουμένης του, διότι φοβήθηκε μήπως αυτή
    (παρουσία τρίτης) γεννήσει υποψίες στο μέλλον θύμα αυτού και του
    δευτέρου τούτων και συντελέσει σε ματαίωση των σχεδιαζομένων. Τούτο δε
    διότι αυτοί εσχεδίαζαν να εμφανισθούν στο θύμα τους ως αστυνομικοί,
    ώστε να πείσουν τούτο να τους ακολουθήσει και να παρασύρουν στον τόπο
    του εγκλήματός του και εφοβείτο μήπως η παρουσία γυναικός (τρίτης των
    κατηγορουμένων) γεννήσει υπόνοιες στο θύμα περί της σκοπουμένης να
    δηλωθεί ιδιότητός τους.
 
      Μετά ταύτα, κατά τις νυκτερινές ώρες της εν λόγω χρονολογίας
    (14.4.1993) οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων επεβιβάσθησαν στο
    αυτοκίνητο του πρώτου και επεδόθησαν στην αναζήτηση του θύματός τους.
    Περί την 10ην νυκτερινή ώρα επεσήμαναν στο ύψος της αερογέφυρας του
    Σταυρού Αγίας Παρασκευής και εις εκείσε στάση του λεωφορείου, νεα και
    ευειδή γυναίκα, την οποία ο πρώτος από αυτούς εθεώρησε ως  κατάλληλη,
    δεδομένου ότι αυτός εσκόπει και να ικανοποιήσει επί του θύματος τις
    σεξουαλικές του ορέξεις. Αυτή ήταν η άγουσα τότε το 28ο έτος της
    ηλικίας της Γ.Γ., έγγαμος, μητέρα ανηλίκου τέκνου. Επέστρεφε εκ της
    εργασίας της, ως θαλαμηπόλου στο ξενοδοχείον "Μεγάλη Βρετανία" και
    έφερε ανά χείρας αμνό, τον οποίον είχε χορηγήσει σε αυτή, όπως και τους
    λοιπούς εργαζόμενους η ξενοδοχειακή επιχείρηση, ενόψει της εορτής του
    Πάσχα. Οι κατηγορούμενοι αυτοί επλησίασαν διά του αυτοκινήτου την Γ.Γ.,
    κατήλθον αυτού και της εδήλωσαν ότι είναι αστυνομικοί, της είπαν ότι
    ενεργούν έρευνα στην περιοχή σε σχέση με την διακίνηση ναρκωτικών,
    εζήτησαν και έλαβαν τα στοιχεία ταυτότητός της και ζήτησαν πληροφορίες
    από αυτή περί τυχόν εμπλοκής της στην εν λόγω αξιόποινη πράξη
    (διακίνηση ναρκωτικών) και ακολούθως της εζήτησαν να επιβιβασθεί του
    αυτοκινήτου και να τους ακολουθήσει στο αστυνομικό  τμήμα της περιοχής.
    Ο πρώτος μάλιστα τούτων της επέδειξε και δελτίο ταυτότητος, το οποίο
    ήταν πρόχειρο δελτίο του Κολλεγίου Αθηνών, το οποίο είχε από την εποχή
    που φοιτούσε εκεί. Η Γ.Γ., καλοπροαίρετος ούσα, ουδεμία έχουσα ποτέ
    ανάμειξη σε οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, αιφνιδιασθείσα και πεισθείσα
    εκ της ευπροσώπου εμφανίσεως των κατηγορουμένων, της ευγενούς
    συμπεριφοράς τους και του επιδειχθέντος δελτίου ταυτότητος, το οποίο
    απλώς είδε, χωρίς να το αναγνώσει και λόγω του αιφνιδιασμού της και
    λόγω του σκότους, εδέχθη να τους ακολουθήσει, προς άρση πάσης
    παρεξηγήσεως στο αστυνομικό τμήμα και επεβιβάσθη του αυτοκινήτου.
    Βέβαια οι κατηγορούμενοι αυτοί δεν οδήγησαν την Γ.Γ. σε αστυνομικό
    τμήμα, αλλά στην ρηθείσα ερημική τοποθεσία "ΣΕΣΙ" αφού προηγουμένως
    εδέσμευσαν εντός του αυτοκινήτου τας χείρας της με τις χειροπέδες και
    ως εκ του ότι αυτή, αντιληφθείσα μετ` ολίγον το ψεύδος των όσων της
    εδήλωσαν από τους εν λόγω  κατηγορουμένους, αντέδρασε και επεζήτησε την
    ελευθερία της και  εστάθμευσαν επ` ολίγον σε εγκαταλελειμμένη αποθήκη
    στην θέση "ΚΑΜΠΑ", όπου προέβησαν σε σωματικό έλεγχο αυτής.`Οταν
    έφθασαν στην εν λόγω ερημική τοποθεσία ο πρώτος των κατηγορουμένων
    πρότεινε στον δεύτερο τον από αυτούς, διαδοχικώς, βιασμό της Γ. Ο
    δεύτερος εδήλωσε ότι δεν επιθυμούσε τούτο, δέχθηκε όμως να συνδράμει
    τον πρώτο στον παρ` αυτού βιασμό του θύματός τους.`Ετσι αμφότεροι, αφού
    εγύμνωσαν την Γ.Γ. την μετέφεραν εκ του οπισθίου καθίσματος στο
    παραπλεύρως του οδηγού εμπρόσθιο και εκεί ο πρώτος των κατηγορουμένων
    αφού έφερε τας χείρας της παθούσης όπισθεν του καθίσματος τούτου, τις
    εδέσμευσε διά των χειροπεδών, ώστε να καταστήσει αδύνατη την αντίσταση
    του θύματός του. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων απεμακρύνθη του
    αυτοκινήτου και περιεφέρετο στον γύρω χώρο, προς κατόπτευση τούτου,
    ώστε αν επεσήμανε οτιδήποτε, το οποίο θα ηδύνατο να οδηγήσει σε
    ματαίωση της πράξεως ή σε κίνδυνο αποκαλύψεως αυτής, καταδιώξεως και
    συλλήψεως του δράστου και ιδίως την παρουσία οποιουδήποτε τρίτου, είτε
    άλλου τινός είτε οργάνου της τάξεως, να ειδοποιήσει εγκαίρως τον
    συγκατηγορούμενό του, ώστε αυτός να λάβει τα ενδεικνυόμενα εκ της
    περιστάσεως μέτρα και δη είτε να παύσει προς καιρό την δράση του και να
    αποκρυβεί, επιβάλλων άμα εις εαυτόν και το θύμα του σιωπή, μέχρι της
    άρσεως οποιασδήποτε δημιουργούσης εμπόδιο ή κίνδυνο καταστάσεως, είτε
    να απομακρυνθεί εγκαίρως. Τούτο δε έπραξε για να βοηθήσει και δη για να
    καταστήσει δυνατή, άνευ κωλύματος και κινδύνου, την τέλεση της πράξεως
    του βιασμού της Γ.Γ. από τον συγκατηγορούμενό του. Πράγματι ο
    τελευταίος μετά την απομάκρυνση, για τον ρηθέντα λόγον, του δευτέρου
    των κατηγορουμένων, ήλθε εις εξώγαμο σαρκική, κατά φύση και παρά φύση,
    συνάφειαν μετά της Γ.Γ., παρά την θέλησή της και την εξακολουθούσα
    αντίστασή της, την οποία έκαμψε διά πληγμάτων, που της κατέφερε διά των
    χειρών του και τελικά  εκσπερμάτωσε επί του γυμνού σώματος και του
    προσώπου αυτής.
 
      Στην συνέχεια αφού αυτός εζήτησε και έλαβε από τον επανακάμψαντα
    δεύτερο την μπλούζα του και σκούπισε με αυτή τα σπέρματα εκ του σώματος
    και του προσώπου της Γ., αμφότεροι μετέφεραν την τελευταία γυμνή και με
    δεσμευμένας τας χείρας διά των χειροπεδών, επί του αναφερθέντος
    παραπάνω πλατώματος της ερημικής περιοχής. Εκεί αμφότεροι προσεπάθησαν
    να επιφέρουν τον θάνατο αυτής διά της μεθόδου την οποίαν ακολούθησαν
    και έναντι της Θ.Σ., δηλαδή δι` ασφυξίας, κατόπιν αποφράξεως των
    αεροφόρων οδών, μύτης και στόματος, διά των χειρών τους. Αποτέλεσμα της
    ενέργειας αυτής των εν λόγω κατηγορουμένων ήταν η απώλεια των αισθήσεων
    της παθούσης, την οποία αρχικώς υπέλαβαν αυτοί ως απώλεια της ζωής
    της.`Ομως ο πρώτος από αυτούς ηθέλησε να βεβαιωθεί περί τούτου, γι`
    αυτό και εξήτασε επισταμένως την παθούσα, διεπίστωσε δε ότι αυτή
    ευρίσκετο εν ζωή και προσπαθούσε να ανεύρει τον κανονικό ρυθμό της
    αναπνοής της. Τότε αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αυτοί έλαβον ανά χείρας
    εκ των εκείσε ευρισκομένων τοιούτων ευμεγέθη λίθο, τον οποίο ως εκ του
    βάρους του δεν ηδύνατο να άρει ο ένας τούτων, και αμφότεροι κατέφεραν
    διά του λίθου αυτού ισχυρότατο πλήγμα κατά την κεφαλή της Γ.Γ., πράγμα
    που είχε ως αποτέλεσμα την συντριβή του κρανίου της και τον εξ αυτής
    θάνατό της, γεγονός το οποίο αυτοί ήθελαν και επεδίωκαν, ως αποτέλεσμα
    της εν λόγω ενεργείας τους. Τοιαύτη υπήρξε η σφοδρότης του πλήγματος
    και η συντριβή της κεφαλής της παθούσης, ώστε αυτή κατέστη άμορφος
    μάζα, δι` ον λόγο και κατέστη αδύνατος η αναγνώρισίς της από τους
    οικείους της μετά την ανεύρεση του πτώματος της εκ των χαρακτηριστικών
    του προσώπου της. Το πτώμα ταύτης ανευρέθη σκωλικόβρωτο μετά πάροδο
    ολίγων ημερών, η αναγνώρισις δε αυτής επετεύχθη εξ ελαττώματος δακτύλου
    του ενός ποδός της και ο θάνατός της απεδόθη, ως εκτου γεγυμνωμένου του
    πτώματός της σε σεξουαλικά αίτια. Μετά την ως άνω πράξη τους οι δύο
    πρώτοι των κατηγορουμένων απεχώρησαν του τόπου του εγκλήματος διά του
    αυτοκινήτου του πρώτου από αυτούς και αφού διερκόρπισαν σε διαφόρους
    ερημικάς θέσεις τα ενδύματα της παθούσης και παν έτερο δηλωτικό της
    ταυτότητάς της στοιχείο (περιεχόμενο της τσάντας της και αυτήν)
    μετέβησαν στις οικίες τους, ο δε πρώτος από αυτούς όταν έφθασε εις
    αυτήν (οικίαν του) έσπευσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μετά της
    εναγωνίως αναμενούσης τρίτης από αυτούς, την οποία ενημέρωσε περί της
    επιτυχούς εκβάσεως του  εγχειρήματος και της αισίας και ακινδύνου
    επιστροφής τους.
 
      `Οπως εκτέθηκε παραπάνω οι οικείοι της Θ.Σ., μητέρα και αδελφές της,
    ουδ` επί στιγμή ηδράνησαν στις προσπάθειες προς αναζήτηση αυτής και
    διαλεύκανση των συνθηκών εξαφανίσεώς της (αγνοούσαν βέβαια την κατά τον
    ρηθέντα φρικτό τρόπο θανάτωσή της και ήλπιζαν στην ανεύρεσή της). Πλέον
    της πρωτοβουλίας τους να επικοινωνήσουν με τις αδελφές Ρ. και να
    πιέσουν τις τελευταίες για την παροχή πληροφοριών και των συνεχών
    παραστάσεών τους προς τις αστυνομικές αρχές, αυτές ανέθεσαν και σε
    ιδιωτικό ερευνητή, τον εξετασθέντα ως μάρτυρα Σ., να διεξαγάγει, επ`
    αμοιβή, έρευνας για την ανεύρεση της ατυχούς παιδίσκης. Ο τελευταίος,
    μετά του οποίου συνειργάζετο ο επίσης εξετασθείς ως μάρτυς Θ.Δ., ουδέν
    το ουσιαστικό έπραξε γι` αυτό και αυτές (μήτηρ και αδελφές της Σ.)
    ανεκάλεσαν την δοθείσαν εντολή. `Οπως εκτέθηκε επ` ευκαιρία της
    αναθέσεως της εντολής στον Σ. γνωρίσθηκαν με τον Θ.Δ., ο οποίος
    ενέπνευσε σε αυτές περισσοτέρα εμπιστοσύνη, ως προς τις ικανότητές του
    να διαλευκάνει την υπόθεση της εξαφανίσεως της θυγατρός και αδελφής
    τους, γι` αυτό και μετά την διακοπή της συνεργασίας τους με τον Σ.
    ανέθεσαν σε αυτόν την υπόθεση, κατά τον μήνα Νοέμβριον 1993. Πράγματι ο
    εν λόγω μάρτυρας (Θ-Δ.) πρώην αξιωματικός της Ελληνικής Αστυνομίας,
    απεδείχθη ευσυνείδητος και ικανός και κατόρθωσε να διαλευκάνει την
    υπόθεση. Κατόπιν των πληροφοριών που του έδωσαν οι εντολίδες του, ότι η
    θυγάτηρ και αδελφή τους είχεν συναντηθεί προ της εξαφανίσεώς της μετά
    των αδελφών Ρ., αυτός ήλθε σε επαφή μετά των τελευταίων και ακολούθως
    και μετά της B.Α., την οποία του ανέφεραν οι αδελφές Ρ. Κατά τις
    συζητήσεις του με αυτές ο εν λόγω μάρτυς κατάφερε διά των εντέχνων και
    τεκμηριωμένων ερωτήσεών του να αποσπάσει από αυτές, οι οποίες ησθάνοντο
    πλέον μεγάλο το βάρος των όσων έως τότε απέκρυπταν, την αλήθεια περί
    των συμβεβηκάτων, δηλαδή τα της συστάσεως της ρηθείσης ομάδος, τα πλήρη
    στοιχεία των μελών αυτής, μεταξύ των οποίων και των κατηγορουμένων και
    τα της τύχης της Θ.Σ. Ο εν λόγω μάρτυς επεδίωξε συνάντηση και μετά της
    τρίτης των κατηγορουμένων, η οποία όμως αρνήθηκε να έλθει σε επαφή μαζί
    του. Δέχθηκε όμως, με την μεσολάβηση της B.Α., να έλθει σε επαφή με
    αυτόν (μάρτυρα Δ.) ο δεύτερος των κατηγορουμένων, υπό το βάρος πλέον
    της πιέσεως εκ των αποκαλύψεων των αδελφών Ρ. και της Α., για τις
    οποίες ετηρείτο ενήμερος. Πράγματι την παραμονή των Χριστουγέννων του
    έτους αυτού (24-12-1993) ο εν λόγω μάρτυς συναντήθηκε τις μεσημβρινές
    ώρες με τον δεύτερο των κατηγορουμένων στο πάρκο της πλατείας Αγίας
    Παρασκευής και εκεί προέτρεψε αυτόν, ενόψει των ήδη ως άνω
    αποκαλυφθέντων να μεταβεί στην αρμοδία αστυνομική αρχή (υπηρεσία
    ασφαλείας Αθηνών), με ανώτατο αξιωματικό της οποίας, τον ταξίαρχο Η.,
    είχε ήδη επικοινωνήσει τηλεφωνικώς ο μάρτυς και είχε ενημερώσει περί
    των όσων εγνώριζε από τις αποκαλύψεις των αδελφών Ρ. και B.Α., για να
    καταθέσει τα όσα εγνώριζε σχετικώς με την σύσταση της ομάδος και την
    θανάτωση της Δ.Σ.`Εθεσε μάλιστα σε αυτόν διορία μέχρι των βραδινών ωρών
    της αυτής ημέρας. Πράγματι ο δεύτερος των κατηγορουμένων μετέβη τις
    βραδινές ώρες της αυτής ημέρας στην ρηθείσα αστυνομική αρχή και έδωσε
    κατάθεση. Με την κατάθεσή του αυτή κατ` ουδέν συνέβαλε στην αποκάλυψη
    της αληθείας. Δέχθηκε μεν ότι, κατά την ημέρα της εξαφανίσεως της Δ.Σ.,
    η τελευταία και αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του επεβιβάσθησαν του
    αυτοκινήτου του πρώτου από αυτούς, γεγονός ήδη γνωστό από τις
    αποκαλύψεις των αδελφών Ρ. και B.Α., εξέθεσε όμως, αναληθώς, ότι αυτός
    και η τρίτη των κατηγορουμένων απεβιβάσθησαν τούτου (αυτοκινήτου) στις
    οικίες τους στην Παλλήνη Αττικής και απέκρυψε τα πράγματι
    διαδραματισθέντα, όπως παραπάνω εκτίθενται. Επίσης αυτός πλήρως
    απεσιώπησε τα έχοντα σχέση με την δολοφονία της Γ. Το ότι εψεύσθη κατά
    την κατάθεσή του αυτή, παραδέχεται και ο ίδιος με την απολογία του.
    Βεβαίως η αστυνομική αρχή, έχουσα ήδη πληροφορηθεί τα διαδραματισθέντα
    σε σχέση με την Θ.Σ., δεν επείσθη εις τας ψευδολογίας και την απόκρυψη
    των αληθών από τον κατηγορούμενο αυτό. Προέβη εις πλέον επισταμένη
    έρευνα για την συγκρότηση και την δράση της ομάδος και σε εξαντλητικές
    εξετάσεις των μελών της, μεταξύ των οποίων και των κατηγορουμένων και
    οδηγήθηκε εις τούτων και την εξιχνίαση της δολοφονίας της Γ.Γ.
 
      Μετά ταύτα έκρινε το Δικαστήριο: 1) Πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των εκ
    προθέσεως και κατά συναυτουργία ανθρωποκτονιών σε βάρος των Θ.Σ. και
    Γ.Γ., οι πρώτος (Α.Κ.) και δεύτερος (Ε.Δ.) των κατηγορουμένων. Αυτοί,
    όπως εκτέθηκε, από κοινού απεφάσισαν την θανάτωση των ρηθεισών παθουσών
    και πραγμάτωσαν επίσης από κοινού ενεργούντες το σκοπηθέν τούτο (θάνατο
    παθουσών), κατόπιν προαποφασισθέντων σχεδίων και διά του ρηθέντος σε
    κάθε περίπτωση τρόπου, ήθελαν δε και επεδίωκαν τον θάνατο των παθουσών,
    ως αποτέλεσμα των από κοινού πράξεών τους, δηλαδή ως αποτέλεσμα της από
    κοινού διά των χειρών τους αποφράξεως των αεροφόρων οδών, μύτης και
    στόματος, της Θ.Σ. και της εκ τούτου ασφυξίας αυτής και του από κοινού
    διά του ευμεγέθους λίθου πλήγματος κατά την κεφαλή της Γ.Γ. και της εκ
    τούτου συντριβής του κρανίου της. Απεφάσισαν δε και επραγμάτωσαν τις
    αξιόποινες αυτές πράξεις τους, ως δείκνυται από τα ρηθέντα αποδεικτικά
    μέσα, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επιτρέπουσα την σκέψη, δηλαδή την
    στάθμιση των αιτίων των κινούντων προς τέλεση των άνω πράξεων και
    συγκρατούντων από της τελέσεως αυτών. 2) Οπως εκτέθηκε μετά την
    θανάτωση της Θ.Σ. ο μεν πρώτος των κατηγορουμένων περιέβρεξε την γύρω
    του πτώματος αυτής δασική περιοχή με βενζίνη, που είχαν προμηθευθεί
    αυτός και ο δεύτερος τούτων, κατά τα προεκτεθέντα, ο δε τελευταίος
    (δεύτερος κατηγορουμένων) έθεσε πυρ με αναπτήρα και προξένησε πυρκαιά,
    η οποία, ως απεδείχθη εκ των ρηθέντων αποδεικτικών μέσων, εξαπλώθηκε σε
    έκταση 3.860 στρεμμάτων, δηλαδή μεγάλη, καλυπτόμενη από αραιά ξυλώδη
    βλάστηση και δη τοιαύτη εκ πεύκων και θάμνων δυναμένη να συμβάλει στην
    διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και να εξυπηρετήσει την
    διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος. Πρέπει συνεπώς
    να κηρυχθούν ένοχοι ο μεν δεύτερος των κατηγορουμένων της αξιοποίνου
    πράξεως του εκ προθέσεως εμπρησμού δασικής εκτάσεως, που είχεν ως
    αποτέλεσμα την εξάπλωση της φωτιάς σε μεγάλη δασική έκταση, αφού αυτός,
    ως εκτέθηκε, έθεσε πυρ με αναπτήρα στην ως άνω διά βενζίνης
    περιβρεχθείσα δασική έκταση και ως δείκνυται εκ των ρηθέντων
    αποδεικτικών μέσων, ήθελε και επεδίωκε ως αποτέλεσμα της ενεργείας του
    αυτής την πυρκαϊά και απεδέχετο την εξάπλωση αυτής σε μεγάλη έκταση, ο
    δε πρώτος (Κ.) της εκ προθέσεως άμεσης συνέργειας στην αξιόποινη αυτή
    πράξη, αφού αυτός ων εν γνώσει της τελέσεώς της από τον εν λόγω
    αυτουργό συγκατηγορούμενό του παρέσχε άμεση κατ` αυτή και την εκτέλεση
    της συνδρομή, διά της διαβροχής με βενζίνη, της εμπρησθείσης δασικής
    εκτάσεως, ούσης της πράξεώς του αυτής αναγκαίας διά τον εμπρησμό. 3)
    Πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι: Ο μεν πρώτος των κατηγορουμένων (Α.Κ.) της
    αξιόποινης πράξεως του βιασμού σε βάρος της Γαρυφαλιάς Γ., αφού αυτός,
    όπως εκτέθηκε, με την χρήση σωματικής βίας και εναντίον της θελήσεώς
    της και παρά την αντίστασή της, εξηνάγκασε αυτή σε εξώγαμη κατά φύση
    και παρά φύση συνουσία. Ο δε δεύτερος (Ε.Δ.) της εκ προθέσεως απλής
    συνέργειας στην αξιόποινη αυτή πράξη, αφού αυτός, ων εν γνώσει της
    τελέσεώς της από τον άνω συγκατηγορούμενό του, παρέσχε απλή σε αυτόν
    συνδρομή κατά την τέλεσή της. Συνίσταται δε η συνδρομή αυτή το μεν στην
    από κοινού μετά του εν λόγω συγκατηγορουμένου του αφαίρεση των
    ενδυμάτων της παθούσης και την μεταφορά αυτής στο εμπρόσθιο και
    παραπλεύρως του οδηγού κάθισμα του αυτοκινήτου, όπου στην συνέχεια
    καθήλωσε αυτήν ο συγκατηγορούμενός του, διά της δεσμεύσεως των χειρών
    της διά των χειροπεδών, όπισθεν του καθίσματος, το δε στην κατόπτευση
    της γύρω περιοχής, για τον προεκτεθέντα λόγο, κατά το χρονικό διάστημα
    της τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως αυτής από τον συγκατηγορούμενό του.
    4) Πρέπει να κηρυχθεί η τρίτη των κατηγορουμένων Δ.Μ. ένοχος απλής
    συνέργειας στις πράξεις της ανθρωποκτονίας σε βάρος των Θ.Σ. και Γ.Γ.,
    αφού αυτή απλή βοήθεια παρέσχε σε αμφότερους τους  συγκατηγορουμένους
    της προ και κατά την τέλεση της πρώτης των  αξιοποίνων αυτών πράξεων
    και απλή τοιαύτη στον πρώτο από αυτούς προ της τελέσεως της δευτέρας.
    Συνίσταται δε η απλή αυτή συνέργεια της τρίτης των κατηγορουμένων στην
    πρώτη των πράξεων αυτών (ανθρωποκτονίας της Θ.Σ.) στο ότι αυτή, εν
    γνώσει της τελέσεως ταύτης, το μεν διηυκόλυνε τους συγκατηγορουμένους
    της να μεταφέρουν την παθούσα στον τόπο της θανατώσεώς της, αφού έπεισε
    αυτήν, διά της παρουσίας της και των λόγων της να επιβιβασθεί του
    αυτοκινήτου του πρώτου των κατηγορουμένων και να μεταβεί με όλους στην
    ρηθείσα τοποθεσία και στην συνέχεια να αποβιβασθεί τούτου και να
    ακολουθήσει τους συγκατηγορουμένους της στο άνω ειδικώτερο σημείο της
    τοποθεσίας (πλάτωμα), όπου θανατώθηκε από αυτούς, συνοδεύσασα και αυτή
    (τρίτη κατηγορουμένων) την παθούσα στο σημείο τούτο, το δε στην
    κατόπτευση της γύρω περιοχής κατά το χρονικό διάστημα της τελέσεως της
    πράξεως, για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Στην δευτέρα των πράξεων αυτών
    η συνδρομή της εν λόγω κατηγορουμένης συνίσταται στο ότι αυτή, εν
    γνώσει τελούσα της πράξεως αυτής, προ της τελέσεώς της, ψυχικώς
    συμπαραστάθηκε και ενεθάρρυνε τον πρώτο των κατηγορουμένων, διά της
    εκφρασθείσης πλήρους συναινέσεως και  συμπαραστάσεώς της στην πράξη
    αυτή, της εκδηλωθείσης προς αυτόν  προθέσεώς της όπως συμμετάσχει
    ενεργότερα στην τέλεση της πράξεως αυτής, και της άρσεως των δισταγμών
    και ανησυχιών, που είχε αυτός, ως εκ του επικινδύνου του εγχειρήματος.
 
      Από τα ρηθέντα αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν και τα εξής: Η
    θανατωθείσα Θ.Σ. είχε κατά την 27/8/1992 συμπληρώσει το 14ον και ήγεν
    το 15ον έτος της ηλικίας της, ήταν ορφανή πατρός και τελούσε υπό την
    γονική μέριμνα και επιμέλεια της μητρός της, πολιτικώς εναγούσης Ε.
    χήρας Ζ.Σ. Η ανήλικος τις απογευματινές ώρες της 27/8/1992 διέφυγε
    εκουσίως της εξουσίας της μητρός της και ακολούθησε τους
    κατηγορουμένους στην θέση "ΣΕΣΙ" της περιοχής Κορωπίου Αττικής. Την
    διαφυγή της ανηλίκου από την εξουσία της μητρός της υπεστήριζαν εκ
    δόλου άπαντες οι κατηγορούμενοι, ως από κοινού είχαν προαποφασίσει, με
    το να παρακινήσουν και πείσουν αυτήν δολίως να μην επιστρέψει στην
    οικία της και την εξουσία της μητρός της, αλλά να ακολουθήσει αυτούς
    στην εν λόγω τοποθεσία για να μυηθεί, ως κατά πρόφαση ισχυρίσθηκαν προς
    αυτήν, στις αναπτυχθείσες σε αυτήν από τον πρώτον σατανικές θεωρίες,
    γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα την επίλυση παντός προβλήματος της
    και την ευτυχή στο μέλλον διαβίωσή της. Από την στέρηση δε αυτής της
    επιμελείας και της προστασίας της μητρός της η ανήλικος όχι απλώς
    διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο της ζωής της, αλλά πράγματι έχασε αυτήν,
    θανατωθείσα κατά τον προπεριγραφέντα άγριο τρόπο. Πρέπει, συνεπώς, να
    κηρυχθούν ένοχοι όλοι οι κατηγορούμενοι της αξιόποινης πράξης της
    αρπαγής ανηλίκου κατά συναυτουργία.`Οπως εκτέθηκε, οι πρώτος και
    δεύτερος των κατηγορουμένων κατά τις βραδυνές ώρες της 15/4/1993 όταν
    συνήντησαν την Γ.Γ. εκ προθέσεως ενεφανίσθησαν σε αυτήν ως αστυνομικοί,
    διενεργούντες έρευνα σε σχέση με υπόθεση διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών,
    και ενήργησαν πράξεις αναγομένας στα υπηρεσιακά καθήκοντα αστυνομικής
    υπηρεσίας και δη εζήτησαν και έλαβαν, με την δηλωθείσα ψευδή ιδιότητά
    τους, τα στοιχεία ταυτότητας της Γ. και εξέτασαν έστω και προχείρως
    αυτήν περί της δήθεν ερευνωμένης από αυτούς υποθέσεως. Περαιτέρω, όπως
    επίσης εκτέθηκε παραπάνω, μετά την επιβίβαση της εν λόγω παθούσας στο
    αυτοκίνητο του πρώτου των κατηγορουμένων, κατόπιν της ψευδούς
    παραστάσεως αυτού και του δευτέρου τούτων, ότι θα την μεταφέρουν στο
    αστυνομικό τμήμα προς διελεύκανση της υποθέσεως και όταν αυτή αντελήφθη
    το ψευδές της εν λόγω παραστάσεως και αντέδρασε στην περαιτέρω παραμονή
    της στο αυτοκίνητο και εζήτησε από αυτούς να την αφήσουν ελευθέρα, οι
    εν λόγω κατηγορούμενοι όχι μόνον δεν επέτρεψαν την αποβίβαση αυτής εκ
    του αυτοκινήτου, αλλά και εδέσμευσαν αυτή με χειροπέδες και εστέρησαν
    από αυτή, παρά την θέλησή της, την ελευθερία κινήσεώς της κατά την
    διαδρομή έως της μεταφοράς της στην ρηθείσα ερημική τοποθεσία (ΣΕΣΙ) ως
    και εκείσε και μέχρι της κατά τον ρηθέντα τρόπο θανατώσεώς της. Πρέπει
    συνεπώς οι κατηγορούμενοι αυτοί (1ος και 2ος) να κηρυχθούν ένοχοι των
    αξιοποίνων πράξεων της αντιποίησης και παράνομης κατακράτησης από
    κοινού.
 
      Από τα ρηθέντα αποδεικτικά μέσα απεδείχθησαν και τα ακόλουθα: Μετά
    την μύηση από τον πρώτο των κατηγορουμένων στις σατανικές του δοξασίες
    της τρίτης και ακολούθως του δευτέρου τούτων και του σχηματισμού έτσι
    του ηγετικού πυρήνος της επακολουθησάσης άνω ομάδος, οι πρώτος και
    δεύτερος των κατηγορουμένων, κατόπιν μεταξύ τους συζητήσεων και
    συναποφάσεως, ενώθηκαν στην Κάντζα Αττικής, όπου ευρίσκοντο οι
    κατοικίες τους και ήταν το επίκεντρο των συναντήσεων και συζητήσεώς
    τους , από της 1.12.1991 , για την διάπραξη κακουργημάτων, για την
    εφαρμογή στην πράξη των δοξασιών τους, τα οποία δεν καθώρισαν ειδικώς.
    Η ένωσή τους αυτή προς διάπραξη κακουργημάτων, μη ειδικώς
    προσδιορισθέντων διήρκεσε τουλάχιστον μέχρι του μηνός Αυγούστου 1993.
    Οι  κατηγορούμενοι αυτοί κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου 1992
    ευρίσκοντο σε θερινές διακοπές στην περιοχή της Ναούσης Πάρου, όπου σε
    δημόσιο δρόμο αυτής ήταν κτισμένο εικονοστάσιο της Ανατολικής Ορθοδόξου
    του Χριστού Εκκλησίας, φέρον στο άνωθεν τούτου μέρος σταυρόν.
    Συναπεφάσισαν αυτοί εκ κακοβουλίας και δη για να ικανοποιήσουν τα
    ταπεινά εκ των σατανιστικών δοξασιών ένστικτά τους να καθυβρίσουν
    δημοσίως την Εκκλησία αυτή και προς τούτο έθραυσαν από κοινού διά των
    χειρών τους και άλλων μη διακριβωθέντων μέσων τον σταυρό του ρηθέντος
    εικονοστασίου, γεγονός που ηδύνατο να υποπέσει στην αντίληψη αορίστου
    αριθμού προσώπων και δη των διερχομένων την δημοσία οδό, στην οποία το
    εικονοστάσιο, προσώπων. Η πράξη τους δε αυτή, θραύση του σταυρού, είναι
    περιφρονητική, τόσον αντικειμενικώς, όσο και κατά τον δόλο των δραστών,
    της Εκκλησίας αυτής, της οποίας ο σταυρός αποτελεί το βασικότερον των
    συμβόλων. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι αυτοί
    (πρώτος και δεύτερος) των αξιοποίνων πράξεων της συμμορίας και της
    καθυβρίσεως θρησκευμάτων.`Ολοι οι κατηγορούμενοι προβάλλουν ότι πρέπει
    να αναγνωρισθεί σε αυτούς η συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του
    άρ. 84 παρ. 2α ΠΚ, δηλαδή ότι αυτοί διήγαγον έως του χρόνου τελέσεως
    των αξιοποίνων πράξεών τους, έντιμη ατομική, οικογενειακή,
    επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
 
      Είναι αληθές, όπως παραπάνω εκτέθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι ετέλεσαν
    τις άνω αναφερόμενες για τον καθένα αξιόποινες πράξεις σε νεαρή ηλικία,
    δεν προκύπτει δε τέλεση από αυτούς προηγουμένως άλλης αξιόποινης πράξης
    και καταδίκης τους για τοιαύτη. `Ομως, όπως αποδεικνύεται από τα
    ρηθέντα αποδεικτικά μέσα, ο πρώτος από αυτούς κατά το προ της ενάρξεως
    της περιγραφείσης εγκληματικής του δραστηριότητος χρονικό διάστημα,
    δηλαδή το τοιούτο προ της 1.12.1991, από της οποίας άρχισε την
    αξιόποινη δραστηριότητά του, διά της τελέσεως της αξιόποινης πράξης της
    συμμορίας, παρά το ότι είχε την πλουσιοπάροχο συνδρομή των γονέων του
    προς τούτο, εγκατέλειψε τας περί τα οικονομικά σπουδάς του και διήγε
    ραθύμως, ασχολούμενος δήθεν με κατ` ιδίαν μελέτες με την "ψυχολογία"
    και "παραψυχολογία" και εκμεταλλευόμενος τις  γενναίες προς αυτόν
    χρηματικές παροχές του πατρός του, εκ δραχμών 100.000 μηνιαίως, πλέον
    της καλύψεως των λοιπών δαπανών διαβιώσεώς του και ως και των εξόδων
    (υπό της μητρός του) της κινήσεως ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτου, το
    οποίο ηγόρασε και του προσέφερε ο πατήρ του. `Εστρεψε αποκλειστικώς το
    ενδιαφέρον του στις περί σατανισμού δοξασίες και την προσέλκυση και
    μύηση σε αυτές νεαρός ηλικίας και ικανής αφελείας προσώπων και
    πρωτοστατούσε στην οργάνωση τελετών, στις οποίες μετείχαν, κατ` επιταγή
    αυτού και των συγκατηγορουμένων του, τα μέλη της, κατά τα προεκτεθέντα,
    σχηματισθείσης ομάδος και στις οποίες επέβαλε την συμμετοχή αυτών κατά
    τρόπο μειωτικό και εξευτελιστικό της  προσωπικότητάς τους, και δη των
    μεν αρρένων μελών διά της  παραστάσεώς τους σε παραδόξους και
    βασανιστικές γι` αυτούς στάσεις, ώστε αυτά να μην δύνανται να τις
    υπομείνουν επί μακρόν, για να προκαλούν έτσι την δήθεν οργή του και τις
    εντόνως υβριστικές επιπλήξεις του, των δε θηλέων γυμνών. Δεν παρέλειπε
    δε αυτός, ως εκ των ρηθέντων αποδεικτικών μέσων και ιδία των καταθέσεων
    των θηλέων μελών της ομάδος αποδεικνύεται, να επωφελείται της αρχηγικής
    του θέσεως στην ομάδα και της επιβολής του στα μέλη αυτά για την
    ικανοποίηση μετ` αυτών (θηλέων) των σεξουαλικών του ορέξεων κατά φύση
    και παρά φύση.
 
      Παρομοία υπήρξε, κατά το προ της τελέσεως των άνω αξιοποίνων πράξεών
    του χρονικόν διάστημα δηλαδή το τοιούτο προ της 1.12.1991 από της
    οποίας άρχισε την αξιόποινη δραστηριότητά του, διά της τελέσεως της
    αξιόποινης πράξης της συμμορίας, και η εν γένει διαβίωση του δευτέρου
    των κατηγορουμένων, ως δείκνυται τούτο εκ των ρηθέντων αποδεικτικών
    μέσων. Από τα μέσα αυτά αποδεικνύεται ότι αυτός ραθύμως διήγε, με ουδέν
    ασχολούμενος, σπουδές ή εργασία. Από της μυήσεώς του κατ` Ιούνιο 1989
    από τον πρώτο στις περί σατανισμού δοξασίες απετέλεσε τον άμεσο
    συμπαραστάτη εκείνου (πρώτου) στην προσέλκυση και μύηση νέων μελών.
    Συμπρωταγωνιστούσε δε μετ` αυτού (πρώτου) στην οργάνωση των ρηθεινών
    τελετών και την καταπίεση και τον εξευτελισμό της προσωπικότητας των
    μελών της ομάδος. Η τρίτη των κατηγορουμένων κατά το προ της τελέσεως
    των άνω αξιοποίνων πράξεών της χρονικό διάστημα, δηλαδή το προ της,
    κατά τα άνω, συμμετοχής της, την 27.8.1992, στις πράξεις της αρπαγής
    ανηλίκου και της ανθρωποκτονίας της Θ.Σ., από της οποίας άρχισε η
    αξιόποινη δραστηριότητά της, ησχολείτο με την εκμάθηση της κομμωτικής
    τέχνης, σε σχετική ιδιωτική σχολή, ως δείκνυται τούτο από τα ρηθέντα
    αποδεικτικά μέσα. Από τα μέσα αυτά αποδεικνύεται περαιτέρω ότι αυτή από
    της γνωριμίας της με τον πρώτο των κατηγορουμένων, της συνάψεως
    ερωτικού με αυτόν δεσμού και της μυήσεώς της στις περί σατανισμού
    δοξασίες, και μέχρι της κατά τα άνω τελέσεως των αξιοποίνων πράξεών
    της, εγκατέλειψε το ενδιαφέρον της για τις σπουδές της και απετέλεσε
    και αυτή το έτερο άμεσο συμπαραστάτη του πρώτου στην προσέλκυση και
    μύηση νέων μελών στις δοξασίες αυτές. `Ηταν εκείνη, η οποία έφερε εις
    επαφή τους συγκατηγορουμένους της και η οποία συνετέλεσε κυρίως στην
    προσέλκυση και μύηση των θήλεων μελών της ομάδος, ως εκ της μετ` αυτών
    γνωριμίας της. Συμπρωταγωνιστούσε δε και αυτή μετά των
    συγκατηγορουμένων της στην οργάνωση των ρηθεισών τελετών και την
    καταπίεση και τον εξευτελισμό της προσωπικότητας των μελών της ομάδος.
 
      Δηλαδή εκ των ρηθέντων αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι η
    συμπεριφορά των κατηγορουμένων κατά το πρότερο της εγκληματικής τους
    δραστηριότητας χρόνο υπήρξε εξόχως αντικοινωνική και δεν ενδεικνύει
    έντιμο, κατά την έννοια της άνω διατάξεως (84 παρ. 2α ΠΚ) βίο. Κρίνεται
    εκ τούτων ότι δεν συντρέχει υπέρ των κατηγορουμένων η ως άνω
    ελαφρυντική περίσταση. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι κατηγορούμενοι ότι
    συντρέχει υπέρ αυτών η ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ. 2δ` ΠΚ,
    ότι δηλαδή αυτοί επέδειξαν ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξαν να άρουν ή
    να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους.
 
      Ειδικότερα, ο δεύτερος των κατηγορουμένων προβάλλει ως ενδεικτικό της
    ειλικρινούς μεταμελείας του και επιδιώξεώς του άρσεως ή μειώσεως των
    συνεπειών των πράξεών του το γεγονός ότι κατά την 19ην και 24ην
    Δεκεμβρίου 1993 και πριν ή κινηθεί οποιαδήποτε δίωξη κατ` οιουδήποτε
    προσώπου για τις άνω πράξεις μετέβη, μετά την συνάντησή του με τον
    Θ.Δ., στην Γενική Ασφάλεια Αθηνών και απεκάλυψε στον αρμόδιο αξιωματικό
    την δομή της ομάδος των σατανιστών, και τις παράνομες  πράξεις, στις
    οποίες ο ίδιος συμμετείχε και έτσι επιτεύχθηκε η εξάρθρωση της ομάδος
    και η σύλληψη των δραστών. Τα όσα υποστηρίζει αυτός είναι αβάσιμα. Από
    τα ρηθέντα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι ο κατηγορούμενος αυτός
    μετέβη στην Γενική Ασφάλεια Αθηνών υπό το βάρος των ήδη αποκαλυφθέντων
    εκ της δραστηριότητος του μάρτυρος Δ. και των προς αυτών αποκαλύψεων
    των αδελφών Ρ. και της B.Α., ουδέν το νέο  απεκάλυψε πλην των ήδη
    γνωστών εκ των κατά τα άνω αποκαλύψεων των αδελφών Ρ. και B.Α, και των
    ενεργειών του Θ.Δ. και ως και ο ίδιος δέχεται στην απολογία του,
    εψεύσθη και επέκρυψε οτιδήποτε σχετικό με τη δική του συμμετοχή στις
    ρηθείσες αξιόποινες πράξεις. Ταύτα δεν συνιστούν συμπεριφορά
    ενδεικνύουσα ειλικρινή μεταμέλεια αυτού και επιδίωξη άρσεως ή μειώσεως
    των συνεπειών των πράξεών του. Δεν συνιστά δε τοιαύτη μόνη πλέον η
    ρηματική δήλωση αυτού περί του ότι μεταμελήθη για την εγκληματική
    συμπεριφορά του, ετέρα δε ενέργεια αυτού, ενδεικτική ειλικρινούς
    μεταμελείας του ή επιδιώξεως άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών των
    πράξεών του δεν απεδείχθη από τα άνω αποδεικτικά μέσα.
 
      Η τρίτη των κατηγορουμένων ισχυρίζεται ως αποδεικτικό της ειλικρινούς
    μεταμελείας της γεγονός το ότι αυτή τόσο στην προανάκριση, όσο και στην
    ανάκριση, αλλά και στο ακροατήριο, ήταν η μόνη που είπε την αλήθεια, σε
    αντίθεση με τους συγκατηγορουμένους της. Και τα υπό της κατηγορουμένης
    αυτής υποστηριζόμενα δεν είναι βάσιμα. Ως δείκνυται από τα ρηθέντα
    αποδεικτικά μέσα αυτή απεκάλυψε μεν ορισμένα σημαντικά γεγονότα, σχέση
    έχοντα με την εγκληματική δραστηριότητα των συγκατηγορουμένων της,
    προσεπάθησε όμως επιμελώς να συγκαλύψει την ιδική της δραστηριότητα και
    συμμετοχή και να εμφανίσει εαυτήν, αν και δεν συνέβαινε τοις πράγματι
    τούτο, ως παθητικό θεατή των εγκλημάτων των συγκατηγορουμένων της και
    θύμα του πρώτου από αυτούς, με αποκλειστικό σκοπό να αποφύγει τον
    προσήκοντα στις αξιόποινες πράξεις της κολασμό, πράγμα βέβαια που δεν
    ενδεικνύει μεταμέλεια αυτής και ψυχική αποδοκιμασία των πράξεών της.
    Ούτε βέβαια συνιστά, ως εξετέθη και για τους λοιπούς των
    κατηγορουμένων, ειλικρινή μεταμέλεια μόνη πλέον η ρηματική δήλωσή της
    ότι μετανοεί για τις πράξεις της. Δεν αποδεικνύεται δε από τα ρηθέντα
    αποδεικτικά μέσα και δι` αυτήν οποιαδήποτε άλλη συμπεριφορά της,
    ενδεικτική ειλικρινούς μεταμελείας της. Ενόψει τούτων κρίνεται ότι δεν
    συντρέχει υπέρ των κατηγορουμένων η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση
    (άρθρ. 84 παρ. 2 δ` ΠΚ) και τα αντίθετα υπό των κατηγορουμένων είναι
    αβάσιμα και απορριπτέα.
 
      Προβάλλουν περαιτέρω οι πρώτος και τρίτη των κατηγορουμένων ότι από
    της τελέσεως των πράξεών τους έως τώρα, δηλαδή για σχετικά μεγάλο
    διάστημα συμπεριφέρθηκαν καλά και ζητούν την αναγνώριση υπέρ αυτών της
    ελαφρυντικής περιστάσεως του άρ. 84 παρ. 2 ε` ΠΚ. Από τα ρηθέντα
    αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα εξής: Οι κατηγορούμενοι αυτοί μετά
    την τέλεση της τελευταίας από τις άνω αξιόποινες πράξεις τους, δηλαδή
    από της δολοφονίας της Γ.Γ. κατά την 15.4.1993, διήγαγον εν ελευθερία
    μέχρι του τέλους του μηνός Δεκεμβρίου ιδίου έτους, οπότε και
    συνελήφθησαν και στην συνέχεια κρατήθηκαν προσωρινώς και ακολούθως με
    βάση την εκκαλούμενη απόφαση. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν
    επέδειξαν κάποια αξιόποινη δραστηριότητα, αλλά ούτε και επέδειξαν
    συμπεριφορά ενδεικτική προθέσεώς τους ν` αποκολληθούν από την
    προηγούμενη δραστηριότητά τους και να ενταχθούν σε ομαλό κοινωνικό
    πλαίσιο. Κατά το τετραετές περίπου εν συνεχεία διάστημα της διαβιώσεώς
    τους στις φυλακές επεδείξαντο την επιβαλλόμενη εκ του κανονισμού των
    φυλακών καλή πειθαρχική διαγωγή. Ενόψει τούτων, δηλαδή του όχι σχετικά
    μεγάλου χρονικού διαστήματος από της τελέσεως των πράξεών τους έως τώρα
    και της κατά το μείζον τούτου (τετραετίας περίπου) επιβεβλημένης σε
    αυτούς κατά την διάρκεια της κρατήσεώς τους καλής συμπεριφοράς στις
    φυλακές και όχι επιδειχθείσης τοιαύτης από ελεύθερη αυτών επιλογή,
    κρίνεται ότι δεν συντρέχει υπέρ αυτών η ελαφρυντική περίσταση του άρ.
    84 παρ. 2 ε` ΠΚ.
 
      Κατά το άρ. 133 ΠΚ, "αν κάποιος κατά τον χρόνο που τελέστηκε η πράξη
    έχει συμπληρωμένο το 17ο, όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του, το
    δικαστήριο μπορεί να του επιβάλλει ποινή ελαττωμένη (άρ. 83). Σε μία
    τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται και εδώ οι διατάξεις των παραγράφων 2 και
    3 του άρ. 130". `Ολοι οι κατηγορούμενοι κατά το χρόνο τελέσεως των
    ρηθεισών αξιοποίνων πράξεών τους, είχαν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα,
    συμπληρώσει το 17ο, όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας τους.`Οπως
    εκτέθηκε οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων προέβησαν στις
    ανθρωποκτονίες των Θ.Σ. και Γ.Γ. κατόπιν ψυχραίμως και επιμελώς
    καταστρωθέντων σχεδίων και κατά την τέλεση αυτών επέδειξαν κατά τα
    ειδικότερα εκτεθέντα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ιδιαίτερη
    σκληρότητα και αγριότητα. Κρίνεται εκ τούτων ότι δεν συντρέχει
    περίσταση εφαρμογής ως προς αυτούς της εν λόγω διατάξεως (άρ. 133 ΠΚ)
    και μειώσεως της ποινής τους κατά το άρ. 83 Π.Κ.  Αντιθέτως κρίνεται
    ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής (133 ΠΚ) ως προς
    την τρίτη των κατηγορουμένων, στην οποία πρέπει εκ τούτου να επιβληθεί
    ποινή ελαττωμένη κατά το άρ. 83 του ΠΚ. Η τρίτη των κατηγορουμένων
    (Δ.Μ.) ισχυρίζεται πέραν της άρνησής της περί τελέσεως από αυτή
    οποιασδήποτε από τις αξιόποινες πράξεις, που της αποδίδονται και τα
    εξής: α) `Οτι σε κάθε περίπτωση η συμμετοχή της στην αρπαγή της
    ανηλίκου Θ.Σ. είναι η τοιαύτη της απλής συνέργειας και όχι της
    συναυτουργίας, β) Οτι σε κάθε περίπτωση η οποιαδήποτε εμπλοκή της στην
    ανθρωποκτονία της Δ.Σ. είναι η τέλεση από αυτήν της αξιόποινης πράξης
    της παρασιωπήσεως εγκλήματος, γ) Οτι τα οποιαδήποτε από αυτήν πραχθέντα
    στην ανθρωποκτονία της Δ.Σ. δεν συνιστούν απλή (φυσική ή ψυχική)
    συνδρομή της στην πράξη αυτή, δ) Οτι σε κάθε περίπτωση η οποιαδήποτε
    εμπλοκή της στην πράξη της ανθρωποκτονίας της Γ.Γ. είναι η τέλεση από
    αυτήν της αξιόποινης πράξης της παρασιωπήσεως εγκλήματος. Τα
    επικαλούμενα αυτά από την εν λόγω κατηγορουμένη είναι, σύμφωνα με τα
    όσα προεκτέθηκαν, ως αποδεικνυόμενα από τα αποδεικτικά μέσα και
    αναλυτικώς παραπάνω αναφέρονται ως προς την συμμετοχή της και τον βαθμό
    αυτής στις άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κρίνεται ένοχος,
    αβάσιμα και απορριπτέα. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων ισχυρίζεται, ότι
    σε κάθε περίπτωση η συμμετοχή του στις ανθρωποκτονίες των Θ.Σ. και Γ.Γ.
    ήταν η τοιαύτη της απλής συνέργειας, επικαλούμενος προς στήριξη τούτων
    μέρος των αποδεικτικών μέσων και δη την ιατροδικαστική έκθεση του
    ιατροδικαστού Κ., μέρος της απολογίας του πρώτου των  κατηγορουμένων
    και κατάθεση της τρίτης τούτων. Ο ισχυρισμός αυτός του εν λόγω
    κατηγορουμένου είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ως αποδεικνυόμενα από
    το σύνολο των ρηθέντων αποδεικτικών μέσων και αναλυτικώς παραπάνω
    αναφερόμενα ως προς την συμμετοχή του και τον βαθμό αυτής στις άνω
    πράξεις, αβάσιμος και απορριπτέος.
 
      Με τις διατάξεις του άρ. 17 του Ν. 1916/1990 ορίζονται τα εξής: Παρ.
    1 "Οποιος διέπραξε εγκλήματα που αναφέρονται στον παρόντα νόμο ή άλλα
    συναφή προς αυτά απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν πριν ασκηθεί η ποινική
    δίωξη εναντίον του αποχωρήσει  από την ομάδα ή την οργάνωση και δώσει
    πληροφορίες για τα πρόσωπα, την οργανωτική δομή και την  δραστηριότητά
    τους και κατ` αυτόν τον τρόπο συντελέσει στην  εξάρθρωσή τους. Σε
    περίπτωση που δεν συντελεσθεί η εξάρθρωση της ομάδος ή της οργάνωσης ή
    οι πληροφορίες συντέλεσαν μόνον στην ματαίωση σχεδιαζόμενης
    εγκληματικής πράξης, το προβλεπόμενο στον νόμο ανώτατο όριο ποινής
    μειώνεται στο ήμισυ, επί δε ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται ποινή
    κάθειρξης μέχρι 15 ετών, μη αποκλειομένης της εφαρμογής της διατάξεως
    του άρ. 84 του Ποινικού Κώδικα. Μπορεί όμως το δικαστήριο εκτιμώντας τη
    μεταμέλεια, τις ειδικές περιστάσεις και την προσωπικότητα του δράστη να
    τον κρίνει ατιμώρητο". Παρ. 2: "Οι διατάξεις του πρώτου και του
    δευτέρου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και
    στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος μετά την άσκηση της ποινικής
    διώξεως και μέχρι να καταδικασθεί αμετακλήτως έδωσε τις ανωτέρω
    πληροφορίες". Μεταξύ των εγκλημάτων που αναφέρονται στο νόμο αυτό (άρ.
    1 αυτού) [είναι] και η συγκρότηση ή συμμετοχή σε ομάδα ή οργάνωση δύο ή
    περισσοτέρων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη κατ`  εξακολούθηση ή
    σωρρευτικά, πλην άλλων, ανθρωποκτονίας, αρπαγής προσώπων, εμπρησμού ως
    και τέλεση των εγκλημάτων αυτών. Ο νόμος αυτός (1916/1990) καταργήθηκε
    με την διάταξη του άρ. 35 του Ν. 2172/1993, του οποίου η ισχύς άρχισε
    από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 16.12.1993.
    Η διάταξη όμως του άρ. 17 του νόμου αυτού (1916/1990) έχει εφαρμογή ως
    επιεικεστέρα, κατ` άρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, και επί των εγκλημάτων που
    τελέσθηκαν υπό το κράτος ισχύος του και όταν  εκδικάζονται αυτά μετά
    την κατάργησή του.
 
      Εν προκειμένω ο δεύτερος των κατηγορουμένων Ε.Δ. ισχυρίζεται ότι
    έχοντας αποχωρήσει από την ομάδα και αφού έλαβε άδεια από στρατιωτική
    μονάδα της Χίου, όπου υπηρετούσε, ήλθε στην Αθήνα την 23.12.1993 για να
    καταθέσει για την εγκληματική δραστηριότητα των προσώπων (Κ. κ.λπ.) της
    ομάδος, τα πρόσωπα αυτής και την οργανωτική της δομή, πλην δεν επέτυχε
    του σκοπού του διότι δεν ανεύρε στην Γενική Ασφάλεια όπου μετέβη τον
    αρμόδιο αξιωματικό, ότι την επομένη (24.12.1993) και αφού περί την 12η
    ώρα αυτής συνηντήθη με τον μάρτυρα Θ.Δ., από τον οποίο και μόνο ζήτησε,
    λόγω των γνωριμιών του ως τέως αξιωματικού της Αστυνομίας, να
    μεριμνήσει ώστε κατά τη νεα μετάβασή του στη Γενική Ασφάλεια να
    συναντηθεί με τον αρμόδιο αξιωματικό, μετέβη, μετά από σχετικές
    συνεννοήσεις την 19ην ώρα της ημέρας αυτής στην γενική Ασφάλεια,
    συνηντήθη με τον αρμόδιο αξιωματικό και έδωσε σαφείς και συγκεκριμένες
    πληροφορίες για τα πρόσωπα (Α.Κ. κ.λπ.) την οργανωτική δομή της ομάδας
    και την εν γένει δραστηριότητα αυτής, ώστε εκ των πληροφοριών αυτών
    επετεύχθη η εξάρθρωση της ομάδας και των προσώπων. Ζητεί δε ενόψει
    τούτων και του ότι τα παραπάνω έλαβαν χώρα, προ της ασκήσεως ποινικής
    διώξεως, να κριθεί ατιμώρητος άλλως την απαλλαγή του από κάθε ποινή
    λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, άλλως την επιβολή  μειωμένης τοιαύτης.
 
      Επί του ισχυρισμού και αιτήματος τούτου του δευτέρου των
    κατηγορουμένων πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) `Οτι, ως αποδεικνύεται εκ
    των αποδεικτικών μέσων και εκτέθηκε και παραπάνω αυτός και ο πρώτος των
    κατηγορουμένων ενώθηκαν από της 1.12.1991 για την διάπραξη
    κακουργημάτων, που δεν είχαν ειδικά καθορισθεί, στην συνέχεια δε ο
    πρώτος των κατηγορουμένων, με την αμέριστη συμπαράσταση αυτού
    (δευτέρου) και της τρίτης τούτων, προέβη στην σύσταση ομάδος, εκ νεαρών
    και αφελών ατόμων, τα οποία ενστερνίσθηκαν, έστω και επιδερμικώς, τις
    περί σατανισμού δοξασίες, β) `Οτι εξ ουδενός των ρηθέντων αποδεικτικών
    μέσων προκύπτει το παρ` αυτού (δευτέρου κατηγορουμένων) επικαλούμενο
    ότι μετέβη την 23.12.1993 στην Γενική Ασφάλεια για να καταθέσει για την
    εγκληματική δραστηριότητα των προσώπων της ομάδας, τα πρόσωπα αυτής και
    την οργανωτική της δομή και δεν επέτυχε του σκοπού του αυτού, διότι δεν
    ανεύρε τον αρμόδιο αξιωματικό, γ) Από τα ρηθέντα αποδεικτικά μέσα
    αποδεικνύεται, ως και ανωτέρω εκτέθηκε, ότι ο δεύτερος των
    κατηγορουμένων συναντήθηκε, πράγματι την μεσημβρία της 24.12.1993 μετά
    του μάρτυρος Θεοδώρου Διαμάντη, ο οποίος ερευνούσε τις συνθήκες
    εξαφανίσεως της Θ.Σ. και ο οποίος είχε πληροφορηθεί, από τις προς αυτόν
    αποκαλύψεις των αδελφών Ρ. και της B.Α., τα περί της τύχης της ατυχούς
    παιδίσκης και της εγκληματικής δραστηριότητας των κατηγορουμένων. Τα
    όσα εγνώριζε ο εν λόγω Δ. περί της εξαφανίσεως και της τύχης της Δ.Σ.
    και βέβαια ο εν λόγω κατηγορούμενος, ως δράστης των παραπάνω αξιοποίνων
    πράξεών του, έθεσε υπόψη αυτού (δευτέρου κατηγορουμένου)ο πρώτος (Δ.)
    και εκ τούτων αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) κατενόησε ότι είχε φθάσει
    η ώρα της αποκαλύψεως της εγκληματικής δραστηριότητας αυτού και των
    συγκατηγορουμένων του και επέκειτο η σύλληψη και η κλήση προς λογοδοσία
    για την δραστηριότητά τους αυτή. Κατόπιν τούτων ο δεύτερος των
    κατηγορουμένων την 7ην απογευματινή ώρα της αυτής ημέρας μετέβη στην
    Γενική Ασφάλεια Αθηνών, όπου τον ανέμενε ο μάρτυς Δ., ο οποίος και τον
    οδήγησε στον αρμόδιο προς λήψη καταθέσεώς του αξιωματικό της
    αστυνομίας. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων κατά την κατάθεσή του αυτή,
    ως και ο ίδιος στην απολογία του παραδέχεται, εψεύσθη και ως δείκνυται
    εκ των ρηθέντων αποδεικτικών μέσων, όχι μόνον δεν έδωσε πληροφορίες
    περί της προπεριγραφείσης εγκληματικής δραστηριότητος αυτού και των
    συγκατηγορουμένων, αλλά επεδίωξε να παραπλανήσει τις διωκτικές αρχές ως
    προς την δραστηριότητα αυτή, προσεπάθησε δε μόνον, ως τούτα άλλωστε
    εύλογο ήταν, ν` αποσείσει οποιαδήποτε δική του ανάμιξη. Ανέφερε μόνον
    τα γνωστά εκ των αποκαλύψεων των αδελφών Ρ. και B.Α., περί της
    επιβιβάσεως της ατυχούς Δ.Σ. στο αυτοκίνητο του συγκατηγορουμένου του
    Κ. και επικαλέσθηκε άγνοια περί του τελικού προορισμού και της τύχης
    αυτής, ισχυρισθείς ότι αυτός απεβιβάσθη του αυτοκινήτου στην οικία του
    στην Παλλήνη και ότι εκ τούτου δεν εγνώριζε τα μετέπειτα διαδραμόντα,
    εξέφρασε δε μόνον υπόνοια περί του ότι συνέβη σε αυτή κάτι κακό, λόγω
    των προς αυτόν, σε ετέρα, της θανατώσεως της παιδίσκης ημέρα διηγήσεων
    του Κ. Περί της ετέρας δραστηριότητας αυτού και των συγκατηγορουμένων
    του και ιδία περί της θανατώσεως και των συνθηκών αυτής της Γ.Γ., ουδέν
    ανέφερε. Η εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού δεν συνιστά
    παροχή πληροφοριών για τα πρόσωπα, την οργανωτική δομή και την
    δραστηριότητα εγκληματικής ομάδας και συνεπώς κρίνεται ότι δεν δύναται
    να τύχει εφαρμογής ως προς τον κατηγορούμενο αυτό η ρηθείσα διάταξη του
    άρ. 17 του ν. 1916/1990 και τα περί του αντιθέτου από αυτόν
    υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
 
      5. Με αυτά που δέχθηκε, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε στην
    προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων
    93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ όπως ισχύει ειδική και
    εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ` αυτή, με σαφήνεια,
    πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που
    προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση
    του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των
    εγκλημάτων, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις
    οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις
    ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρ. 45, 46 παρ.lβ`, 47 παρ. 1, 84
    παρ. 2 εδ. α`, δ` και ε`, 133, 175 παρ. 1, 187 παρ. 1, 199, 265 παρ. 1,
    299 παρ. 1, 324 παρ. 1, 325 και 366 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς
    ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε αμέσως ούτε εκ πλαγίου.
    Ειδικότερα, αιτιολογείται σαφώς, πλήρως και με επαρκή εξειδίκευση η
    συμμετοχική δράση του δευτέρου αναιρεσείοντος, Ε.Δ., ως συναυτουργού
    στις παραπάνω ανθρωποκτονίες και όχι ως συνεργού στις πράξεις του
    πρώτου αναιρεσείοντος, Α.Κ., αφού αναφέρεται στην απόφαση, ότι οι
    αναιρεσείοντες αυτοί μαζί, με τα χέρια τους, 1) απέφραξαν μύτη και
    στόμα της Θ.Σ., την οποία προηγουμένως είχαν κτυπήσει και οι δύο με
    ξύλινους ράβδους, με συνέπεια να της επιφέρουν το θάνατο από ασφυξία
    και 2) σήκωσαν τον ογκόλιθο, τον οποίο δεν μπορούσε να σηκώσει ο ένας,
    και συνέθλιψαν με αυτόν την κεφαλή της Γ.Γ., με αποτέλεσμα να επιφέρουν
    το θάνατο αυτής, όπως και στις δύο περιπτώσεις είχαν συναποφασίσει και
    ήθελαν, τα περιστατικά δε αυτά συνιστούν συμμετοχική δράση των
    αναιρεσειόντων κατά συναυτουργία.
 
      Επίσης, με την επιβαλλόμενη αιτιολογία απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς
    ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, Ε.Δ., για αναγνώριση στο πρόσωπό του των
    από τα άρ. 84 παρ.2 εδ.α` και δ` και 133 του Π.Κ. ελαφρυντικών
    περιστάσεων προηγούμενου έντιμου βίου, ειλικρινούς μετάνοιας και
    μετεφηβικής ηλικίας, διότι σε σαφήνεια διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη
    απόφαση, ότι ο αναιρεσείων αυτός: 1) Πριν από την τέλεση των παραπάνω
    πράξεων, διήγε βίο ράθυμο, ήταν άμεσος συμπαραστάτης του πρώτου
    αναιρεσείοντος, Α.Κ., στη μύηση νέων μελών στις σατανιστικές δοξασίες
    και συμπρωταγωνιστούσε με αυτόν στην οργάνωση των σατανιστικών τελετών,
    κατά τις οποίες τα μέλη υποβάλλονταν σε μείωση και εξευτελισμό της
    προσωπικότητας, με την παράσταση των ανδρών σε παράδοξες και
    βασανιστικές στάσεις και των γυναικών γυμνών. Η συμπεριφορά αυτή,
    εξόχως αντικοινωνική, αποκλείει τη συνδρομή της από το άρ. 84 παρ. 2α
    του ΠΚ ελαφρυντικής περίστασης, η οποία απαιτεί σωρευτικά και
    προηγούμενο έντιμο κοινωνικό βίο. 2) Δήλωσε ρηματικά μόνο ότι
    μεταμελήθηκε για την εγκληματική του συμπεριφορά και δεν προέβη σε
    κάποια άλλη ενέργεια που να μαρτυρεί μεταμέλεια, ο δε ισχυρισμός του
    ότι απεκάλυψε πρώτος στην Αστυνομία τη δομή της ομάδας των σατανιστών
    και τις παράνομες πράξεις, ώστε να εξαρθρωθεί η ομάδα και να συλληφθούν
    οι ένοχοι, είναι αβάσιμος. Μόνη όμως, η ρηματική δήλωση μεταμέλειας δεν
    συνιστά την κατ` άρ. 84 παρ. 2 εδ. δ` του ΠΚ μετάνοια, η οποία
    απαιτείται να είναι εκούσια και έμπρακτη, συνοδευόμενη από ενέργειες ή
    πράξεις που να μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιδίωξε να άρει ή να μειώσει
    τις (οικονομικές ή άλλες) συνέπειες της πράξης του. Και 3) Γεννημένος
    το έτος 1974, προέβη μαζί με τον πρώτο αναιρεσείοντα, Α.Κ., στις
    παραπάνω ανθρωποκτονίες της Θ.Σ. και Γ.Γ. με βάση σχεδίων που
    κατέστρωσαν επιμελώς και ψυχραίμως και εκτέλεσαν αυτές με ιδιαίτερη
    σκληρότητα και αγριότητα. Τα εκτιθέμενα αυτά περιστατικά, που μαρτυρούν
    ωριμότητα, συναισθηματική ψυχρότητα και επικινδυνότητα του δράστη,
    δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για μη αναγνώριση
    στον αναιρεσείοντα , Ε.Δ., της από το άρ. 133 του ΠΚ ελαφρυντικής
    περίστασης. Περαιτέρω αιτιολογείται σαφώς και πλήρως στην προσβαλλόμενη
    απόφαση η συμμετοχική δράση της κατηγορουμένης Δήμητρας Μαργέτη, στις
    παραπάνω ανθρωποκτονίες, η δε σχετική, ως προς την ανθρωποκτονία της
    Θ.Σ., αιτιολογία της απόφασης, ότι "ενώ οι συγκατηγορούμενοί της
    (Δ.Μ.), έχοντες συναποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, η οποία τους
    επέτρεπε τη σκέψη, να την σκοτώσουν, την παρέσυραν, όσο ζούσε, με την
    πρόφαση ότι θα την μυούσαν στη σατανική λατρεία, την οδήγησαν με το
    αυτοκίνητο του πρώτου από αυτούς στην ερημική τοποθεσία "Σέσι" Κορωπίου
    Αττικής και εκεί αφού την έβγαλαν από το αυτοκίνητο, την οδήγησαν σε
    πλάτωμα της τοποθεσίας αυτής και εκεί αφού την κτύπησαν με ξύλο στο
    κεφάλι, της έκλεισαν με τα χέρια τους το στόμα και την μύτη μέχρι που
    έπαθε ασφυξία, από την οποία ως μόνη και ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατός
    της, αυτή (Δ.Μ.) από πρόθεση παρέσχε σε αυτούς απλή συνδρομή,
    συνιστάμενη το μεν, πριν από την τέλεση της άδικης πράξης, στο ότι
    έπεισε την παθούσα να επιβιβασθεί του αυτοκινήτου του πρώτου των
    συγκατηγορουμένων της και να μεταβεί στην ως άνω ερημική τοποθεσία,
    δήθεν προς μύηση και όταν έφθασαν στην εν λόγω τοποθεσία έπεισε αυτή να
    ακολουθήσει την ίδια (κατηγορουμένη) και τους άνω συγκατηγορουμένους
    της στο πλάτωμα της τοποθεσίας, όπου θανατώθηκε, το δε, κατά την τέλεση
    της πράξεως, στο ότι κατόπτευε, κατά την διάρκειά της, τη γύρω περιοχή,
    προς έγκαιρη επισήμανση  οποιουδήποτε γεγονότος και ιδίως της παρουσίας
    είτε άλλου τρίτου είτε οργάνου της τάξεως, που θα μπορούσε να
    δημιουργήσει κίνδυνο είτε ματαιώσεως αυτής (πράξεως) είτε συλλήψεως των
    δραστών και προς έγκαιρη ειδοποίηση αυτών και έτσι, δι` όλων των
    ενεργειών της αυτών, διηυκόλυνε τους δράστες στην τέλεση της πράξης",
    θεμελιώνει τη συμμετοχική μορφή της απλής και όχι της άμεσης συνέργειας
    της κατηγορουμένης, Δήμητρας Μαργέτη, στην ανθρωποκτονία αυτή, όπως
    δέχθηκε και το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, διότι υπό τα προεκτιθέμενα
    περιστατικά, η συνδρομή της εν λόγω κατηγορουμένης δόθηκε πριν από την
    τέλεση της πράξης και κατά τη διάρκεια τέλεσής της, κατά τρόπο που δεν
    συνδέεται με αυτή άμεσα, αφού και χωρίς τη βοήθειά της, που
    παρασχέθηκε, θα ήταν δυνατή αναμφίβολα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω
    από τις περιστάσεις που  τελέστηκε.
 
      Τέλος, επαρκώς αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναγνώριση
    υπέρ της κατηγορουμένης, Δ.Μ., της ελαφρυντικής περίστασης της
    μετεφηβικής ηλικίας, αφού με την παραπάνω περικοπή της αιτιολογίας, ότι
    "Αντιθέτως κρίνεται ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης
    αυτής (133 ΠΚ) ως προς την τρίτη των κατηγορουμένων, στην οποία πρέπει
    εκ τούτου να επιβληθεί ποινή ελαττωμένη, κατ` άρ. 83 ΠΚ", σε συνδυασμό
    με τα όσα εκθέτονται στο σκεπτικό ως προς τον τρόπο της συμμετοχικής
    της δράσης στην τέλεση των πράξεων, σαφώς νοείται ότι κατ` αντίθεση
    προς τον τρόπο τέλεσης των ανθρωποκτονιών από τους αναιρεσείοντες,
    Α.Κ., γεννημένο το 1972, και Ε.Δ., γεννημένο το 1974, οι οποίοι
    προέβησαν στις πράξεις ύστερα από ψύχραιμο και επιμελή σχεδιασμό και με
    ιδιαίτερη σκληρότητα και αγριότητα, η συμπεριφορά της κατηγορουμένης,
    Δ.Μ., γεννημένης το 1975, δεν περιέχει αυτό τα στοιχεία, δηλαδή τον
    επιμελή σχεδιασμό και την ιδιαίτερη σκληρότητα και αγριότητα στην απ`
    αυτή τέλεση των πράξεων, έτσι ώστε, ενόψει και του ανώριμου της ηλικίας
    της (17 ετών κατά την τέλεση των πράξεων), να δικαιολογείται η κρίση
    του δικαστηρίου της ουσίας για αναγνώριση σ` αυτή της από το άρ. 133
    του ΠΚ ελαφρυντικής περίστασης. Κατόπιν όλων αυτών, οι από το άρ. 510
    παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ λόγοι: α) πρώτος και δεύτερος του
    κυρίου δικογράφου και μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων της
    αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου, Ε.Δ., με τους οποίους προβάλλεται
    η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και
    εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, τόσο γενικά, όσο και ως
    προς τους ισχυρισμούς αυτού, 1) ότι η συμμετοχή του στην τέλεση των
    ανθρωποκτονιών ήταν με τη μορφή της συνέργειας στις πράξεις του Α.Κ.
    και 2) για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων προηγούμενου έντιμου
    βίου, ειλικρινούς μετάνοιας και μετεφηβικής ηλικίας και β) πρώτος και
    δεύτερος της αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τους
    οποίους πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση, 1) για εσφαλμένη  ερμηνεία
    και εφαρμογή των διατάξεων των άρ. 46 παρ. 1 εδ. β` και 47 παρ. 1 του
    ΠΚ, ως προς τη μορφή συμμετοχής της κατηγορουμένης Δ.Μ. στην τέλεση της
    ανθρωποκτονίας της Θ.Σ. και 2) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης
    αιτιολογίας, ως προς την αναγνώριση στην κατηγορουμένη Δ.Μ. της από το
    άρ. 133 του Π.Κ. ελαφρυντικής περίστασης, είναι αβάσιμοι. Οι
    περιεχόμενες στους λόγους αναίρεσης του Ε.Δ. αιτιάσεις, για εσφαλμένη
    εκτίμηση των αποδείξεων, που ανάγεται στην αναιρετικώς  ανέλεγκτη για
    πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
 
      6. Στο άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 1916/1990 "για την προστασία της κοινωνίας
    από το οργανωμένο έγκλημα", ορίζεται ότι "όποιος συγκροτεί ή συμμετέχει
    σε οργάνωση ή ομάδα δύο ή περισσοτέρων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη
    κατ` εξακολούθηση ή σωρευτικά: α) ανθρωποκτονίας, β) επικίνδυνης ή
    βαρειάς σωματικής βλάβης με χρήση όπλου ή εκρηκτικών ή εμπρηστικών
    υλών, γ) αρπαγής ή παράνομης κατακράτησης προσώπων ή κατάληψης
    συγκοινωνιακού μέσου, εντός του οποίου βρίσκονται πρόσωπα, με σκοπό τη
    χρησιμοποίηση των προσώπων αυτών ως ομήρων ή την καταβολή λίτρων
    κ.λ.π.", τιμωρείται με τις  αναφερόμενες σ` αυτό το άρ. κατά περίπτωση
    ποινές κάθειρξης. Κατά δε το άρ. 17 παρ. 1 του ίδιου νόμου, "όποιος
    διέπραξε εγκλήματα που αναφέρονται στον παρόντα νόμο ή άλλα συναφή προς
    αυτά, απαλλάσσεται από κάθε ποινή, αν, πριν ασκηθεί η ποινική δίωξη
    εναντίον του, αποχωρήσει από την ομάδα ή την οργάνωση και δώσει
    πληροφορίες για τα πρόσωπα, την οργανωτική δομή και τη δραστηριότητά
    τους και κατ` αυτόν τον τρόπο συντελέσει στην εξάρθρωσή τους". Από τις
    εν λόγω  διατάξεις του άνω νόμου, που έχει ήδη καταργηθεί με το άρ. 35
    του Ν. 2172/1993, προκύπτει ότι η θεσπισμένη από τη δευτέρα απ` αυτές
    περίπτωση απαλλαγής από την ποινή προϋποθέτει τέλεση αξιόποινων πράξεων
    από τις προβλεπόμενες σ` αυτό το νόμο και κατηγορία για τέτοιες
    πράξεις. Επομένως, ο ισχυρισμός του δευτέρου αναιρεσείοντος, Ε.Δ., ότι
    έχοντας αποχωρήσει από την ομάδα των σατανιστών, έδωσε πληροφορίες στην
    Αστυνομία με βάση τις οποίες επιτεύχθηκε η εξάρθρωση της ομάδας και των
    προσώπων και έτσι συντρέχει περίπτωση να απαλλαγεί από κάθε ποινή, ο
    οποίος απορρίφθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο
    με την απαιτούμενη αιτιολογία, είναι προεχόντως αλυσιτελής, αφού οι
    παραπάνω πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, δεν
    είναι από εκείνες που αναφέρονται στο Ν. 1916/1990, ούτε η ποινική
    δίωξη ασκήθηκε με βάση τις διατάξεις αυτού. Ενόψει αυτών, ο από το άρ.
    510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του
    κατηγορουμένου, Ε.Δ., με τον οποίο πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση,
    για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρ. 17
    του Ν. 1916/1990, είναι αβάσιμος.
πηγή : ΝΟΜΟΣ