«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Δημοκρατία ή Πλουτοκρατία ; 1 !

Χρηματοπιστωτική ΦΟΥΣΚΑ το χρέος ...
Άρα η Δημοκρατία α λα καρτ ...

Πωλίται .. [το βουβό σχόλιο της ημέρας]


Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Ίδρυση σωματείων από στρατιωτικούς [ΟλΑΠ 3/12]

3/2012 ΑΠ (ΟΛΟΜ) ( 574540)


(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕΦΑΔ 2012/482 , ΧΡΙΔ 2012/418)
Ένοπλες Δυνάμεις. Συνταγματικό δικαίωμα των Ελλήνων πολιτών να συνιστούν ενώσεις 
προσώπων και σωματεία. Εγγύηση του κράτους για το δικαίωμα του ανθρώπου αφενός ως 
ατόμου και αφετέρου ως μέλους του κοινωνικού συνόλου. Αρχή κοινωνικού κράτους δικαίου. 
Κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών από την ΕΣΔΑ. Σωματεία. 
Προϋποθέσεις έγκυρης σύστασής τους. Περιεχόμενο του καταστατικού τους. 
Η συνταγματική κατοχύρωση του ατομικού δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι σε συνδυασμό με τη 
συνταγματική αρχή της ισότητας. Ο σκοπός των σωματείων δεν πρέπει να αντιβαίνει σε κανόνες 
δημοσίας τάξεως. Έννοια αυτών. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι δεν εξαρτάται από προηγούμενη 
άδεια κρατικής ή άλλης αρχής ή αν υφίσταται ένας τέτοιος νόμος, τότε αυτός δεν εφαρμόζεται ως 
ερχόμενος σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις. Η πλειοψηφία του 
δικαστηρίου έκρινε ότι δεν αποτελούν ειδική κατηγορία Ελλήνων πολιτών. Αυτό σημαίνει ότι 
ισχύουν οι ίδιες ακριβώς ρυθμίσεις για τα ατομικά ή κοινωνικά δικαιώματα όλων των Ελλήνων 
πολιτών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Συντάγματος, με τις οποίες θεσπίζεται η κομματική 
ουδετερότητα των στρατιωτικών, (άρθρ. 29 § 3 ), τα κωλύματα εκλογιμότητάς τους (άρθρο 56 
§§ 1, 3 και 4) και η υπαγωγή τους στην δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων (άρθρο 96 § 
§ 4 και 5). Ενδεχόμενοι περιορισμοί στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι επιτρέπονται, εφόσον 
δικαιολογούνται από την αρχή της αναλογικότητας.  Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί, 
σύμφωνα με την πλειοψηφία, οι υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις υπόκεινται στο ίδιο 
ρυθμιστικό πλαίσιο του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, όπως κάθε Ελληνας πολίτης και 
εφαρμόζονται οι διατάξεις των αρ. 78 επ. του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε η προσβαλλόμενη 
απόφαση. Αντίθετη μειοψηφία. (Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 7666/2006 απόφαση ΕφΑθ). 
Παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ` αριθμ. 519/2010 απόφαση Δ` Τμήματος.

                                                               Αριθμός 3/2012 

                                                 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
                                                          ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Ηλία Γιαννακάκη,Προεδρεύοντα 
Αντιπρόεδρο (λόγω κωλύματος του Προέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα), Δημήτριο 
Πατινίδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπροέδρους, 
Χαράλαμπο Δημάδη- Εισηγητή, Βασίλειο Λυκούδη, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη 
Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Γεωργία Λαλούση, Αντώνιο Αθηναίο, 
Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, 
Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, 
Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη 
Γιαννακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο, 
Κυριακούλα Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, 
Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, 
Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών 
της σύνθεσης).

 Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία 
του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας 
Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

 Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Τ. Α., 2) Κ. Ε., 3) Φ. Ι., 4) Π. Ι., 5) Π. Α., 6) Β. Σ. και 7) Δ. Ι., 
κατοίκων ...... , με την ιδιότητα των μελών της προσωρινής διοικητικής επιτροπής της 
Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ", που 
εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τους οποίους εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι 
δικηγόροι Ευτύχιος-Δημήτριος Καλαμίδας και Γεώργιος Αντωνακόπουλος, που κατέθεσαν 
προτάσεις.

 Του καθού η κλήση - αναιρεσιβλήτου: του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος δεν 
εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. 

 Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.5.2005 αίτηση των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο 
Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5265/2005 οριστική του ίδιου 
Δικαστηρίου και 7666/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως 
ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24.8.2007 αίτησή τους. 

 Στη συνέχεια εκδόθηκε η 519/2010 απόφαση του Δ` Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε τους 
λόγους αναιρέσεως στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατά τα αναφερόμενα στο 
αιτιολογικό της. Μετά την παραπάνω απόφαση και την από 20.4.2010 κλήση των καλούντων-
αναιρεσειόντων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.

 Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες 
παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

 Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δήμαδης ανέγνωσε την έκθεσή του, με την οποία 
εισηγήθηκε την παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

 Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, 
ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις 
προτάσεις τους και ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του 
αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

 Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι 
αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

 Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, 
οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

 Κατά την 9η Ιουνίου 2011, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να 
διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Βασίλειος Λυκούδης, Ιωάννης 
Σίδερης, Νικόλαος Πάσσος και Γεώργιος Αδαμόπουλος, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, 
παρισταμένων πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της 
υπόθεσης, κατ` άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το 
άρθρο 44 του ν. 3659/2008.


                                                ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Ι. Επειδή, με την 519/2010 απόφαση του Δ` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου 
παραπέμφθηκαν στην πλήρη ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όλοι οι λόγοι από τους αριθμούς 1 και 
20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της από 27.5.2005 αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Τ., Ε. Κ. κ.λ.π. κατά 
του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, για αναίρεση της 7666/2006 αποφάσεως του εφετείου 
Αθηνών, ως δημιουργούντες ζητήματα εξαιρετικής σημασίας. Επομένως, νομίμως, με την από 
20.4.2010 κλήση των αναιρεσειόντων φέρονται, ενώπιον της πλήρους ολομελείας του Αρείου 
Πάγου, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως.

 ΙΙ. Επειδή, στο άρθρο 12 παρ. 1, 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος, ορίζεται ότι: "1. Οι Έλληνες 
έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, 
που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από 
προηγούμενη άδεια 2. Το σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί για παράβαση του νόμου ή ουσιώδους 
διάταξης του καταστατικού του, παρά μόνο με δικαστική απόφαση. 3. Οι διατάξεις της 
προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε ενώσεις προσώπων που δε συνιστούν 
σωματείο". Στο άρθρο 25 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος διαλαμβάνεται ότι: "1. Τα δικαιώματα του 
ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους 
δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Ολα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να 
διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και 
στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν 
κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από 
το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή 
της αναλογικότητας. 2. Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων 
δικαιωμάτων του ανθρώπου από την πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής 
προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη". Και στο άρθρο 29 παρ. 3 ορίζεται ότι: "Απαγορεύεται 
απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους 
δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα 
ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού 
κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα 
σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά 
πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, 
Οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων 
επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με 
διοικητική πράξη ή ως μέτοχο". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 παρ. 1 και 2 της Συμβάσεως της Ρώμης 
"διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", που έχει 
υπογραφεί στις 4.11.1950 και κυρώθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ 256 Α) 
εχούσης υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 Σ), ορίζεται ότι: "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα 
εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν του συνεταιρισμού, 
συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ` άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις 
συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων 
τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθεί εις εταίρους περιορισμούς πέρα των υπό του νόμου 
προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν 
ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, 
την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών 
των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν 
των δικαιωμάτων τούτων υπό μελών των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών 
υπηρεσιών του Κράτους". Τέλος, στα άρθρα 78, 79, 80 και 81 του ΑΚ ορίζεται, στο πρώτο, ότι 
"Ένωση προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό αποκτά προσωπικότητα όταν εγγραφεί 
σε ειδικό δημόσιο βιβλίο ...", στο δεύτερο, ότι "Για την εγγραφή του σωματείου στο βιβλίο οι 
ιδρυτές ή η διοίκηση του σωματείου υποβάλλουν αίτηση στο πρωτοδικείο. Στην αίτηση 
επισυνάπτονται η συστατική πράξη ... και το καταστατικό με τις υπογραφές των μελών και με 
χρονολογία", στο τρίτο ότι " Το καταστατικό για να είναι έγκυρο πρέπει να καθορίζει: 1. Το σκοπό, 
την επωνυμία και την έδρα του σωματείου, 2. ..." και στο τέταρτο, ότι "Αν συντρέχουν οι νόμιμοι 
όροι, το πρωτοδικείο δέχεται την αίτηση ...".

 Από τις παρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του 
Συντάγματος, δια των οποίων κατοχυρώνεται η αρχή της ισότητος, συνάγονται τα εξής: Με τα 
άρθρα 12 παρ. 1 του Συντάγματος και 11 της ΕΣΔΑ, επί των οποίων ερείδεται και η γενικοτέρας 
σημασίας συνταγματική αρχή της ελευθέρας κοινωνικής ομαδοποιήσεως, κατοχυρώνεται το 
δικαίωμα ή η ελευθερία της συνενώσεως (του συνεταιρίζεσθαι κατά την ορολογία των 
προϊσχυσάντων Συνταγμάτων), οι φορείς του οποίου έχουν το δικαίωμα συστάσεως ενώσεως ή 
σωματείου, που αποβλέπει σε μη κερδοσκοπικούς σκοπούς. Το ατομικό αυτό δικαίωμα, 
περιλαμβανόμενο στα δικαιώματα της συλλογικής δράσεως, με προέχον χαρακτηριστικό γνώρισμα 
το συλλογικό στοιχείο, παρέχεται, αδιακρίτως, σε όλους τους Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτως 
κοινωνικής ή επαγγελματικής τάξεως, η δε άσκησή του δεν τελεί "υπό την ειδική επιφύλαξη του 
νόμου". Από καμιά συνταγματική διάταξη δεν προκύπτει ότι για την απόλαυση από τους Έλληνες 
πολίτες του προαναφερομένου ατομικού δικαιώματος απαιτείται η έκδοση "τυπικού" νόμου, στα 
πλαίσια της συνταγματικής ρυθμίσεως του άρθρου 72 του Συντάγματος και των ορισμών στο 
άρθρο 25 παρ. 2 εδ. β` αυτού. Η διάταξη της παρ. 4 του Συντάγματος του 1975, δια της οποίας 
ήταν επιτρεπτή η επιβολή περιορισμών στους δημοσίους υπαλλήλους, όσον αφορά στην άσκηση 
του ανωτέρω δικαιώματος, καταργήθηκε με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής 
Βουλής των Ελλήνων. Ανεξαρτήτως, όμως, αυτού και στις περιοριστικώς στο Σύνταγμα 
διαλαμβανόμενες περιπτώσεις ρυθμιστικής υπό του κοινού νομοθέτου επεμβάσεως δια της 
εκδόσεως τυπικού νόμου για την πληρεστέρα ικανοποίηση του ατομικού δικαιώματος, η μη 
έκδοση τοιούτου νόμου, δεν επάγεται την επ` αόριστον αναστολή ή και την ματαίωση 
ικανοποιήσεώς του, διότι, κατά την μεταβατικού χαρακτήρος συνταγματική διάταξη του άρθρου 
112, στο Τρίτο Τμήμα του Τετάρτου Μέρους, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Σύνταγμα 
προβλέπει ρητώς την δημοσίευση ενός νόμου, οι υφιστάμενοι νόμοι ή οι διοικητικές πράξεις 
κανονιστικού περιεχομένου, με εξαίρεση εκείνων που αντιβαίνουν στο Σύνταγμα, εξακολουθούν να 
ισχύουν μέχρι την δημοσίευση του αντιστοίχου νόμου. Περαιτέρω, η στο άρθρο 12 παρ. 1 του 
Συντάγματος διατυπωμένη ρήτρα περί υποχρεώσεως των ασκούντων το ανωτέρω ατομικό 
δικαίωμα "να τηρούν τους νόμους του Κράτους", έχει την έννοια ότι τόσο ο καταστατικός σκοπός, 
όσο και η δραστηριότητα της ενώσεως ή του σωματείου πρέπει να μην αντιβαίνουν σε διατάξεις 
του νόμου, με αντικειμενικό και γενικό χαρακτήρα, που προστατεύουν έννομα αγαθά, τις οποίες 
υποχρεούται να τηρεί κάθε πολίτης στα πλαίσια της ατομικής του δραστηριότητος, όπως είναι οι 
ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ή και άλλοι νόμοι ρυθμιστικοί της συστάσεως, οργανώσεως και 
λειτουργίας ενώσεων και σωματείων, όπως οι διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ ή άλλες 
διατάξεις, δημοσίας τάξεως, εμπίπτουσες στο κανονιστικό πεδίο της συλλογικής δραστηριότητος 
και εκφράσεως των πολιτών, χωρίς να στρέφονται κατά ορισμένου προσώπου ή ομάδος 
προσώπων και χωρίς να καθιστούν ανέφικτη ή να δυσχεραίνουν, δυσαναλόγως, την σύσταση ή 
την λειτουργία ενώσεως ή σωματείου.

 Ειδικότερα δε, ως προς τον επιδιωκόμενο υπό της ενώσεως ή του σωματείου σκοπό ή τα 
προβλεπόμενα υπ` αυτών μέσα προς επίτευξη του καταστατικού σκοπού, πρέπει να μην 
αντιτίθενται σε κανόνες δημοσίας τάξεως, την εφαρμογή των οποίων δε μπορεί να αποκλείσει η 
ιδιωτική βούληση (αρ. 3 ΑΚ). Ως κανόνες δε δημοσίας τάξεως νοούνται εκείνες οι διατάξεις του 
αναγκαστικού δικαίου που συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού και οικονομικού 
συστήματος της χώρας. Επίσης, η άσκηση του ιδίου ως άνω ατομικού δικαιώματος δεν εξαρτάται 
από την έκδοση αδείας από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, νόμου ή από δικαστική απόφαση. 
Επομένως, ο νόμος δεν επιτρέπεται να εξαρτήσει την άσκηση του προαναφερομένου ατομικού 
δικαιώματος από προηγούμενη άδεια του κράτους ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή 
ιδιωτικού δικαίου, διάταξη δε νόμου που καθιερώνει την άδεια αυτή ως προϋπόθεση νομίμου 
συστάσεως και λειτουργίας ενώσεως ή σωματείου, αντίκειται ευθέως στο Σύνταγμα και δεν 
εφαρμόζεται. Περαιτέρω, του ατομικού δικαιώματος της συνενώσεως απολαμβάνουν, αδιακρίτως, 
όλοι οι Ελληνες πολίτες, μεταξύ δε αυτών και οι υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίοι 
τελούν σε ηθελημένη ειδική σχέση εξουσιάσεως προς το κράτος και σε ειδικό καθεστώς πειθαρχίας, 
μη συναγομένου του αντιθέτου ούτε εκ του γράμματος, ούτε εκ του πνεύματος των άνω 
συνταγματικών διατάξεων και της διατάξεως του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ. Η αρχή, άλλωστε, της 
ισότητος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος επιβάλλει στον 
νομοθέτη να μην δημιουργεί ρήγματα στην καθολικότητα των ατομικών ανθρωπίνων 
δικαιωμάτων, εκτός εάν το ίδιο το σύνταγμα εισήγαγε προσόντα προς άσκηση κάποιου 
δικαιώματος ή εάν η εις βάρος κάποιου αναστολή ή στέρηση κάποιου ατομικού δικαιώματος 
επιτρέπεται. Το αντίθετο, η αναγνώριση δηλαδή της δυνατότητος να εισάγονται οι γενικές 
εξαιρέσεις από τον νομοθέτη, εκεί όπου το Σύνταγμα δεν διακρίνει ή απλώς σιωπά, θα άφηνε, κατ` 
ουσίαν, ελεύθερο το πεδίο για την αναβίωση αυθαιρέτων διακρίσεων ενώπιον του νόμου και την 
δημιουργία πολιτών ιδιαιτέρων τάξων, ομάδων ή κατηγοριών (Ολ. ΣΤΕ 867/88). Οι υπηρετούντες 
δε στις ένοπλες δυνάμεις, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του δικαστηρίου, δεν αποτελούν ειδική 
κατηγορία Ελλήνων πολιτών, κείμενοι εκτός του πεδίου των επί μέρους εγγυήσεων των 
συνταγματικών δικαιωμάτων, οι οποίες δεν προβλέπουν, ρητώς, εξαιρέσεις από το πεδίο 
εφαρμογής τους, ούτε μπορεί να ισχύσει γι` αυτούς ένα τεκμήριο διαφοροποιήσεως ως προς την 
απόλαυση όλων, ανεξαιρέτως, των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπονται από το Σύνταγμα για 
όλους τους Ελληνες, ανεξαρτήτως φύλου, επαγγέλματος, κοινωνικής ή οικονομικής τάξεως, υπό 
την έννοια ότι αυτοί έχουν μόνο εκείνα τα δικαιώματα, που ρητώς τους απονέμει η ισχύουσα 
συνταγματική τάξη και η κείμενοι νόμοι. Αντιθέτως, αυτοί, κατά τεκμήριο έχουν όλα τα 
δικαιώματα που έχουν όλοι οι Ελληνες πολίτες με τους, κατά το Σύνταγμα, θεμιτούς περιορισμούς, 
που μπορούν να επιβληθούν. Το Σύνταγμα, εκτός από τις διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζει την 
κομματική ουδετερότητα των στρατιωτικών, (άρθρ. 29 § 3 ), τα κωλύματα εκλογιμότητός τους 
(άρθρο 56 §§ 1, 3 και 4) και την υπαγωγή τους στην δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων 
(άρθρο 96 § § 4 και 5), δεν περιέχει καμμιά άλλη ρύθμιση, γενική ή ειδική, για τα συνταγματικά 
δικαιώματα των υπηρετούντων στις Ενοπλες Δυνάμεις. Η ανωτέρω ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται 
και από το γεγονός, ότι πρόταση τροπολογίας από τον τότε Βουλευτή της Αξιωματικής 
Αντιπολιτεύσεως Γ.Β. Μ. στο άρθρο 11 του Σχεδίου Συντάγματος του 1975 να προστεθεί διάταξη 
ορίζουσα ότι "Διά νόμου δύνανται να επιβληθούν περιορισμοί εις το δικαίωμα των στρατιωτικών 
και των αστυνομικών να συνεταιρίζονται", δεν έγινε δεκτή και δεν περιελήφθη στο Σύνταγμα του 
1975. Εκτός αυτού, η ανυπαρξία κάποιου συνταγματικώς και από Διεθνείς Συμβάσεις 
προστατευομένου ατομικού δικαιώματος, και μάλιστα χωρίς την ειδική επιφύλαξη του νόμου, 
τουλάχιστον ως προς τα συστατικά αυτού στοιχεία που συγκροτούν τον πυρήνα του, στα πλαίσια 
της ερμηνείας των αντιστοίχων συνταγματικών διατάξεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί "ως δεδομένη 
ή αυτονόητη", αν ληφθεί υπόψη, ότι στην περίπτωση της συστάσεως ενώσεων από τους 
υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, ο Συντακτικός Νομοθέτης τελούσε εν γνώσει του 
κρατούντος και σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως γενικοτέρου νομικού 
προβληματισμού, που όμως αυτή (σύσταση ενώσεως) επιτρέπεται όπως στη Γερμανία, στα πλαίσια 
της ερμηνείας και εφαρμογής της, αντιστοίχου με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος, 
διατάξεως του άρθρου 9 ΙΙ του Γερμανικού Συντάγματος.

 Εξάλλου, αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί και από τις ουσιαστικές ποινικές 
διατάξεις του ισχύοντος στρατιωτικού ποινικού κώδικος (άρθρ. 46 και 47 Ν. 2287/1995 (Α` 20), οι 
οποίες προβλέπουν ως στρατιωτικό έγκλημα τη "στάση" και "ομαδική απείθεια", στην κατάσταση 
της οποίας "Βρίσκονται οι στρατιωτικοί οι οποίοι, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 46, τρεις 
ή περισσότεροι ενωμένοι : α) αρνούνται σε πρώτη πρόσκληση να υπακούσουν στις διαταγές των 
αρχηγών τους, β) υποβάλλουν ομαδικά ή χωριστά, αλλά μετά προηγούμενη συμφωνία παράπονο, 
αίτηση ή αναφορά, προφορικά ή γραπτά, συνδέοντας την ικανοποίηση του αιτήματός τους με την 
εκτέλεση των καθηκόντων τους ή κατά τρόπο που επιδρά στην εκτέλεση των καθηκόντων τους ή 
στην πειθαρχία του στρατεύματος, γ) ενώ είναι βαθμοφόροι υποβάλλουν ομαδικά ή χωριστά, αλλά 
μετά προηγούμενη συμφωνία την παραίτησή τους από την υπηρεσία, με σκοπό να εκβιάσουν την 
αρχή να πάρει ορισμένες αποφάσεις ή να παρεμποδίσει την ομαλή λειτουργία της στρατιωτικής 
υπηρεσίας". Αντίστοιχες διατάξεις, που αξιολογούν την ίδια ακριβώς συμπεριφορά και ως 
πειθαρχικό αδίκημα διαλαμβάνονται και στο άρθρο 77 παρ. 3 του ΠΔ 130/1984 "Κύρωση του 
γενικού κανονισμού υπηρεσίας στο στρατό". Οι άνω όμως ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που 
καθιδρύουν, ως υπαλλακτικώς μεικτό έγκλημα, την "ομαδική απείθεια" με τα στις διατάξεις αυτές 
διαλαμβανόμενα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, τιμωρούμενο με τις στο ανωτέρω άρθρο 
(παρ. 2) διαλαμβανόμενες στερητικές της ελευθερίας ποινές, αναφέρονται σε αξιόποινη 
συμπεριφορά των στρατιωτικών κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, πλήττουσα την 
πειθαρχία στις ένοπλες δυνάμεις, δυνάμενες να θεμελιώσουν τον παράνομο χαρακτήρα, ως 
αντιστρατευόμενο σε διατάξεις δημοσίας τάξεως, του δια της ενώσεως ή του σωματείου 
επιδιωκομένου σκοπού ή των μέσων προς επίτευξη αυτού, μη εμπεριέχουσες και απαγορευτικό 
χαρακτήρα ασκήσεως του άνω ατομικού δικαιωμάτων, ούτε άλλωστε θα ήταν συνταγματικώς 
επιτρεπτή μία τοιαύτη απαγόρευση. Τέλος, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 
του Συντάγματος και του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί, με 
ειδική νομοθετική ρύθμιση, να θέσει μόνο περιορισμούς στους υπηρετούντες στις Ενοπλες 
Δυνάμεις, που τελούν σε καθεστώς ειδικής σχέσεως εξουσίας προς το κράτος, στην άσκηση των 
ατομικών δικαιωμάτων τους, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα συστάσεως ενώσεων, που, 
όμως, δικαιολογούνται από την φύση της σχέσεώς τους με το κράτος και των συναφών 
υποχρώσεών τους που απορρέουν από αυτή τη σχέση, οι οποίοι, πάντως, ελέγχονται με βάση την 
αρχή της αναλογικότητος, και, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται, κατ` εφαρμογή της αρχής του 
απροσβλήτου του πυρήνος των θιγομένων ατομικών δικαιωμάτων, να αναιρούν, στην ουσία τους, 
τα άνω δικαιώματα (ΣΤΕ 888/2008, 1560, 573/2005, 3356/2004). Το ζήτημα όμως αυτό του 
Συνταγματικώς επιτρεπτού της θεσπίσεως των άνω περιορισμών είναι εντελώς διαφορετικό από 
εκείνο του επιτρεπτού της αναπτύξεως από τους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις συλλογικής 
δραστηριότητος υπό την νομική μορφή της συστάσεως ενώσεων.

 ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας 
του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των 
δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς 
δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να 
εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση 
βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες 
παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 
προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που την εξέδωσε, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί 
πραγμάτων κρίση του, ότι με την από την 27.5.2005 αίτησή τους προς το Μονομελές 
Πρωτοδικείον Αθηνών οι αναιρεσείοντες εζήτησαν την εγγραφή σωματείου υπό την επωνυμία 
"Ένωση Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων" και ότι μεταξύ των σκοπών του (άρθρο 2 του 
καταστατικού) είναι και οι εξής: "... 2) Η ανάπτυξη και εξύψωση του επαγγελματικού, κοινωνικού 
και πολιτιστικού επιπέδου των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, 3) η βελτίωση, προστασία 
και προαγωγή της θέσης των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων ως μελών του κοινωνικού 
συνόλου, ... 4) η επικοινωνία και συνεργασία με ομοειδείς ενώσεις άλλων χωρών ή διεθνείς, ... 5) η 
μελέτη και υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων αναφορικά με τη βελτίωση των συνθηκών 
εργασίας, την επιμόρφωση και εν γένει τα ζητήματα επαγγελματικής κατάρτισης των Αξιωματικών 
των Ενόπλων Δυνάμεων, προς ενίσχυση της αμυντικής αποτελεσματικότητας της χώρας, ... 6) η 
προάσπιση της προσωπικής ελευθερίας, της αξιοκρατίας, της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου, 
της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών και των δημοκρατικών ελευθεριών, ... 7) η ανάδειξη του 
ιστορικού και σύγχρονου ρόλου των Ελλήνων Αξιωματικών ως παράγοντα εγγύησης της εθνικής 
ανεξαρτησίας και εμπέδωσης του δημοκρατικού πολιτεύματος". Μέσα για την επίτευξη των 
ανωτέρω σκοπών είναι, μεταξύ άλλων, (άρθρο 3) και τα εξής: "1) Η μέριμνα γενικά για τη βελτίωση 
του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων, 2) η 
οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων, διαλέξεων και συγκεντρώσεων, 3) η συμμετοχή σε 
συμβούλια ή επιτροπές στα οποία συζητούνται θέματα που έχουν σχέση με τους Αξιωματικούς των 
Ενόπλων Δυνάμεων και η συγκρότηση επιτροπών για τη μελέτη ... θεμάτων που ενδιαφέρουν την 
Ένωση, 6) η δια του τύπου, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας καθώς και κάθε 
άλλου πρόσφορου μέσου προβολή των κάθε είδους προβλημάτων των μελών της Ένωσης, 7) η 
επαφή με τις διοικητικές αρχές, τους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς και επίλυση των 
επαγγελματικών και συνδικαλιστικών προβλημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών, 8) κάθε 
πρόσφορο και νόμιμο μέσο που κατατείνει στην ικανοποίηση των επαγγελματικών και 
συνδικαλιστικών αιτημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών".

 Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τα άνω περιστατικά, κατά παραδοχή της υπό του Εισαγγελέως 
Πρωτοδικών ασκηθείσης εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως δια της οποίας έγινε δεκτή η 
αίτηση των αναιρεσειόντων προς αναγνώριση του υπ` αυτών ιδρυθέντος άνω σωματείου, 
απέρριψε την αίτηση αυτή ως μη νόμιμη, γιατί: α) η συλλογική δραστηριότητα των υπηρετούντων 
στις ένοπλες δυνάμεις είναι "εμμέσως" απηγορευμένη από το Σύνταγμα, β) δεν υφίσταται νόμος 
ρυθμιστικός της ασκήσεως του ατομικού δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, από τους 
υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις οι δε κείμενες διατάξεις, όπως το άρθρο 30α που προστέθηκε 
στον Ν. 1264/1982 με το άρθρο 1 του Ν. 2265/1994, δεν ήσαν εφαρμοστέες ούτε και αναλογικώς, 
γ) "... είναι πρόδηλη η πρόθεση των ιδρυτών του προς δημιουργία συλλόγου, για να αναμειγνύεται 
στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων και τον τρόπο προστασίας της 
έννομης τάξεως, ο οποίος έχει συνταγματικώς ανατεθεί στην αποκλειστική πρωτοβουλία και 
εγγύηση της κρατικής εξουσίας, που την υλοποιεί με πλέγμα νομοθετημάτων (άρθρ. 25 του 
Συντάγματος)". Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του 
δικαστηρίου με το να μην εφαρμόσει στην προκειμένη υπόθεση τις παρατεθείσες ουσιαστικές 
διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 του Συντάγματος, 11 της ΕΣΔΑ, 78, 79, 80 και 81 ΑΚ, οι οποίες, 
όμως, ενόψει των άνω παραδοχών, ήσαν εφαρμοστέες, υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια του 
άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αφού, όπως ελέχθη, του ατομικού δικαιώματος της συνενώσεως 
απολαμβάνουν και οι υπηρετούντες στις ένοπλες Δυνάμεις, χωρίς η άσκηση του δικαιώματος αυτού 
να εξαρτάται από οποιαδήποτε άδεια ή έκδοση ρυθμιστικού της ασκήσεώς του τυπικού νόμου, 
δυναμένων να εφαρμοσθούν, ελλειπούσης ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, στην προκειμένη 
υπόθεση, των γενικών διατάξεων των άρθρων 78 επ. ΑΚ. Ειδικότερα δε, ως προς τους, υπό της 
ανωτέρω ενώσεως επιδιωκομένους ως άνω καταστατικούς σκοπούς, κανένας εξ αυτών δεν 
αντιστρατεύεται στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως υπό το προαναφερόμενον 
εννοιολογικό της περιεχόμενο, όπως εκείνη του άρθρου 25 του Συντάγματος. Επομένως, ο από το 
άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων, 
είναι βάσιμος. Ακολούθως προς τα ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και 
παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από 
άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

 Κατά την γνώμη όμως των Αρεοπαγιτών, Γρηγορίου Κουτσοπούλου, Ανδρέα Ξένου και Γεράσιμου 
Φουρλάνου, έπρεπε να γίνουν δεκτά τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 § 1 
του Συντάγματος, οι Ελληνες έχουν δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά 
σωματεία τηρώντας τους νόμους. Ακόμη, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 23, το κράτος 
λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την 
ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτές δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα 
στα όρια του νόμου. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 προβλέπεται, πως οι κάθε 
είδους περιορισμοί, οι οποίοι μπορούν να επιβληθούν, κατά το Σύνταγμα, στα δικαιώματα του 
ανθρώπου, πρέπει να προβλέπονται, είτε απ` ευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον 
υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Σχετική είναι και η 
διάταξη του άρθρου 11 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η 
οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην 
ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικά και στην ελευθερία του συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου 
του δικαιώματος ίδρυσης, μαζί με άλλους, συνδικάτων με το σκοπό της προάσπισης των 
συμφερόντων του. Ομως, στη συνέχεια, η παρ. 2 της ίδιας διάταξης ορίζει, ότι η άσκηση των 
δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς, εκτός από τους 
προβλεπόμενους από το νόμο και αποτελούντες αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία, για την 
εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια την προστασία της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, 
την προστασία της υγείας και της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των 
τρίτων. Το ίδιο άρθρο, ορίζει, πως δεν απαγορεύει την επιβολή νόμιμων περιορισμών στην άσκηση 
των δικαιωμάτων αυτών από μέλη των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών 
υπηρεσιών του Κράτους. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, το δικαίωμα της 
σύστασης ενώσεων κλπ, που, πρόδηλα, αφορά όλους του Ελληνες πολίτες, δεν είναι χωρίς 
περιορισμούς. Ετσι, κατ` αρχήν, και οι στρατιωτικοί, απολαμβάνουν των πιο πάνω δικαιωμάτων. Το 
δικαίωμα όμως αυτό, (συνδικαλισμού) εν όψει της φύσης της συγκεκριμένης υπηρεσίας, δεν είναι 
επιτρεπτό. Και είναι βέβαια, ακριβές, πως ουδεμία μνεία γίνεται, σχετικά, στο Σύνταγμα. Υφίσταται, 
όμως, η δυνατότητα περιορισμού με βάση τη διάταξη του άρθρου 12 § 4 του Συντάγματος, 
σύμφωνα με την πρόδηλη ιδιαιτερότητα του στρατιωτικού κλάδου, στον οποίον, η νομική 
αντιμετώπιση του συνδικαλισμού, αλλά και του γενικότερου δικαιώματος στο "συνεταιρίζεσθαι", 
δεν είναι αναγκαίο να είναι η ίδια που ισχύει για τους λοιπούς υπαλλήλους. Και τούτο, διότι είναι 
φανερό, πως η, χωρίς επιφυλάξεις, αναγνώριση του πιο πάνω δικαιώματος στο πλαίσιο της 
στρατιωτικής ζωής, θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με κατάλυση της στρατιωτικής πειθαρχίας (βλ. 
και Ν. Αλιβιζάτο: Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων Σάκκουλας, Αθήνα 1992 σελ. 150 
σημ. 46, όπου και παραπομπή στις παραδοχές της Ε Αναθεωρητικής Βουλής). Και τούτο 
ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τον λεγόμενο "συνδικαλισμό" στις ένοπλες δυνάμεις ή, απλά, 
για τη σύσταση ενώσεων, σωματείων, που, εύστοχα, σε ανάλογη περίπτωση, χαρακτηρίστηκαν ως 
"καλυμμένος συνδικαλισμός" (βλ. για τους δικαστικούς λειτουργούς σε Ι. Κουκιάδη: Εργατικό 
Δίκαιο. Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις τ. Ι.Σάκκουλας. Θεσσαλονίκη 1997§1 αρ. 3 in fine σελ. 57). 
Η τυχόν αναγνώριση του πιο πάνω "καλυμμένου συνδικαλισμού", οδηγεί σε "εκ των έσω" 
υπονόμευση της στρατιωτικής λειτουργίας, της στρατιωτικής πειθαρχίας, και θα μπορούσε να 
οδηγήσει, στο, ωσαύτως αποκρουστέο δικαίωμα για σύσταση ομοίων ενώσεων, σε διάφορους 
στρατιωτικούς βαθμούς, πχ υπαξιωματικούς, ή και στους οπλίτες, με ό,τι αυτό, εύκολα, θα 
μπορούσε τούτο να συνεπάγεται (βλ. εκτενείς απόψεις σε Ν. Αλιβιζάτο: οπ.παρ. σελ. 171 επ).

 Αλλωστε, η διάταξη του άρθρου 12 § 4 του Συντάγματος, αναφέρεται μόνο σε πολιτικούς 
υπαλλήλους και όχι στους στρατιωτικούς. Το ότι δεν απαγορεύεται ο συνδικαλισμός στα σώματα 
ασφαλείας (άρθρ. 30Α του Ν. 1264/1982) δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές επιχείρημα για την 
αναλογική εφαρμογή του και στις ένοπλες δυνάμεις. Έχει υποστηριχθεί (βλ. Λ. Σεραφείμ: σημείωση 
στο Νοβ 2011 σελ. 762 επ), πως τούτο πρέπει να γίνει δεκτό, για την ταυτότητα του νομικού 
λόγου, και για τις ένοπλες δυνάμεις, εφ` όσον, μεταξύ αστυνομίας και στρατού υπάρχει μόνο 
διαφορά, ως προς το αντικείμενο δράσης. Ομως, τούτο θα αποτελούσε μια στενή ερμηνεία του 
προορισμού και του έργου των ενόπλων δυνάμεων, εφ` όσον δεν πρόκειται, απλά, για "αντικείμενο 
δράσης", αλλά για διαφορετικό προορισμό, φιλοσοφία, πεδίο επιχειρησιακής ενέργειας, ευθύνης, 
οργάνωσης. Ούτε μπορεί να εξομοιωθεί, η επιχείρηση τάξης, ή η προσπάθεια ανεύρεσης κακοποιών 
με τα επιχειρησιακά σχέδια, κατά ξηρά, θάλασσα και αέρα και την οργάνωση και ετοιμότητα των 
στρατιωτικών δυνάμεων, για την εθνική άμυνα. Δεν πρόκειται, άρα, για αντικείμενο δράσης, αλλά 
για πολύ ευρύτερο, και ουσιαστικό αντικείμενο, η δυνατότητα, επίτευξης του οποίου, αν 
διασαλευθεί η πειθαρχία, θα καταστεί λίαν αμφίβολη. Εξ άλλου, η μαχητική και επιχειρησιακή 
ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων, εξαρτάται από τις πράξεις λειτουργικής και επιχειρησιακής 
ικανότητας των στρατιωτικών (σκοπιές, περίπολοι, φρουρά, επιφυλακή), πράξεις, συντήρησης και 
ελέγχου της μαχητικής ικανότητας (ασκήσεις, βολές, θερινή διαβίωση, συντήρηση οπλικών 
συστημάτων, οχυρών, οχημάτων, διατροφή, τεχνικό υλικό, εφοδιασμός, υγιεινομικό κλπ) (βλ. Α. 
Παπαδαμάκη: Στρατιωτικό Ποινικό Δίκαιο, Σάκκουλας Θεσσαλονίκη 2008, 6 σελ. 190). Η τυχόν δε 
συνδικαλιστική, συγκεκαλλυμένη ή μη οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, θα μπορούσε να είναι 
άμεσα καθοριστική για την μαχητική παρουσία της στρατιωτικής υπηρεσίας. Άλλωστε, η 
διασάλευση της στρατιωτικής πειθαρχίας στην οποία θα μπορούσε να οδηγήσει η ενεργοποίηση 
των πιο πάνω ενώσεων, συνδέεται και με την αμφισβήτηση της δεσμευτικότητας της νόμιμης 
προσταγής (βλ. σχ. για το θέμα: Μαγκάκης, Η σύγκρουσις των καθηκόντων εν τω ποινικώ δικαίω 
1955. 109, Παπαδάτος: το πρόβλημα της ιεραρχικής προσταγής εν τω ποινικώ δικαίω 1961, σελ. 
30 επ., Ι. Παπακυριακόπουλος: το πρόβλημα της προσταγής εις τα εγκλήματα πολέμου ΕΕΝ 1946, 
304-311). Επομένως δεν είναι δυνατόν να είναι συνταγματικώς ανεκτή, η σύσταση οργανώσεων 
(ενώσεων), με οιανδήποτε μορφή, εντός των ενόπλων δυνάμεων, ούτε τούτο προσκρούει στην 
αρχή της αναλογικότητας, αφού ο πιο πάνω περιορισμός, είναι αναγκαίο και εύλογο μέτρο, εν όψει 
του προπαρατεθέντος σκοπού, που είναι μεγάλης σπουδαιότητας.

 Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε επί αιτήσεως με την οποία, 
(όπως αυτή νόμιμα [άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.] επισκοπείται) οι αιτούντες ως μέλη της προσωρινής 
διοικητικής επιτροπής της ".... υπό ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ενωση 
Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων" ... ζήτησαν την έγκριση λειτουργίας της πιο πάνω 
"Συνδικαλιστικής Οργάνωσης", όπως και την εγγραφή της, "... στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο των 
Συνδικαλιστικών Οργανώσεων του Δικαστηρίου...". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε: α) πως 
δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 30Α του Ν. 1264/1982, που αφορά τον συνδικαλισμό στο 
χώρο της Ελληνικής Αστυνομίας και β) απέρριψε, ως μη νόμιμη την αίτηση, δεχθέν, πως οι σκοποί 
του καταστατικού της πιο πάνω ένωσης, οδηγούν σε ανάμειξη στον τρόπο οργάνωσης και 
λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων. Η κρινόμενη αναίρεση, προβάλλει ότι: α) ελλείπει ο νόμος που 
καθορίζει τα της ασκήσεως "του συνδικαλιστικού δικαιώματος" των υπηρετούντων στις Ένοπλες 
Δυνάμεις, και συνεπώς, έπρεπε να εφαρμοστεί "... αναλογικά η αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 
30Α του Ν. 1264/1982 ..." (αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ), β) κακώς εφαρμόστηκαν οι 
διατάξεις του άρθρου 54 παρ. 1γ του ΑΝ 2803/1941 και 77 του ΠΔ 130/1984 (πλημμέλεια από το 
άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.), γ) παραβιάστηκαν τα προπαρατεθέντα άρθρα του Συντάγματος και της 
ΕΣΔΑ και δ) παραμορφώθηκε το περιεχόμενο των άρθρων 2 και 3 του Καταστατικού (πλημμέλεια 
από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ.). Οπως εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στους 
σκοπούς της ένωσης αυτής, είναι, πλην άλλων, "η μελέτη και υποβολή εισηγήσεων και προτάσεων 
αναφορικά με τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την επιμόρφωση και τα εν γένει ζητήματα 
επαγγελματικής κατάρτισης των αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, προς ενίσχυση της 
αμυντικής αποτελεσματικότητας της χώρας ..., η προάσπιση της προσωπικής ελευθερίας και 
αξιοκρατίας, της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου, της ελεύθερης διακίνησης των δημοκρατικών 
ιδεών ..." μέσα δε για την επίτευξη τούτων, είναι, πλην άλλων, "... η μέριμνα, γενικά, για τη 
βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των ενόπλων 
δυνάμεων ... η επαφή με διοικητικές αρχές, πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς με στόχο την 
προώθηση και επίλυση των επαγγελματικών και συνδικαλιστικών προβλημάτων των Ελλήνων 
Αξιωματικών και δ) κάθε πρόσφορο και νόμιμο μέσο που κατατείνει στην ικανοποίηση των 
επαγγελματικών και συνδικαλιστικών αιτημάτων των Ελλήνων Αξιωματικών ...". Είναι, κατά 
ταύτα, πρόδηλο, πως υπάρχει εμφανής ο συνδικαλιστικός σκοπός της πιο πάνω Ένωσης, ο οποίος 
άλλωστε, ρητά αναφέρεται στα παραπάνω δικόγραφα. Είναι, ωσαύτως φανερό, πως, σε περίπτωση 
αποδοχής της αίτησης, θα υπάρχει πλήρης διασάλευση της στρατιωτικής πειθαρχίας και ανάμειξη 
στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων, εφ` όσον δεν είναι δυνατόν, 
άλλως, να νοηθεί "... επαφή με πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, βελτίωση του νομοθετικού 
πλαισίου, ικανοποίηση επαγγελματικών αιτημάτων". Τούτο, δε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις 
που προπαρατέθηκαν, δεν είναι νόμιμο. Ούτε, όμως, (amajori ad minus), είναι, για την ταυτότητα 
του νομικού λόγου, επιτρεπτή, η ίδρυση σωματείου, (μη συνδικαλιστικού), εφ` όσον ο σκοπός και 
τα μέσα επίτευξής του, δεν διαφοροποιούνται, ούτε η νομική μορφή της ένωσης αναιρεί την ουσία 
του νομικού προβλήματος. Συνακόλουθα, ορθά ερμήνευσε τις πιο πάνω διατάξεις η 
προσβαλλόμενη απόφαση και οι αναιρετικοί λόγοι που υποστηρίζουν το αντίθετο, πρέπει ν` 
απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ουδεμία παραμόρφωση εγγράφων επήλθε, εφ` όσον το 
αναφερόμενο στο καταστατικό της ένωσης, ότι, δηλαδή, δεν επιτρέπεται η με οποιονδήποτε τρόπο 
ανάμειξη σε θέματα διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι διαφορετικό, από εκείνο που 
αναφέρεται, όπως παραπάνω, στην πληττόμενη απόφαση. Ούτε η πιο πάνω αναγραφή, μπορεί να 
αναιρέσει λόγω του διαφοροποιημένου περιεχομένου της, τα μνημονευόμενα σε άλλα σημεία του 
καταστατικού, όπως αυτά προπαρατέθηκαν και να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Αρα και 
από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμος.


                                                     ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

 Αναιρεί την υπ` αριθμ. 7666/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

 Και 

 Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. 

 Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2011.



 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 


 Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2012.



 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 


Ε.Φ.

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Ψήφισμα ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ στις 20-10-2012

ΤΗΣ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ στις 20-10-2012
Οι Δικαστικοί Λειτουργοί- Δικαστές και Εισαγγελείς –μέλη της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κατά τηνέκτακτη Γενική Συνέλευση που συγκάλεσαν στις 20-10-2012 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Εφετείου Αθηνών.
Διαπιστώνουν, ότι η Κυβέρνηση εξακολουθεί να τηρεί την ίδια άκαμπτη στάση και, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις προτάσεις τους, όπως αυτές διατυπώθηκαν από τις Δικαστικές Ενώσεις στις αλλεπάλληλες συναντήσεις τους με τους αρμόδιους θεσμικούς παράγοντες, σχεδιάζει την περαιτέρω δραστική μείωση των αποδοχών τους, αδιαφορώντας για το καίριο πλήγμα που θα επιφέρει στη συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξαρτησία των Δικαστικών Λειτουργών, η οποία αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Εκφράζουν την αγανάκτησή τους προς την Πολιτεία, η οποία δεν εξετίμησε την υπεύθυνη στάση, που διαχρονικά επέδειξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εργαζόμενοι αγόγγυστα κάτω από εξοντωτικές συνθήκες για την ορθή απονομή του δικαίου και αξιώνει απ’ αυτούς περαιτέρω θυσίες, χωρίς η ίδια να τηρεί τη δική της υποχρέωση για ανάλογη προς το λειτούργημά τους μισθολογική μεταχείρισή τους.
Δηλώνουν, ότι δεν είναι διατεθειμένοι να δεχθούν την υποβάθμιση του λειτουργήματός τους και την επιχειρούμενη υπαλληλοποίησή τους.
Και ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ
Τη συνέχιση των κινητοποιήσεων που αποφασίστηκαν από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση της 22ας Σεπτεμβρίου 2012 και ειδικότερα:
1) Τη συνέχιση διακοπής των συνεδριάσεων όλων των δικαστηρίων της χώρας ( Πολιτικών και Ποινικών ) από τηΔευτέρα 22-10-2012 έως το Σάββατο 10-11-2012, κατά τις ώρες από 10:00 π.μ. έως 15:00 μ.μ..
2) Την αναστολή δημοσίευσης των πολιτικών αποφάσεων ( πλην των επειγουσών) από 22-10-2012 έως 10-11-2012.
3) Την αλλαγή του τρόπου άσκησης των καθηκόντων τους, με την υποβολή αιτήματος προς τους Προϊσταμένους των Δικαστηρίων για την παροχή της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής ( γραφείων κ.λ.π), προκειμένου στο εξής να παρέχουν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά και μόνο στα οικεία δικαστικά καταστήματα. Η επαπειλούμενη νέα ουσιαστική περικοπή των αποδοχών τους, καθιστά πλέον αδύνατη την κάλυψη εξ ιδίων των αυξημένων δαπανών, που απαιτούνται για τη διατήρηση γραφείου και ανάλογων υποδομών στο σπίτι τους και τη συνέχιση της παροχής της εργασίας τους στο δικό τους χώρο, όπως μέχρι σήμερα έπρατταν χωρίς να έχουν καμία σχετική νομική υποχρέωση.
4) Την πιστή τήρηση των ισχυόντων Κανονισμών των Δικαστηρίων, ως προς τη χρέωση του προβλεπόμενου συγκεκριμένου αριθμού υποθέσεων για κάθε δικαστή και τη σύγκληση των Ολομελειών για τροποποίηση των Κανονισμών, σύμφωνα με τις νέες συνθήκες που θα προκύψουν με την αλλαγή του τρόπου παροχής της εργασίας τους.
5) Την άσκηση όλων των ενδεικνυόμενων ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, για την προάσπιση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους και την αποκατάσταση των μισθολογικών αδικιών σε βάρος των Δικαστικών Λειτουργών .
6) Τη μη συμμετοχή τους σε όλες τις Επιτροπές που προβλέπεται η συμμετοχή Δικαστικών Λειτουργών, αμειβόμενες και μη, πλην των σωματείων .
7) Την αξίωση προκαταβολής από την Πολιτεία των εξόδων που απαιτούνται, προκειμένου να εξακολουθήσουν να πηγαίνουν στις μεταβατικές έδρες των Δικαστηρίων που υπηρετούν.
8) Την αξίωση λήψης από την Πολιτεία των αναγκαίων μέτρων για την ασφάλεια των Δικαστηρίων.
Η Γενική Συνέλευση εξουσιοδοτεί το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων να αποφασίσει για την συνέχιση των κινητοποιήσεων με τη λήψη των μέτρων αντίδρασης που θα κρίνει πρόσφορα και αναγκαία και μετά της 10-11-2012 ή την αναστολή τους σε οποιοδήποτε χρόνο, ανάλογα με τις εξελίξεις.
Τέλος, οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς δηλώνουν προς κάθε κατεύθυνση , ότι η μείωση των αποδοχών τους δεν πρόκειται να επηρεάσει την ποιοτική εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, τα οποία θα εξακολουθήσουν να ασκούν με σθένος και υψηλό αίσθημα ευθύνης , ως εγγυητές της συνταγματικής νομιμότητας και προς το συμφέρον των Ελλήνων Πολιτών .
Με εξουσιοδότηση της Γενικής Συνέλευσης
Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου Γεώργιος Μανωλίδης
Αρεοπαγίτης Πρόεδρος Εφετών

βενζίνη από… αέρα!

Βρετανία: Κατάφεραν να παράγουν βενζίνη από… αέρα!

Δημοσιεύτηκε: Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012 11:06

Βρετανοί ερευνητές κατάφεραν να μετατρέψουν τον αέρα σε βενζίνη. Το επίτευγμα ίσως μελλοντικά αποδειχτεί ορόσημο για την μαζική παραγωγή καθαρής ενέργειας και αποτελέσει απάντηση τόσο στην ενεργειακή κρίση όσο και στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος με «αέρια του θερμοκηπίου», εφόσον όμως στην πορεία ξεπεραστούν διάφορα εμπόδια.
Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα Independent, η μικρή βρετανική εταιρία με την εύγλωττη ονομασία Air Fuel Synthesis (δηλαδή «σύνθεση καυσίμων από αέρα») χρησιμοποιεί μια επαναστατική τεχνολογία και έχει καταφέρει να παράγει πέντε λίτρα βενζίνης από τον Αύγουστο, όταν έθεσε σε λειτουργία μια μικρή μονάδα που παράγει καύσιμα από διοξείδιο του άνθρακα και υδρατμούς του αέρα. Η εταιρία ελπίζει ότι μέσα στην επόμενη διετία θα δημιουργήσει ένα μεγαλύτερο, μαζικής παραγωγής, εργοστάσιο που θα παράγει ένα τόνο «αερο-βενζίνης» την ημέρα. Επίσης, σχεδιάζει να παράγει «πράσινα» καύσιμα για τις αεροπορικές εταιρίες, ώστε τα αεροπορικά ταξίδια να εκλύουν λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.
Ο Τιμ Φοξ, επικεφαλής για θέματα ενέργειας και περιβάλλοντος του Ινστιτούτου Μηχανολόγων Μηχανικών του Λονδίνου, δήλωσε ότι «ακούγεται υπερβολικά καλό για να είναι αληθινό και όμως, είναι αληθινό. Το κάνουν πράγματι και το έχω δει με τα μάτια μου».
Αν και η όλη διαδικασία βρίσκεται ακόμα σε πιλοτικό στάδιο, ήδη έχει αποδειχτεί πως δουλεύει. Όπως είπε ο επικεφαλής της εταιρίας Air Fuel Synthesis Πίτερ Χάρισον, «παίρνουμε διοξείδιο του άνθρακα από τον αέρα και υδρογόνο από το νερό και τα μετατρέπουμε σε βενζίνη. Κανείς άλλος δεν κάνει κάτι τέτοιο πουθενά στον κόσμο, από όσο ξέρουμε. Το προϊόν μοιάζει και μυρίζει σαν βενζίνη, αλλά είναι πολύ πιο καθαρό από τη βενζίνη που προέρχεται από πετρέλαιο. Επιπλέον, δεν περιέχει κανένα από τα πρόσθετα που υπάρχουν στη συμβατική βενζίνη. Παρόλα αυτά, το προϊόν μας μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις υπάρχουσες μηχανές».
Ο Χάρισον τόνισε ότι το πλεονέκτημα της νέου τύπου βενζίνης είναι πως δεν απαιτεί καμία αλλαγή στις υφιστάμενες υποδομές των μεταφορών, ενώ δεν είναι αναγκαία καμία μετατροπή στα αυτοκίνητα, όπως τοποθέτηση έξτρα μπαταριών, προσθήκη ειδικών κυψελών καυσίμου ή ντεπόζιτου υδρογόνου, κάτι που απαιτούν οι εναλλακτικές τεχνολογίες (ηλεκτρικά οχήματα, υβριδικά, υδρογόνου κ.α.). Όπως είπε, «έως το τέλος του 2014, αν εξασφαλίσουμε την κατάλληλη χρηματοδότηση, θα μπορούμε να παράγουμε βενζίνη χρησιμοποιώντας ανανεώσιμη ενέργεια και θα το κάνουμε σε εμπορική βάση». Ο Χάρισον εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι το πολύ σε 15 χρόνια θα λειτουργεί το πρώτο εργοστάσιο μεγέθους διυλιστηρίου. «Αν παράγουμε τα δικά μας καύσιμα, έχουμε τη δυνατότητα να αλλάξουμε την οικονομία μιας χώρας», υπογράμμισε.
Σε πρώτη φάση, η Air Fuel Synthesis σχεδιάζει να παράγει «αερο-βενζίνη» που θα είναι δυνατό να αναμιχθεί με συμβατική βενζίνη. Προς το παρόν, πάντως, η τεχνολογία δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς και δεν είναι αποδοτική για να αξιοποιηθεί εμπορικά. Επειδή η απόσπαση του διοξειδίου του άνθρακα από τον αέρα δεν έχει ωριμάσει αρκετά, η εταιρία αναγκάζεται να χρησιμοποιεί πρόσθετο διοξείδιο που προμηθεύεται από άλλες βιομηχανικές πηγές.
Διάφορες εταιρίες σε όλο τον κόσμο προσπαθούν να βελτιώσουν την τεχνολογία απόσπασης διοξειδίου από τον αέρα, μια διαδικασία που κοστίζει περίπου 500 ευρώ ανά τόνο διοξειδίου. Φυσικά, όπως και με άλλες πρωτοεμφανιζόμενες τεχνολογίες, το κόστος τους στην πορεία υποχώρησε θεαματικά, κάτι που μπορεί να συμβεί και σε αυτή την περίπτωση.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Οι ΕλληνεςΔικαστές προς τον κ. Σουλτς: Τα μέτρα είναι άνισα!

Δικαστές προς Σουλτς: Τα μέτρα είναι άνισα!

Τη συνδρομή και στήριξη του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, αφού τα μέτρα που επιβάλλονται από την κυβέρνηση και την τρόικα «είναι άνισα» ζητούν οι έλληνες δικαστές.

Δικαστές προς Σουλτς: Τα μέτρα είναι άνισα!
Με επιστολή τους προς κ. Σουλτς, οι έλληνες δικαστές, μια ημέρα μετά τη συνάντησή τους με τον πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια και την «υπόσχεσή του να μιλήσει με τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Οικονομικών», ενημερώνουν για τις συνθήκες άσκησης των δικαστικών καθηκόντων τους, παραθέτοντας ταυτόχρονα στοιχεία που δείχνουν «πως έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες μειώσεις από τις χώρες με δημοσιονομικό πρόβλημα οι δικαστές των οποίων ούτως ή άλλως λαμβάνουν υπερδιπλάσιους μισθούς». Στη επιστολή η οποία υπογράφεται από την πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, κ. Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου γίνεται απαρίθμηση των «άνισων μέτρων», ενώ παρατίθενται στοιχεία σε σχέση με τις αποδοχές των δικαστών.
Ειδικότερα η επιστολή έχει ως εξής:
«Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,
Αυτή την περίοδο, στην Ελλάδα, εξαιτίας των σχεδιαζόμενων νέων μεγάλων περικοπών σε μισθούς και συντάξεις, υπάρχει μεγάλη κοινωνική αντίδραση, διότι ο Ελληνικός λαός, παρότι δε φέρει καμμία ευθύνη για την κακοδιαχείριση στα δημόσια οικονομικά, η οποία προκάλεσε την οικονομική κρίση, εν τούτοις επιβαρύνεται συνεχώς με οικονομικά μέτρα. Τα μέτρα αυτά επιβάλλονται κατά τρόπο άνισο, διότι επιβάλλονται εξακολουθητικά στις ίδιες κατηγορίες του πληθυσμού, δηλαδή σε βάρος των εργαζομένων στο Δημόσιο και Ιδιωτικό Τομέα (εν ενεργεία & συνταξιούχους), οι οποίοι, πέραν του ότι είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι, είναι και απόλυτα συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, αφού, όπως είναι γνωστό, ο φόρος που αναλογεί παρακρατείται εκ των προτέρων από τον μισθό τους. Αντίθετα, μέχρι τώρα, δεν έχουν ενεργοποιηθεί αποτελεσματικά, από τον κρατικό μηχανισμό οι αντίστοιχες διαδικασίες και έτσι, όσοι διαφεύγουν την φορολόγηση, δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθούν και να φορολογηθούν, ενώ εάν αυτό είχε επιτευχθεί, δεν θα ήταν αναγκαίες οι νέες μειώσεις των μισθών και συντάξεων, μειώσεις, οι οποίες, αναμφίβολα οδηγούν την οικονομία σε μεγαλύτερη ύφεση. Οι παραλείψεις αυτές καταλογίζονται από τον Ελληνικό λαό στην Κυβέρνηση και στην Τρόικα, δημιουργούν αγανάκτηση και προκαλούν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.
Οι Έλληνες Δικαστές, ως μέρος της Ελληνικής Κοινωνίας, βιώνουμε τα τελευταία δύο χρόνια, τη μεγάλη δοκιμασία, την οποία υφίσταται όλος ο ελληνικός λαός, εξαιτίας της κρισιμότητας της οικονομικής κατάστασης της χώρας μας. Και εκφράζουμε την ιδιαίτερη ανησυχία και αγωνία μας, τόσο για τη γενικότερη κατάσταση, όπως, επίσης και για την κατάσταση στη Δικαιοσύνη. Ασκούμε τα καθήκοντα μας με ευσυνειδησία και υψηλό φρόνημα, όπως αρμόζει στο Λειτούργημα μας, και καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες για να ανταποκριθούμε στο μεγάλο φόρτο εργασίας, παρά τα προβλήματα που υπάρχουν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης (μεγάλα κενά οργανικών θέσεων δικαστών, εισαγγελέων και γραμματέων, έλλειψη υλικοτεχνικής υποδοχής, έλλειψη θέρμανσης και κλιματισμού σε πολλά δικαστήρια κλπ).
Το Ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει, στο άρθρο 88 παρ. 2, ότι « οι αποδοχές των Δικαστικών Λειτουργών είναι ανάλογες με το Λειτούργημα τους ». Το ίδιο προβλέπουν και τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως αυτά μνημονεύονται και στο Ψήφισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών, στη Σύνοδο του Άμστερνταμ, τον Μάιο του 2012 (το οποίο επισυνάπτουμε). Αναγνωρίζεται, δηλαδή, από τους κανόνες δικαίου, η υποχρέωση του Κράτους να εξασφαλίζει στους Δικαστές ένα επίπεδο αποδοχών, το οποίο τους επιτρέπει αξιοπρεπή διαβίωση, ώστε να θωρακίζονται απέναντι στις πιέσεις και να προστατεύεται η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των Δικαστών.
Στα πλαίσια των μέτρων λιτότητας, που επιβλήθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα, οι αποδοχές των Δικαστών μειώθηκαν σε ποσοστό 38% ( το ποσοστό αυτό προκύπτει από τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους και από την πλήρη κατάργηση - μόνο στους Δικαστές - των δώρων -13ου και 14ου μισθού - και την πλήρη κατάργηση των χρονοεπιδομάτων και ωριμάνσεων.) Σημειωτέον ότι το ως άνω ποσοστό μείωσης (38%) είναι το υψηλότερο σε ολόκληρο τον Δημόσιο τομέα.
Παρά την προστασία των αποδοχών των Ελλήνων Δικαστών από το Σύνταγμα και παρά το ως άνω υψηλό ποσοστό μειώσεων που έχουν υποστεί μέχρι τώρα οι αποδοχές μας, ο Υπουργός Οικονομικών, σε συνάντηση που είχαμε μαζί του, μας ανακοίνωσε ότι προτείνει στην Κυβέρνηση νέα μείωση στις αποδοχές των Δικαστών και μάλιστα σε ποσοστό 22%. Εκφράσαμε τις έντονες αντιρρήσεις μας και εξηγήσαμε, σε συνάντηση που είχαμε, στη συνέχεια, με τους αρχηγούς των τριών κομμάτων, που στηρίζουν την Κυβέρνηση ότι νέα μείωση των αποδοχών μας και μάλιστα σε τόσο υψηλό ποσοστό, προφανώς αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη του Ελληνικού Συντάγματος και των διεθνών και Ευρωπαϊκών προτύπων και θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, διότι οι αποδοχές των Δικαστών παύουν να είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους και δεν τους εξασφαλίζουν, αξιοπρεπή διαβίωση. Επιπλέον, αν η Κυβέρνηση επιμείνει στις νέες αυτές μειώσεις, τότε οι αποδοχές των Ελλήνων Δικαστών (λαμβανομένου υπόψη και του υψηλού κόστους ζωής στην Ελλάδα) θα είναι τόσο χαμηλού επιπέδου, ώστε θα δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα στην άσκηση των καθηκόντων τους και στην ομαλή λειτουργία της Δικαιοσύνης. Και τούτο διότι δεν θα μπορούν, πλέον, να ανταποκριθούν στις δαπάνες, τις οποίες μέχρι τώρα καταβάλλουν με δικά τους έξοδα, για την διατήρηση ιδιαίτερου χώρου γραφείου και βιβλιοθήκης στην κατοικίας τους, όπου εργάζονται και τις νυχτερινές ώρες, και τις αργίες και εορτές, για να ανταποκριθούν στον μεγάλο φόρτο εργασίας και στον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που δικάζουν οι Έλληνες Δικαστές. Σημειωτέον ότι στην Ελλάδα, οι Δικαστές έχουν συχνές μεταθέσεις και αποσπάσεις για υπηρεσιακούς λόγους και τις αντίστοιχες αναγκαίες δαπάνες, για διαμονή και μετακίνηση τις επιβαρύνονται οι ίδιοι (δεν καλύπτονται από την υπηρεσία). Η Δικαιοσύνη, η οποία, με βάση τις Συνταγματικές αρχές, είναι η μία εκ των τριών εξουσιών του Κράτους (Νομοθετική – Εκτελεστική – Δικαστική), και ισότιμη με τις άλλες δύο, εξασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη και προστατεύει το Δημοκρατικό Πολίτευμα και είναι, επίσης, μοχλός οικονομικής ανάπτυξης. Οφείλει, όμως και το Κράτος, να εξασφαλίζει στους Δικαστές τις προϋποθέσεις, ώστε να μπορούν απερίσπαστοι να ασκούν τα καθήκοντά τους, τα οποία έχουν μεγάλες ευθύνες και μεγάλο φόρτο εργασίας.
Υπογραμμίζουμε ότι από τα στοιχεία που μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε, πληροφορούμαστε ότι και σε όσες χώρες έχουν επιβληθεί μέτρα λιτότητας, οι μισθοί των Δικαστών είτε δεν έχουν μειωθεί (πχ Ισπανία και Γαλλία) είτε έχουν μειωθεί σε λογικά ποσοστά (Πορτογαλία: 10%, Ιρλανδία: 16% για τον πρώτο βαθμό και 23% για τον ανώτατο, πλην όμως και πάλι οι μισθοί των Δικαστών στη χώρα αυτή είναι υπερδιπλάσιοι των Δικαστών στην Ελλάδα). Πέραν αυτού, σε άλλες χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφέρεται αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ του ακαθάριστου εθνικού μισθού σε σχέση με αυτόν των δικαστών. Τέτοιες είναι το Αζερμπαϊτζάν, Βοσνία – Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Εσθονία, Γεωργία, Ρουμανία, Σλοβακία. «Οι χώρες αυτές επέλεξαν να υποστηρίξουν σθεναρά τη θέση των δικαστών εντός της κοινωνίας κατά τη μετάλλαξη του δικαστικού τους συστήματος, και για να καταπολεμήσουν τη διαφθορά δια του δικαστικού συστήματος» (βλ. σελ. 266 στην αναφορά του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα δικαστικά συστήματα – Edition 2012: Αποτελεσματικότητα και ποιότητα της δικαιοσύνης: http://www.coe.int/t/dghl/cooperation/cepei/evaluation/defaulten.asp). Η επιμονή της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Τρόικα να προχωρήσει σε νέες μειώσεις του μισθολογίου των Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων, που θα φθάσει στο υπερβολικό και παράλογο συνολικό ποσοστό του 60% (38% συν 22%), δηλαδή σε επίπεδο που δεν θα επαρκεί ούτε για την στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωσή τους, δημιουργούν ευλόγως την εντύπωση ότι οι σχεδιαζόμενες νέες περικοπές έχουν ως στόχο την υποβάθμιση της Δικαιοσύνης και τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της. Η σχετική απόφαση θα ληφθεί εντός των αμέσως προσεχών ημερών από την Ελληνική Κυβέρνηση.
Γνωρίζοντας την ευαισθησία σας και το ενδιαφέρον σας τόσο γενικότερα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όσο και ειδικότερα για τον θεσμό της Δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία της, παρακαλούμε πολύ για τη στήριξή σας στο σοβαρό αυτό ζήτημα, το οποίο ζητήσαμε από τους Έλληνες Ευρωβουλευτές να τεθεί, με σχετική ερώτηση, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τόσο ο ελληνικός λαός γενικότερα, όσο και οι Δικαστικοί Λειτουργοί της χώρας, στην οποία γεννήθηκε η ιδέα και το ιδανικό της Δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας και στην οποία αναπτύχθηκε ο αρχαιότερος πολιτισμός στον Ευρωπαϊκό χώρο, πιστεύουμε ότι αξίζουμε σεβασμό».

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

PARODY TRIAL in Guantanamo !!!

Τρεις από τους πέντε κατηγορουμένους στη δίκη για τον σχεδιασμό των επιθέσεων αυτοκτονίας της 11ης Σεπτεμβρίου επέλεξαν να μην παρουσιαστούν στη δεύτερη ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας στο ειδικό ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ δικαστήριο της βάσης του Γκουαντάναμο, κατά την οποία επρόκειτο να εξεταστεί η μυστικότητα των ομολογιών τους, οι οποίες αποσπάσθηκαν ενώ κρατούνταν στις μυστικές φυλακές της CIA.

Ο Πακιστανός Χάλεντ Σέιχ Μοχάμεντ, που θεωρείται ο «ιθύνων νους» των πιο θανατηφόρων επιθέσεων στην αμερικανική ιστορία, των οποίων έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη, απείχε από τη σημερινή δίκη, καθώς επίσης και ο ανεψιός του Άμαρ αλ Μπαλούσι και ο Σαουδάραβας Μουστάφα αλ Χουσάουϊ. Μόνον οι Υεμενίτες Ουάλιντ Μπεν Ατάς και Ράμζι μπεν αλ Σάιμπα επέλεξαν να είναι παρόντες στην ακροαματική διαδικασία.
Αφότου ενημερώθηκε από στρατιωτικό της βάσης, ο στρατοδίκης Τζέιμς Πολ ανακοίνωσε πως οι τρεις κατηγορούμενοι «αυτοβούλως [ΣΙΚ...] αποφάσισαν να μη συμμετέχουν σήμερα» στην ακροαματική διαδικασία, υπογραμμίζοντας πως «η απουσία τους αποφασίστηκε κατόπιν αιτήματος της [ΔΟΤΗΣ] υπεράσπισης». Ο δικαστής επέτρεψε χθες στους κατηγορούμενους να απέχουν από σήμερα από τη δίκη, με προϋπόθεση να εκφράσουν γραπτά το αίτημά τους και να το υπογράψουν σήμερα το πρωί.

Η τρέχουσα ακροαματική διαδικασία είναι η πρώτη αφότου απαγγέλθηκε το κατηγορητήριο, τον περασμένο Μάιο, που θα προλειάνει το έδαφος για τη «δίκη του αιώνα», που σύμφωνα με τους ειδικούς δεν πρόκειται να ξεκινήσει νωρίτερα από έναν χρόνο στο Γκουαντάναμο [ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ !!!], χιλιάδες χλμ. μακρύτερα από το Μανχάταν, όπου αρχικά ήθελε να τους δικάσει ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα.

Στη δεύτερη αυτή ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας παρίστανται στη δίκη και δεκάδες συγγενείς των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου. Αυτοί κάθονται πίσω από ένα γυάλινο τείχος, όπου τα διαμειβόμενα στη δίκη φθάνουν με χρονοκαθυστέρηση 40'', η οποία επιτρέπει στην λογοκρισία να απαλείψει τις δηλώσεις που κρίνονται ευαίσθητες από την υπεράσπιση.
Η δίκη θα μεταδίδεται με τον ίδιον τρόπο σε τέσσερις βάσεις στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ.
Στη σημερινή ακροαματική διαδικασία τα εμπλεκόμενα μέρη θα εξετάσουν την μυστικότητα των ομολογιών των κατηγορουμένων, εξαιτίας της κράτησής τους σε μυστικές φυλακές της CIA πριν τη μεταφορά τους στο Γκουαντάναμο.

.... μια κανονικη ΠΑΡΩΔΙΑ ΔΙΚΗΣ ΔΗΛΑΔΉ ...

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Θεσσαλονίκη: Τελευταίο «αντίο» στο μεγάλο γιατρό της καρδιάς

Δημοσιεύτηκε: Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΜΑΡΙΑ ΛΙΤΟΥ
 Στα μάτια των ασθενών του ήταν ένας μικρός Θεός. Εσωσε χιλιάδες ζωές, δίνοντας τη δυνατότητα σε καρδιοπαθείς, ιδιαίτερα σε όσους δεν μπορούσαν να φύγουν στο εξωτερικό για να γιατρευτούν, να αντιμετωπίσουν το πρόβλημά τους στην πατρίδα.
Ο Παναγιώτης Σπύρου, ο πατέρας της Καρδιοχειρουργικής στην Ελλάδα, έχασε τη μάχη για τη ζωή την Κυριακή, σε ηλικία 76 ετών, μετά από εγκεφαλική ανεπάρκεια.
Το σπουδαίο άνθρωπο, το διακεκριμένο επιστήμονα και κορυφαίο καρδιοχειρουργό αποχαιρετούν αύριο με θλίψη οι συγγενείς, οι φίλοι και ο κόσμος που, ακόμη και αν δεν τον γνώρισε προσωπικά, είναι ευγνώμων για το έργο του. Ο Παναγιώτης Σπύρου κηδεύεται αύριο, στις 12 το μεσημέρι, από τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης.
Οι στενοί του συνεργάτες μιλούν με συγκίνηση για έναν άνθρωπο που δούλεψε σκληρά, νύχτα - μέρα, για «νίκες καρδιάς». Παρά τις προκλήσεις στο εξωτερικό, διάλεξε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Αφιερώθηκε στην«αιώνια ελπίδα ζωής». Υπηρέτησε την Ιατρική με βαθιά ευθύνη, υψηλό επαγγελματισμό, γνώση και ανθρωπιά.
«Θυμάμαι την πρώτη επέμβαση που έκανε ο Παναγιώτης Σπύρου, τον Αύγουστο του 1983, στο νοσοκομείο ''Γ. Παπανικολάου''. Ημουν συνεργάτης του από την πρώτη στιγμή. Οταν γύρισα, έχοντας πάρει ειδικότητα από το ''Καρολίνσκα'', ήρθα στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και παραιτήθηκα για να συνεργαστώ μαζί του. Ο θυελλώδης, ο ορμητικός, ο παρορμητικός Παναγιώτης Σπύρου ήξερε πολύ καλά τη δουλειά του και την αγαπούσε. Εγραψε Ιστορία. Ολη η γενιά των καρδιοχειρουργών της Βόρειας Ελλάδας βγήκε από τη δική του ''σχολή''. Ευτύχησα να συνεργαστώ μαζί του μέχρι το 1994», λέει στον «Α» ο καρδιοχειρουργός Βασίλης Χαλβατζούλης. Οπως προσθέτει, «το άστρο του Σπύρου έγινε η αιτία για τη Θεσσαλονίκη να πάρει το προβάδισμα στην Καρδιοχειρουργική έναντι των Αθηνών. Θέλει μεγάλο ψυχικό σθένος για να το πετύχεις αυτό. Τέτοιοι άνθρωποι δεν βγαίνουν κάθε μέρα. Η Πολιτεία και η ιατρική οικογένεια οφείλει να τους τιμά δεόντως».

Επανάσταση στην Καρδιοχειρουργική
Ο Παναγιώτης Σπύρου έφερε επανάσταση, όταν το 1980 ίδρυσε τη θωρακο-καρδιοχειρουργική κλινική του «Γ. Παπανικολάου». Ηταν το πρώτο καρδιοχειρουργικό κέντρο της χώρας και μάλιστα εκτός Αθηνών. Είχε επιστρέψει από σπουδές στις ΗΠΑ. Δεν ήθελε να κυνηγήσει μια μεγάλη καριέρα εκεί.
Πλαισιωμένη από ένα επιτελείο σημαντικών καρδιοχειρουργών, η κλινική διακρίθηκε για πρωτοποριακές για την εποχή επεμβάσεις. Ανέκοψε τη ροή ασθενών και συναλλάγματος προς το εξωτερικό και εξελίχθηκε σε κέντρο μεταμοσχεύσεων. Η πρώτη εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, η πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς στη Θεσσαλονίκη, η πρώτη τοποθέτηση της πρώτης μηχανικής καρδιάς στην Ελλάδα, μεταμοσχεύσεις καρδιάς - πνευμόνων, μεταμοσχεύσεις ζεύγους πνευμόνων, ήταν από τις καινοτόμες επεμβάσεις στη μονάδα-πρότυπο. Η ομάδα των 17 γιατρών έκανε καθημερινά 3-4 επεμβάσεις καρδιάς και μεταμοσχεύσεις όλων των ειδών, ενώ ο Παναγιώτης Σπύρου παρέμεινε διευθυντής μέχρι το 1997, όταν και ανακηρύχθηκε τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

«Ηταν 27 ώρες στο χειρουργείο!»
Οι συνεργάτες και οι φίλοι του μιλούν για έναν άνθρωπο με ήθος, έναν «θρύλο» της ελληνικής επιστήμης. Δεν δίστασε να τα βάλει με το κατεστημένο, αποκαλύπτοντας τα στραβά του συστήματος Υγείας. Ασθενείς του θυμούνται ότι όταν άλλοι καρδιοπαθείς αναγκάζονταν να δώσουν «φακελάκι» σε χειρουργούς οι οποίοι έκαναν αλόγιστα επεμβάσεις, εκείνοι έφευγαν από τον Παναγιώτη Σπύρου με ένα... σημείωμα. Ηταν οι συμβουλές του για το τι έπρεπε να αλλάξουν στην καθημερινότητά τους για να έχουν δυνατή καρδιά.
«Δεν υπάρχει αντίγραφο ανθρώπου σαν τον Σπύρου. Ηθελε πάντα να βοηθήσει. Ειχε ένα μεγαλείο που δεν βρίσκεις. Ο,τι στόχο έβαζε, τον πετύχαινε. Με καθαρότητα. Δεν ζητούσε λεφτά. Αν έκανε κάποια περιουσία, ήταν από αυτά που του πρόσφεραν. Η λέξη ''φτωχός'' μεταφραζόταν γι' αυτόν ως καλύτερη φροντίδα ασθενούς. Διότι, ο πλούσιος είχε λεφτά να πάει και στην Αμερική...», αναφέρει στον «Α» ο επί 60 χρόνια επιστήθιος φίλος του Χρήστος Κοντότσης. Ο ίδιος θυμάται το διάσημο καρδιοχειρουργό να βρίσκεται κλεισμένος στο χειρουργείο για... 27 ολόκληρες ώρες! «Επρόκειτο να ταξιδέψει στην Αμερική και ήθελε να χειρουργήσει τους ασθενείς που χρειάζονταν επέμβαση. Μόλις βγήκε εξουθενωμένος από το χειρουργείο και ενώ τον μετέφερα στο αεροδρόμιο, τον ρώτησα ''πότε θα ξεκουραστείς;''. Δεν πρόλαβε καλά καλά να μου απαντήσει ότι θα κοιμάται στο αεροπλάνο και τον πήρε ο ύπνος. Είχε γίνει πτώμα. Ηταν όμως δυνατός...».
Ο κ. Κοντότσης ήταν ο άνθρωπος που, ως γραμματέας, «ακτινογραφούσε» τους ασθενείς από όλη την Ελλάδα οι οποίοι επισκέπτονταν τον κ. Σπύρου μέχρι το 1985, οπότε διατηρούσε ιδιωτικό ιατρείο. «Τελειώναμε τα ραντεβού στις 5- 6 το ξημέρωμα! Βάζαμε τους επαρχιώτες νωρίς για να επιστρέψουν σπίτι τους και μετά τους Θεσσαλονικείς. Εκανα ''ανάκριση'' στους ασθενείς. Πολλοί αναγκάζονταν να μείνουν σε ξενοδοχείο, έχαναν το μεροκάματό τους για να έρθουν στο γιατρό. Αυτοί όχι μόνο δεν πλήρωναν επίσκεψη, αλλά τους δίναμε και 500 δραχμές για τα έξοδά τους. Ελεγε σε όλους να φωνάζουν τους ασθενείς με το μικρό τους όνομα. Να τους αγκαλιάζουν. Το πρώτο μέλημά του για την ανάρρωση του ασθενή ήταν το ψυχολογικό», υπογραμμίζει. Οπως προσθέτει, «δεν μπορούσες να τον βάλεις σε καλούπια. Παίζαμε από το 1953, στη γειτονιά μας στο Διοικητήριο. Κάναμε αθλητισμό. Στο σχολείο ήταν άριστος στα Μαθηματικά, τη Φυσική και τη Χημεία. Θα σπούδαζε Μαθηματικά, αλλά όταν πέθανε ο καθηγητής που τον ενέπνευσε, αποφάσισε να πάει στην Ιατρική...».

«Με μάγεψε η τέχνη του»
Με την επαγγελματική και ακαδημαϊκή του πορεία, ο Παναγιώτης Σπύρου αποτελεί πρότυπο για τους γιατρούς, καθώς συνέβαλε στην εφαρμογή νέων μεθόδων και στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Για τον Σωτήρη Πράπα, διευθυντή Καρδιοχειρουργικής στο «Ερρίκος Ντυνάν», υπήρξε δάσκαλος, πατέρας και μέντορας. «Ηταν ο άνθρωπος που με έκανε να στραφώ στην Καρδιοχειρουργική. Πήγα στο ''Γ. Παπανικολάου'', την εποχή που ξεκινούσε, για γενική χειρουργική, με σκοπό να γίνω παιδοχειρουργός. Αλλά μαγεύτηκα από την τέχνη του. Του χρωστώ ευγνωμοσύνη. Ηταν ένας πρωτοπόρος, γενναίος στην άσκηση της ειδικότητας. Ελεύθερο πνεύμα στην καθημερινή του ζωή, που δεν σκέφτηκε ποτέ το συμφέρον, αλλά έπραξε με βάση την παρόρμηση, τις αρχές και την αγάπη για το συνάνθρωπο. Αυτός ήταν ο Σπύρου. Σε εμάς τους μαθητές του, πέρα από τις παρακαταθήκες που αφήνει ως δάσκαλος, μας αφήνει την περηφάνια να λέμε ότι υπήρξαμε μαθητές του και θα συνεχίσουμε το έργο του», τονίζει ο κ. Πράπας συγκινημένος.

Ο θάνατος του Παναγιώτη Σπύρου
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η υγεία του κλονίστηκε ανεπανόρθωτα. Αρχικά ήταν ο θάνατος της αγαπημένης του κόρης Σοφίας, που πέθανε το 2006 σε ηλικία μόλις 26 ετών, κάνοντάς τον ένα ψυχολογικό ράκος. Ακολούθησαν προβλήματα όρασης λόγω ωχράς κηλίδας και εγκεφαλικές βλάβες. «Προοδευτικά έπεφτε, έβρισκε παρηγοριά στο ποτό. Είχε όμως βάλει πλώρη να πεθάνει. Το έλεγε...», αναφέρει ο κ. Κοντότσης.
Ο Παναγιώτης Σπύρου είχε γεννηθεί το 1936 στο Ανταρτικό Φλώρινας. Ηταν παντρεμένος και είχε, εκτός από την κόρη του, και τον Αλέξανδρο. Είχε μεγάλη λατρεία στον αθλητισμό και ειδικά στον Αρη, όπου διετέλεσε και στη θέση του προέδρου του τμήματος μπάσκετ. Λάτρευε τη θάλασσα και την ιστιοπλοΐα. Είχε το παρατσούκλι «καπετάν Παναγιώτης», αν και λίγοι γνώριζαν πως έκανε με επιτυχία το διάπλου του Ατλαντικού!
Στην ιδιωτική κλινική όπου νοσηλευόταν τα τελευταία δύο χρόνια βρισκόταν κοντά του και ο μαθητής του, καρδιοχειρουργός Βασίλης Βύζας, ο οποίος μιλά για έναν κορυφαίο γιατρό με σφαιρική γνώση, εξαιρετικά πεισματάρη, περήφανο και άνθρωπο της ουσίας. Εκείνο που δεν θα ξεχάσει ποτέ είναι το ρητό που είχε αναρτήσει ο «πατέρας της Καρδιοχειρουργικής» έξω από την πόρτα του χειρουργείου: «Καμία κοινωνική προσφορά δεν έχει αξία χωρίς προσωπικές θυσίες»...

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Ο A2 του Ρένου

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Η ολομέλεια του ΣτΕ για το χαράτσι (στη ΔΕΗ)

Αριθμός 1972/2012 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. 
Πικραμμένος, Πρόεδρος, Σωτ. Ρίζος, Ν. Σακελλαρίου, Δ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Αγγ. 
Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδροι, Ν. Ρόζος, Χρ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Γ. 
Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. 
Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Αρ.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ευαγγ. Νίκα, Ι. 
Γράβαρης, Ευθ. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. 
Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Εμμ. 
Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Μ. 
Πικραμένος, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Αικ. Ρωξάνα, Ουρ. Νικολαράκου-Μαυρομιχάλη, Πάρεδροι. 
Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Σπ. Χρυσικοπούλου και Α. Καλογεροπούλου, καθώς και η 
Πάρεδρος Α. Ρωξάνα, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 
3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 

Για να δικάσει την από 24 Οκτωβρίου 2011 αίτηση: 

Του………, οδός ……...……. o oποίος παρέστη με τον δικηγόρο Βασίλειο Φραντζή (Α.Μ. 22187), που 
τον διόρισε στο ακροατήριο, 

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τους: α) Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομικό 
Σύμβουλο του Κράτους, β) Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του 
Κράτους και γ) Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους 

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 1ης Νοεμβρίου 
2011 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, 
σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α΄ του Π.Δ. 18/1989. 

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 1211/10-10-2011 απόφαση του 
Αναπληρωτού Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ 2298 Β΄/13-10-2011). 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Νίκα. 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και 
προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους 
εκπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της. 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α 
ι 

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α 

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο 

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 
3091454-5 και 3091495/2011 ειδικά έντυπα παραβόλου). 

2. Eπειδή, με την αίτηση αυτή, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με το από 11.11.2011 
δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 1211/2011 αποφάσεως του 
Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών υπό τον τίτλο «Καθορισμός του τρόπου και της διαδικασίας 
για: α) την είσπραξη του έκτακτου ειδικού τέλους ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών 
μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, β) τη βεβαίωση και είσπραξη του 
τέλους κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. από τον κύριο ή επικαρπωτή του ακινήτου σε περίπτωση μη 
καταβολής του μέσω των λογαριασμών κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, γ) τη βεβαίωση 
και είσπραξη του τέλους σε περίπτωση μη συνδρομής των προϋποθέσεων απαλλαγής και δ) την 
εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 6, 7, του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 11 καθώς 
και των προϋποθέσεων επιστροφής του ειδικού τέλους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., για το έτος 2011» 
(ΦΕΚ Β΄ 2298/13.10.2011). 

3. Επειδή, η κρινομένη αίτηση, εισήχθη στην Ολομέλεια λόγω μείζονος σπουδαιότητος με την από 
1.11.2011 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. α΄ του 
π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8). 

4. Επειδή, ο αιτών φερόμενος, κατά τα προσκομισθέντα στοιχεία, ως ιδιοκτήτης 
ηλεκτροδοτουμένου διαμερίσματος και υποκείμενος, ως εκ τούτου, κατά τα ειδικότερον 
εκτιθέμενα σε επόμενες σκέψεις, στο Εκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων 
Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.), που αποτελεί το αντικείμενο ρυθμίσεως της προσβαλλομένης 
κανονιστικής πράξεως, μετ’ εννόμου συμφέροντος ασκεί την υπό κρίση αίτηση. 

5. Επειδή, η προσβαλλομένη υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 53 
παρ. 13 του ν. 4021/2011 (ΦΕΚ Α΄ 218/3.10.2011) και προβαίνει σε εξιδίκευση και ρύθμιση των 
λεπτομερειών εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω άρθρου 53, με τις οποίες επιβλήθηκε και 
ρυθμίσθηκε το «Εκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών 
(Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)». Επομένως, τυχόν ανίσχυρο των διατάξεων του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 
καθιστά μη νόμιμες και ακυρωτέες τις ρυθμίσεις της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως που 
στηρίζονται σ’ αυτές και, ως εκ τούτου, παραδεκτώς προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση λόγοι 
περί αντισυνταγματικότητος των νομοθετικών αυτών διατάξεων (πρβλ. ΣτΕ 668/2012). 

6. Επειδή, με το άρθρο 53 παρ.1 του ν. 4021/2011 επιβλήθηκε «ειδικό τέλος υπέρ του Δημοσίου 
στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που 
υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους στο τέλος ακίνητης περιουσίας που προβλέπεται 
στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 (Α΄62)», ως προς δε τα προσδιοριστικά 
στοιχεία του τέλους αυτού ορίσθηκαν στις επόμενες διατάξεις του ιδίου άρθρου τα εξής: «2. Για 
τον υπολογισμό του τέλους της παραγράφου 1 λαμβάνεται υπόψη το εμβαδό της δομημένης 
επιφάνειας, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου, όπως αυτά αναγράφονται 
στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος με βάση τα 
οποία λογίστηκε κατά τη 17.9.2011 το τέλος ακίνητης περιουσίας της παρ.1 του άρθρου 24 του ν. 
2130/1993, καθώς και συντελεστής προσαύξησης αντιστρόφως ανάλογος προς την παλαιότητα 
του ακινήτου και συντελεστής προσδιορισμού του τέλους σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο 
σύμφωνα με τους ακόλουθους πίνακες: α) … [πίνακας συντελεστών ειδικού τέλους (ευρώ/τ.μ.)] β) 
… [πίνακας συντελεστών παλαιότητας] 3. Το ποσό του τέλους προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό 
των τετραγωνικών μέτρων των ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών για τις οποίες 
υπολογίστηκε από τη Δ.Ε.Η. ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος το τέλος 
της παρ.1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, επί το συντελεστή του ειδικού τέλους που αντιστοιχεί 
στην τιμή ζώνης του ακινήτου και επί το συντελεστή προσαύξησης που αντιστοιχεί στην 
παλαιότητα του ακινήτου, σύμφωνα με τους πίνακες της προηγουμένης παραγράφου. Ειδικά για τα 
ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα για τα οποία δεν έχει καθοριστεί τιμή ζώνης και δεν έχει υπολογιστεί το 
τέλος του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, εφόσον δεν υπάρχει απαλλαγή σύμφωνα με την 
παράγραφο 5 του παρόντος, το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου υπολογίζεται με 
πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου επί συντελεστή τρία (3). Στην 
περίπτωση που δεν υπάρχει και το εμβαδόν του ακινήτου, το ειδικό τέλος υπολογίζεται, κατά τα 
οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, με βάση τα τετραγωνικά μέτρα που ελήφθησαν υπόψη για 
τον υπολογισμό των δημοτικών τελών. 4. Το τέλος βαρύνει για μεν το 2011 τον κατά τη 
17.9.2011 κύριο του ακινήτου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και σε περίπτωση 
επικαρπίας τον επικαρπωτή, για δε το 2012 τον κατά την 28.4.2012 κύριο ή επικαρπωτή 
αντίστοιχα. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας το ποσό του τέλους υπολογίζεται κατά το λόγο της 
μερίδας κάθε συνιδιοκτήτη. 5. Στο ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται τα ακίνητα 
που ανήκουν: α) στο Ελληνικό Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ, στους Ο.Τ.Α. και τις δημοτικές επιχειρήσεις, β)
… γ) … Επίσης απαλλάσσονται από το έκτακτο ειδικό τέλος: α) Οι κοινόχρηστοι χώροι 
πολυκατοικιών και ξενοδοχειακών καταλυμάτων β) Τα ακίνητα πού έχουν χαρακτηρισθεί:-ως 
διατηρητέα… -ως χώροι ιστορικών και αρχαιολογικών μνημείων και γ) Τα ακίνητα που έχουν 
αποκλειστικά γεωργική ή κτηνοτροφική ή βιοτεχνική ή βιομηχανική χρήση. 6. Κατ’ εξαίρεση των 
παραγράφων 2 και 3, το ειδικό τέλος του παρόντος άρθρου ισούται με 0,5 ευρώ ανά τετραγωνικό 
μέτρο, ανεξάρτητα από την τιμή ζώνης και την παλαιότητα του ακινήτου, για ένα ακίνητο που 
ιδιοκατοικείται και ανήκει κατά κυριότητα ή επικαρπία σε: α) πολύτεκνο… β) σε πρόσωπο που είναι 
το ίδιο ή πρόσωπο που το βαρύνει φορολογικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΚΦΕ, ανάπηρο, … 
Ομοίως, κατ’ εξαίρεση των παραγράφων 2 και 3 δεν οφείλεται το ειδικό τέλος του παρόντος 
άρθρου για ένα ακίνητο που ιδιοκατοικείται και ανήκει κατά κυριότητα ή επικαρπία σε 
μακροχρόνια άνεργο 7. Για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ο δικαιούχος … 
υποβάλλει αίτηση στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.)…». 

7. Επειδή, όπως εξαγγέλλεται στις πρώτες γραμμές της πρώτης παραγράφου του ως άνω άρθρου 
53 του ν. 4021/2011 και όπως αναλύεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το σχέδιο 
διατάξεως του άρθρου 53, το οποίο είχε κατατεθεί ως “προσθήκη-τροπολογία”, η επιβολή του 
τέλους αυτού υπαγορεύθηκε από την επιτακτική ανάγκη να ληφθούν μέτρα έκτακτα και 
κατεπείγοντος χαρακτήρα, ώστε, παρά την αναθεώρηση των προβλέψεων για το δημοσιονομικό 
έλλειμμα συνεπεία αναθεωρήσεως του βαθμού ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, να καταστεί παρ’ 
όλα αυτά δυνατόν να επιτευχθούν οι τεθέντες δημοσιονομικοί στόχοι μειώσεως του ελλείμματος 
τόσο για το 2011 όσο και για το 2012. Ως εκ τούτου, εφ’ όσον δηλαδή το επίδικο τέλος δεν 
επιβάλλεται σε ανταπόδοση συγκεκριμένης υπηρεσίας παρεχομένης από το Κράτος προς τους 
επιβαρυνομένους με αυτό, τα δε έσοδα από την είσπραξή του περιέρχονται στον κρατικό 
προϋπολογισμό προς κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος, ήτοι προς εξυπηρέτηση 
γενικοτέρου κρατικού σκοπού, δεν συνιστά ανταποδοτικό τέλος, αλλά φόρο κατά την έννοια του 
άρθρου 78 του Συντάγματος. Aλλωστε, η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, από την οποία, 
σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, εξαρτάται απολύτως η πραγματική αξία της βαρυνομένης με 
το επίδικο τέλος ακίνητης περιουσίας, συνιστά μεν σκοπό δημοσίου συμφέροντος, όχι, όμως 
παροχή ειδικής ωφελείας προς τους βαρυνομένους με αυτό, ώστε να αναιρείται ο χαρακτήρας του 
εν λόγω “τέλους” ως φορολογικής επιβαρύνσεως. 

8. Επειδή, περαιτέρω, η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση έχει έκτακτο χαρακτήρα, όπως τούτο 
εξαγγέλλεται στον τίτλο του ως άνω άρθρου 53 του ν. 4021/2011 [«Εκτακτο Ειδικό Τέλος 
Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)»] και όπως προκύπτει τόσο από τις επί 
μέρους ρυθμίσεις του νόμου όσο και από το προαναφερθέν περιεχόμενο της οικείας αιτιολογικής 
εκθέσεως, αλλά και τις γενόμενες στην Βουλή σχετικές συζητήσεις. Ειδικότερα, ναι μεν, κατά την 
προπαρατεθείσα παράγραφο 1 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. επιβάλλεται στις 
ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που 
υπάγονται “κατά την 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους” στο τέλος ακίνητης περιουσίας του άρθρου 24 
του ν. 2130/1993, όμως, στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου εξειδικεύεται σαφώς ότι η 
επιβάρυνση από το “τέλος” αφορά μόνον τα έτη 2011 και 2012, αφού προβλέπεται ότι «το τέλος 
βαρύνει για μεν το 2011 τον κατά τη 17.9.2011 κύριο του ακινήτου της παραγράφου 1 του 
παρόντος άρθρου και σε περίπτωση επικαρπίας τον επικαρπωτή, για δε το 2012 τον κατά την 
28.4.2012 κύριο ή επικαρπωτή». Ο έκτακτος χαρακτήρας του επιδίκου “τέλους” συνάγεται, 
άλλωστε, και από το περιεχόμενο της οικείας αιτιολογικής εκθέσεως, σύμφωνα με την οποία το 
“τέλος” επιβλήθηκε προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι μειώσεως του ελλείμματος για τα έτη 
2011 και 2012, και επιβεβαιώνεται από τις δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών, κατά την σχετική 
συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, ότι «[το τέλος] αυτό θα ισχύσει και το 2012 και μετά 
ενσωματώνεται στο εθνικό φορολογικό σύστημα» (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση ΣΙΗ΄, 
22.9.2011, σελ. 17406) και ότι «το τέλος αυτό επιβάλλεται για το 2011 και για το 2012 και 
εντάσσεται στο εθνικό φορολογικό σύστημα για τα επόμενα έτη, αλλά εκεί βεβαίως θα 
επεξεργαστούμε όλες τις παραμέτρους του συστήματος και όλες τις επιβαρύνσεις των ακινήτων …» 
(Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση ΣΙΗ΄, 22.9.2011, σελ. 17407). Κατά δε την συγκλίνουσα γνώμη 
της Συμβούλου Ο. Ζύγουρα ο έκτακτος και προσωρινός χαρακτήρ του μέτρου προκύπτει, επί 
πλέον, ευθέως, από την ρητή αναφορά στην παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, κατά την 
οποία το μέτρο επιβάλλεται «για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην 
άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος» Η αναφορά αυτή, στο ίδιο το κείμενο του νόμου, 
στους λόγους επιβολής του μέτρου δεν στερείται κανονιστικού περιεχομένου, έχει δε την έννοια ότι 
με αυτήν οριοθετείται, κατ’ αρχήν, από τον ίδιο το νομοθέτη το χρονικό πλαίσιο ισχύος του 
μέτρου, το οποίο δεν δύναται να αφορά παρά στην αντιμετώπιση της ανάγκης για «άμεση» μείωση 
του δημοσιονομικού ελλείμματος. Προσδιορίζεται δε περαιτέρω, με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, 
ειδικότερα, η χρονική διάρκεια ισχύος του μέτρου, το οποίο, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, 
αφορά στα έτη 2011 και 2012. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, κατά την γνώμη του οποίου 
ο επίδικος φόρος, όπως επιβάλλεται με το άρθρο 53 παρ.1 του ν. 4021/2011, έχει πάγιο 
χαρακτήρα. 

9. Επειδή, στην μεν παράγραφο 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Κανένας φόρος 
δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας 
και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, 
στις οποίες αναφέρεται ο φόρος», στην δε παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ότι «Το αντικείμενο της 
φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία … δεν 
μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης .…». Σύμφωνα με τις ανωτέρω 
διατάξεις, το αντικείμενο και το υποκείμενο του φόρου, ο φορολογικός συντελεστής καθώς και οι 
απαλλαγές ή εξαιρέσεις από αυτόν πρέπει να θεσπίζονται με τυπικό νόμο και όχι με πράξη της 
Διοικήσεως που εκδίδεται κατά νομοθετική εξουσιοδότηση. Δεν αποκλείεται, όμως, κατά την 
έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η επιβολή φόρου δια του προσδιορισμού του υποκειμένου, του 
αντικειμένου και του συντελεστή του φόρου κατά παραπομπή σε διατάξεις άλλου τυπικού νόμου, 
εφ’ όσον έτσι προσδιορίζονται εμμέσως μεν, πλην σαφώς, τα απαιτούμενα από την διάταξη του 
άρθρου 78 παρ.1 του Συντάγματος απαιτούμενα προσδιοριστικά στοιχεία του φόρου. 

10. Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 53 του ν. 4021/2011 ορίζεται, στην μεν παράγραφο 
1 αυτού, ότι το επίδικο τέλος επιβάλλεται «στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση 
δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε έτους στο 
τέλος ακίνητης περιουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 24 του ν. 
2130/1993», στην δε παράγραφο 4 ότι «το τέλος βαρύνει για μεν το 2011 τον κατά τη 17.9.2011 
κύριο του ακινήτου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και σε περίπτωση επικαρπίας τον 
επικαρπωτή, για δε το 2012 τον κατά την 28.4.2012 κύριο ή επικαρπωτή». Εξαιρέσεις και 
απαλλαγές από το τέλος προβλέπονται στις επόμενες παραγράφους 5 και 6 εν όψει του προσώπου 
του ιδιοκτήτη ή της χρήσεως για την οποία ηλεκτροδοτείται το ακίνητο, στην δε παράγραφο 7 
προβλέπεται η θέσπιση διαδικασίας για την υπό της Γ.Γ.Π.Σ. ενημέρωση της ΔΕΗ και των 
εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος, κατ’ αρχήν, πρό της βεβαιώσεως του επιδίκου 
τέλους, ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της παραγράφου 6 (μειώσεις-
απαλλαγές). Περαιτέρω, στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου καθορίζονται δέκα (10) συντελεστές 
προσδιορισμού του τέλους, εκπεφρασμένοι σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο φορολογουμένης 
επιφανείας. Οι εν λόγω συντελεστές κλιμακώνονται από το ποσό των πενήντα λεπτών (0,5) έως το 
ποσό των δεκαέξη (16) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο σε αντιστοιχία με το ύψος της ισχύουσας 
τιμής ζώνης, στην οποία βρίσκεται το βαρυνόμενο ακίνητο (τιμή ζώνης από 0 έως 500 ευρώ: 
συντελεστής 3, τιμή ζώνης από 501 έως 1000 ευρώ: συντελεστής 4 κ.ο.κ.), περιλαμβάνεται δε σ’ 
αυτούς και ο “ειδικός” συντελεστής των 0,5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για ακίνητα σε περιοχές 
με τιμή ζώνης από 0 έως 3000 ευρώ, τα οποία ιδιοκατοικούνται από πολύτεκνους και αναπήρους. 
Στην ίδια παράγραφο καθορίζονται και έξη (6) συντελεστές προσαύξησης αντιστρόφως ανάλογοι 
προς την παλαιότητα του ακινήτου, οι οποίοι κλιμακώνονται από 1 έως 1,25 (4 έως 0 έτη: 
συντελεστής παλαιότητας 1,25, 9 μέχρι και 5 έτη: συντελεστής παλαιότητας 1,20 κ.ο.κ.), από τους 
οποίους ο συντελεστής παλαιότητας 1, που αντιστοιχεί, κατ’ αρχήν, σε ακίνητα παλαιότερα των 25 
ετών, είναι εφαρμοστέος, ανεξαρτήτως παλαιότητας, και σε ακίνητα σε περιοχές με τιμή ζώνης από 
0 έως 3000 ευρώ τα οποία ιδιοκατοικούν πολύτεκνοι και ανάπηροι. Το οφειλόμενο ποσό τέλους 
προκύπτει, κατά τα οριζόμενα στην επομένη παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, από τον 
πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων των ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών επί 
τον συντελεστή του ειδικού τέλους, που αντιστοιχεί κατά τα ανωτέρω στην τιμή ζώνης του 
ακινήτου, και επί τον συντελεστή προσαύξησης που αντιστοιχεί στην παλαιότητα του ακινήτου, τα 
στοιχεία δε αυτά, ήτοι το εμβαδόν των επιφανειών, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του 
ακινήτου, λαμβάνονται όπως αναγράφονται στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών 
προμηθευτών του ηλεκτρικού ρεύματος και με βάση τα οποία υπολογίστηκε κατά την 17.9.2011 
το τέλος ακίνητης περιουσίας της παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993. Ειδικά, για τα 
ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, για τα οποία δεν έχει καθοριστεί τιμή ζώνης και δεν έχει υπολογιστεί 
το τέλος ακίνητης περιουσίας, εφ’ όσον δεν υπάρχει απαλλαγή σύμφωνα με την παρ. 5, η 
παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου ορίζει ότι το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό των 
τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου επί συντελεστή τρία (3), ενώ στην περίπτωση που δεν 
υπάρχει και το εμβαδόν του ακινήτου, το ειδικό τέλος υπολογίζεται με βάση τα τετραγωνικά μέτρα 
που ελήφθησαν υπ’ όψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών. 
 
 Εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 2130/1993 για τον υπολογισμό του τέλους ακίνητης 
περιουσίας και οι διατάξεις για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών, στις οποίες γίνεται αναφορά 
στις παραγράφους 1 έως 3 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, έχουν ως ακολούθως: το άρθρο 24 
του ν. 2130/1993 (ΦΕΚ Α΄62), με το οποίο επιβλήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1993 τέλος επί “της 
αξίας της ακίνητης περιουσίας”, της αξίας αυτής υπολογιζομένης μόνον βάσει του ύψους της τιμής 
ζώνης και του συντελεστή παλαιότητας όπως καθορίζονται και ισχύουν κάθε φορά με αποφάσεις 
του Υπουργού Οικονομικών κατά την διαδικασία του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ Α΄43), 
όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1473/1984 (ΦΕΚ Α΄127), προέβλεψε ότι για την 
βεβαίωση και είσπραξη του τέλους αυτού, για τα ακίνητα που έχουν μετρητή παροχής ηλεκτρικής 
ενέργειας, ο ιδιοκτήτης ή επικαρπωτής ή νομέας υποβάλλει δήλωση για το έτος 1993 στον Δήμο, 
όπου βρίσκονται τα ακίνητα, ενώ για τα επόμενα έτη δήλωση υποβάλλεται μόνον για τα ακίνητα 
εκείνα, στα οποία έχει επέλθει μεταβολή στα στοιχεία της αρχικής δήλωσης (παρ.5). Μετά την 
υποβολή των ως άνω δηλώσεων οι Δήμοι και οι Κοινότητες, ύστερα από έλεγχο αυτών, 
καταρτίζουν κατάσταση, στην οποία για κάθε υπόχρεο αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του, ο 
αριθμός του μετρητή που αντιστοιχεί σε κάθε ακίνητο και η “αξία κάθε ακινήτου” ανά μετρητή της 
Δ.Ε.Η. υπολογισθείσα, κατά τα προαναφερθέντα, μόνον βάσει της ισχυούσης για το ακίνητο τιμής 
ζώνης και του οικείου συντελεστή παλαιότητας. Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται και τα 
ακίνητα για τα οποία δεν υποβλήθηκε δήλωση από τους υποχρέους, με βάση τα στοιχεία που 
τηρούνται σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα, ή με αυτά που προκύπτουν ύστερα από έλεγχο για τον 
προσδιορισμό των ακινήτων που δεν δηλώθηκαν. Τα ανωτέρω στοιχεία μπορεί να μεταβάλλονται 
για την προσαρμογή τους προς τα μηχανογραφικά δεδομένα της Δ.Ε.Η., με απόφαση του 
Υπουργού Εσωτερικών. Η κατάσταση αυτή μαζί με την απόφαση του Δημοτικού ή Κοινοτικού 
συμβουλίου, περί καθορισμού του συντελεστή του τέλους, αποστέλλονται εφάπαξ στη Δ.Ε.Η. μέχρι 
30 Νοεμβρίου (1993) και ισχύουν μέχρι να τροποποιηθούν ή καταργηθούν (παρ.8). Περαιτέρω, ο 
ν. 27/1975 (ΦΕΚ Α΄74), που όρισε ότι «τα κατά την κείμενην νομοθεσίαν οφειλόμενα τέλη 
καθαριότητας και αποκομιδής απορριμμάτων και φωτισμού υπέρ των δήμων και κοινοτήτων 
καθορίζονται δι’ έκαστον εστεγασμένον ή μη χώρον ανά μετρητήν παροχής ηλεκτρικού ρεύματος 
προς φωτισμόν παρά της ΔΕΗ» (άρθρο 1 παρ.1), προέβλεψε ότι «επί ειδικών καταστάσεων 
περιεχουσών τα αναγκαία στοιχεία των υποχρέων καταναλωτών, αίτινες εκτυπούνται υπό της ΔΕΗ 
και αποστέλλονται εις τους δήμους και τας κοινότητας το βραδύτερον μέχρι τέλους του μηνός 
Ιουλίου 1975 καταχωρίζεται υπ’ αυτών η κατά τας υπευθύνους δηλώσεις εμβαδομέτρησις των ήδη 
ηλεκτροδοτουμένων χώρων. Αι καταστάσεις αύται, μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωσίν των, 
επιστρέφονται εις την ΔΕΗ …» (άρθρο 2 παρ.1). 

11. Επειδή, από τις εκτεθείσες ανωτέρω διατάξεις προκύπτει εν πρώτοις ότι αντικείμενο της 
επίδικης φορολογικής επιβαρύνσεως είναι οι ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή εμπορική χρήση 
δομημένες επιφάνειες των ακινήτων και ειδικότερα το εμβαδόν αυτών, όπως αυτό έχει 
καταχωρισθεί στην βάση πληροφοριών του Διαχειριστή Δικτύου της ΔΕΗ και αναγράφεται στους 
λογαριασμούς της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος, βάσει του 
οποίου (εμβαδού) υπολογίσθηκε στις 17.9.2011 το τέλος επί της ακίνητης περιουσίας του άρθρου 
24 του ν. 2130/1993, ή, στην περίπτωση που δεν έχει υπολογισθεί το τέλος του άρθρου 24 του ν. 
2130/1993 και δεν υπάρχει και το εμβαδόν του ακινήτου, τα τετραγωνικά μέτρα που ελήφθησαν 
υπ’ όψη για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών. Συνεπώς, το αντικείμενο του φόρου 
προσδιορίζεται, όπως απαιτείται από το άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, από το νόμο και, 
επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος 
ακυρώσεως. Περαιτέρω, δεδομένου ότι το αντικείμενο του ως άνω φορολογικού βάρους ορίζεται 
στο νόμο, δεν αντίκειται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις ο προβλεπόμενος από το νόμο 
προσδιορισμός της εκτάσεως της φορολογητέας ύλης (ήτοι της επιφανείας των επιβαρυνομένων 
επιφανειών) κατά παραπομπή σε διατάξεις άλλου τυπικού νόμου και ειδικότερα με βάση τα 
τετραγωνικά μέτρα που αναγράφονται στον λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών 
προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία έχουν καταχωρισθεί στις μηχανογραφικές 
καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και ήδη (μετά την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας) και 
των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις 
προαναφερθείσες διατάξεις των παραγράφων 5 και 8 του άρθρου 24 του ν. 2130/1994 (και της 
παρ.1 του άρθρου 2 του ν. 25/1975) ύστερα από την υποβολή δηλώσεων εκ μέρους των 
υποχρέων και την σύνταξη σχετικών καταστάσεων από τους Δήμους και τις Κοινότητες που 
προωθήθηκαν στην Δ.Ε.Η., τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. 

12. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 ορίζονται ωσαύτως 
οι συντελεστές προσδιορισμού του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. Δεν αντίκειται δε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στο 
άρθρο 78 παρ.1 και 4 του Συντάγματος ο καθορισμός των συντελεστών του “τέλους” (ευρώ/τ.μ.) 
σε αντιστοιχία, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, προς τιμές ζώνης, οι οποίες έχουν καθορισθεί και 
ισχύουν, βάσει κανονιστικών υπουργικών αποφάσεων, για τον προσδιορισμό της αξίας των 
ακινήτων ως φορολογητέας ύλης σε άλλες φορολογίες (όπως στiς φορολογίες μεταβιβάσεως 
ακινήτων, κληρονομιών, δωρεών κλπ.). Περαιτέρω, στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 
4021/2011 καθορίζεται ρητώς και το υποκείμενο της φορολογικής επιβαρύνσεως του άρθρου 
αυτού, που είναι το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η κυριότητα ή, εάν έχει συσταθεί, η επικαρπία του 
ακινήτου της παραγράφου 1 κατά τις κρίσιμες ημερομηνίες που ορίζονται στην παράγραφο 4 του 
εν λόγω άρθρου, ενώ η πρόβλεψη στην παράγραφο 12 ότι, σε περίπτωση μη ιδιοκατοικήσεως, το 
Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. καταβάλλεται από τον χρήστη του ακινήτου και, συνεπώς, καταναλωτή του 
ηλεκτρικού ρεύματος, αναγομένη στο στάδιο εισπράξεως του φόρου, δεν καθιστά τον τελευταίο 
υποκείμενο αυτού. Εν όψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν και οι λόγοι ακυρώσεως με τους 
οποίους προβάλλεται ότι το υποκείμενο και ο φορολογικός συντελεστής του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν 
καθορίζονται ευθέως από το νόμο. 

13. Επειδή, ως προς τα αντιμετωπισθέντα στις προηγούμενες τέσσερεις παραγράφους ζητήματα ο 
Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου και Δ. Αλεξανδρής διετύπωσαν 
την γνώμη ότι, αν και τα προσδιοριστικά στοιχεία του φόρου (υποκείμενο, αντικείμενο, 
συντελεστής) προσδιορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, συντρέχει, εν 
τούτοις, παράβαση της αρχής της βεβαιότητας του φόρου, η οποία, ως έκφανση της αρχής της 
νομιμότητας του φόρου κατοχυρώνεται στο άρθρο 78 του Συντάγματος, όπως αναλυτικότερα 
εκτίθεται κατωτέρω στην μειοψηφία των ιδίων μελών του Δικαστηρίου στην σκέψη 21 αναφορικά 
με την βεβαίωση του φόρου. Eξ άλλου, κατά την γνώμη του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, ο επίδικος 
φόρος επιβάλλεται κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ.1 και 4 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι η 
κατά το άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος επιβολή φόρου σε είδος περιουσίας από τυπικό νόμο 
προϋποθέτει αυτοτελές προσοδοφόρο (έστω και κατά τεκμήριο) περιουσιακό αντικείμενο. Τέτοια 
στοιχεία δεν περιέχει το επίδικο ειδικό τέλος στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα με οικιστική ή 
εμπορική χρήση, το οποίο επιβλήθηκε με κριτήριο τη δυνατότητα ταχείας είσπραξης των σχετικών 
εσόδων (βλ. αιτιολογική έκθεση της προσθήκης αιτιολογίας). Το εμβαδόν μιας ηλεκτροδοτούμενης 
επιφάνειας δεν αποτελεί είδος περιουσίας κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ.1 του Συντάγματος 
διότι δεν αποτελεί αυτοτελές προσοδοφόρο αντικείμενο ούτε καθίσταται τέτοιο από το είδος 
χρήσεως ή από το ότι διαθέτει ηλεκτρική παροχή. Η έλλειψη αυτή δεν δύναται να θεραπευθεί δια 
παραπομπής στο αντικείμενο του φόρου που προβλέπει το άρθρο 24 παρ.1 του ν. 2130/1993 διότι 
πρόκειται για διαφορετικό αντικείμενο φόρου. Ειδικότερα, το τέλος υπέρ ο.τ.α. (άρθρ. 24 παρ.1 ν. 
2130/1993), υπολογίζεται επί της αξίας της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται εντός της 
διοικητικής τους περιφέρειας α) στα πάσης φύσεως ακίνητα που βρίσκονται εκτός εγκεκριμένου 
σχεδίου πόλεως ή εντός ορίων οικισμών υφισταμένων πρό του έτους 1923 και β) στα κάθε είδους 
κτίσματα που βρίσκονται εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων οικισμών 
υφισταμένων πρό του έτους 1923. Σύμφωνα δε με την παραγρ.8 του άρθρου 24 του νόμου η 
βεβαίωση και είσπραξη του τέλους για τα ακίνητα, που έχουν μετρητή παροχής ηλεκτρικής 
ενέργειας της ΔΕΗ, γίνεται με βάση την κατάσταση υποχρέων, στην οποία αναγράφονται τα πλήρη 
στοιχεία (η αξία κάθε ακινήτου ανά μετρητή της ΔΕΗ κλπ.). 

14. Επειδή, το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι 
ενώπιον του νόμου» και στην παράγραφο 5 ότι «Οι Έλληνες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα 
δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 
78 παρ.1 του Συντάγματος, που καθορίζει τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο 
φορολογικής επιβαρύνσεως (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), συνάγεται ότι ο 
νομοθέτης είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τις διάφορες μορφές των οικονομικών 
επιβαρύνσεων για την δημιουργία δημοσίων εσόδων προς κάλυψη των δαπανών του Κράτους, 
που δύνανται να επιβληθούν στους βαρυνομένους πολίτες με διαφόρους τρόπους, περιορίζεται, 
όμως, από ορισμένες γενικές αρχές, με τις οποίες επιδιώκεται από τον συνταγματικό νομοθέτη η 
πραγμάτωση των κανόνων της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου γενικότερα. Οι 
αρχές αυτές είναι συγκεκριμένα η καθολικότητα της επιβαρύνσεως και η ισότητα αυτής έναντι των 
βαρυνομένων, εξειδικευομένη με τον, κατ’ αρχήν, βάσει ορισμένης φοροδοτικής ικανότητας, 
καθορισμό του φορολογικού βάρους, το οποίο, πάντως, επιβάλλεται επί συγκεκριμένης και εξ 
αντικειμένου οριζομένης φορολογητέας ύλης, που μπορεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78 παρ.1 
του Συντάγματος, να είναι το εισόδημα, η περιουσία, οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Κατά την έννοια 
δε των ιδίων ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο 
μόνον κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφ’ όσον πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη, η οποία, 
κατ’ αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου 
φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το 
ρυθμιζόμενο θέμα (ΣτΕ 2469-2471/2008 Ολομ., 2113/1963 Ολομ.). 

15. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής 
Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών 
(Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε μαζί με την Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄256) 
ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς 
δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους 
προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι 
προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους 
ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον 
συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις 
διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, 
αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς 
εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον 
προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεώς τους κατ’ εκτίμηση των πολιτικών, 
οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Όμως, εφ’ όσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί 
επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη 
ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των 
ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της υπάρξεως αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων 
μέσων και επιδιωκομένων σκοπών. Ως εκ τούτου, επιβολή φορολογικής υποχρεώσεως που συνιστά 
υπερβολικό βάρος για τα πρόσωπα που βαρύνονται με αυτήν ή κλονίζει ριζικά την οικονομική τους 
κατάσταση αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (βλ 
ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά Σουηδίας, αριθμ. 11036/84, απόφαση της 
14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87, απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers 
κατά Ιταλίας, αριθμ.15117/89). 

16. Επειδή, στο πλαίσιο της προσπαθείας μειώσεως του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας, ο 
νομοθέτης προέβη, από το 2009 και μετά, στη θέσπιση σειράς δημοσιονομικών μέτρων τόσο για 
την περιστολή των δημοσίων δαπανών όσο και για την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Στα 
ληφθέντα προς αύξηση των δημοσίων εσόδων φορολογικά μέτρα περιλαμβάνεται ικανός αριθμός 
“εκτάκτων εισφορών” που επιβλήθηκαν επί του εισοδήματος και των δαπανών των 
φορολογουμένων. Ειδικότερα, όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, με το άρθρο 18 του ν. 
3758/2009 (ΦΕΚ Α΄68) επιβλήθηκε έκτακτη οικονομική εισφορά επί του συνόλου του καθαρού 
εισοδήματός τους του οικονομικού έτους 2008, εφ’ όσον αυτό είναι ανώτερο των 60.000 ευρώ, 
κλιμακουμένη από 1.000 ευρώ έως 25.000 ευρώ αναλόγως του ύψους του εισοδήματος αυτού, 
ακολούθως δε, με το άρθρο 5 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α΄ 40), επιβλήθηκε εκ νέου στα φυσικά 
πρόσωπα έκτακτη οικονομική εισφορά ανερχομένη σε ποσοστό 1% επί του συνόλου του καθαρού 
εισοδήματός τους του οικονομικού έτους 2010, εφ’ όσον αυτό είναι 100.000 ευρώ και άνω. Στη 
συνέχεια, με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α΄ 152) επιβλήθηκε ειδική εισφορά αλληλεγγύης 
στο ετήσιο συνολικό καθαρό εισόδημα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών 
προσώπων, οικονομικών ετών 2011-2015, υπολογιζομένη με συντελεστή από 1% έως 5%. Τα 
εισοδήματα των νομικών προσώπων υπήχθησαν επίσης, αφ’ ενός μεν, με το άρθρο 2 του ν. 
3808/2009 (ΦΕΚ Α΄227) στην έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης για το οικονομικό έτος 2009, 
εφ’ όσον το συνολικό καθαρό εισόδημά τους υπερβαίνει τα 5.000.000 ευρώ, υπολογιζομένη με 
κλιμακούμενο συντελεστή από 5% έως 10% ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος αυτού, αφ’ 
ετέρου δε, με το άρθρο πέμπτο του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α΄65) στην έκτακτη εισφορά κοινωνικής 
ευθύνης στο συνολικό καθαρό εισόδημα του οικονομικού έτους 2010, εφ’ όσον αυτό υπερβαίνει τα 
100.000 ευρώ, υπολογιζομένη με κλιμακούμενο συντελεστή από 4% έως 10% ανάλογα με το ύψος 
του εισοδήματος αυτού. Εξ άλλου, έκτακτη εισφορά επιβλήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3790/2009 
(ΦΕΚ Α΄143) στα ιδιωτικά και επαγγελματικά πλοία αναψυχής και με το άρθρο 30 του 
προαναφερθέντος ν.3986/2011 επί των ποσών των ετησίων αντικειμενικών δαπανών που 
προκύπτουν από την κυριότητα ή κατοχή επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως άνω των 
1.929 κυβικών εκατοστών, σκαφών αναψυχής ιδιωτικής χρήσεως, αεροσκαφών, ελικοπτέρων και 
ανεμοπτέρων, καθώς και δεξαμενών κολύμβησης, όπως τα ποσά αυτά προκύπτουν από την 
δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2011. Επί της ακίνητης περιουσίας 
έκτακτη φορολογική επιβάρυνση, στο πλαίσιο της αντιμετωπίσεως της οικονομικής κρίσεως της 
τελευταίας τριετίας, επιβλήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3808/2009 και αφεώρα μόνον την μεγάλη 
ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων (αξίας 400.000 ευρώ και άνω), υπολογιζομένη κατά την 
εκκαθάριση του Ε.Τ.Α.Κ. του έτους 2009 με προοδευτικό συντελεστή 1‰ - 9‰ ανά κλιμάκιο 
φορολογητέας αξίας. Έκτακτη φορολογική επιβάρυνση επί της ακίνητης περιουσίας, αλλά με πολύ 
ευρύτερη φορολογική βάση, αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, και το επίδικο τέλος, το οποίο 
επιβλήθηκε επί των ηλεκτροδοτουμένων για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένων επιφανειών 
(βλ. δήλωση του Υπουργού Οικονομικών κατά την συζήτηση του επίμαχου άρθρου στην Βουλή: 
«συλλαμβάνει όλη την ακίνητη περιουσία, δηλωμένη και αδήλωτη, νόμιμη και αυθαίρετη …» 
Πρακτικά της Βουλής Συνεδρίαση ΣΙΖ΄ Συν. Της 21.9.2011, σελ. 17327). Θεσπίζοντας το επίδικο 
τέλος ως φόρο επί της περιουσίας, ο νομοθέτης απέβλεψε, επιτρεπτώς κατά το άρθρο 78 παρ.1 
του Συντάγματος, στην φοροδοτική ικανότητα που απορρέει από αυτή καθεαυτή την κατοχή της 
ανωτέρω ακίνητης περιουσίας ως φορολογητέας ύλης (άλλως, πηγής πλούτου) διαφορετικής από 
το εισόδημα, δοθέντος ότι, κατά την συνταγματική αυτή διάταξη, αντικείμενο φορολογικής 
επιβαρύνσεως μπορούν να αποτελέσουν όχι μόνον το εισόδημα, αλλά, αυτοτελώς, και η περιουσία, 
οι δαπάνες ή οι συναλλαγές. Ως εκ τούτου, η ύπαρξη προσόδου από το ακίνητο δεν αποτελεί 
προϋπόθεση ή κριτήριο υπαγωγής στο Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. ούτε, άλλωστε, η μη συνεκτίμηση, κατά την 
επιβολή του επιδίκου τέλους, της υπάρξεως (ή μη) εισοδήματος από το βαρυνόμενο ακίνητο 
συνιστά, μόνη αυτή, παράβαση της συνταγματικής αρχής της ίσης, αναλόγως της φοροδοτικής 
ικανότητας εκάστου, επιβαρύνσεως. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι δηλαδή μόνον το εισόδημα 
μπορεί να αποτελέσει βάση φορολογίας και δείκτη προσδιορισμού της φοροδοτικής ικανότητας 
των πολιτών, δεν ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος ούτε, άλλωστε, 
ανταποκρίνεται στην αρχή της φορολογικής ισότητας η απαλλαγή από την φορολογία κάθε 
απρόσοδης περιουσίας. Περαιτέρω, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν αποτελεί, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά 
(βλ. σκ.8), νέο πάγιο φόρο επί της ακίνητης περιουσίας, αλλά, όπως προκύπτει από τις επί μέρους 
ρυθμίσεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 και την οικεία αιτιολογική έκθεση, έκτακτο μέτρο για 
την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων για το έλλειμμα του 2011 και την επίτευξη των 
αντιστοίχων στόχων για το 2012. Συνεπώς και εξ αυτού του λόγου, ήτοι του εκτάκτου 
χαρακτήρος της επίδικης φορολογικής επιβαρύνσεως, ο νομοθέτης, ο οποίος πάντως, κατά τα 
εκτεθέντα στην προηγουμένη σκέψη, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό των 
διαφόρων μορφών φορολογικών επιβαρύνσεων, δεν ήταν υποχρεωμένος, θεσπίζοντας τον εν λόγω 
έκτακτο φόρο, να ακολουθήσει τις μορφές και τις αρχές που έχει χρησιμοποιήσει σε άλλες 
περιπτώσεις φορολογίας της ακίνητης περιουσίας. Ως εκ τούτου, η επιβολή του εν λόγω φόρου 
που, όπως διαμορφώνεται στο νόμο, συνάπτεται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που είναι το 
εμβαδόν της ηλεκτροδοτουμένης για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένης επιφανείας (ήτοι 
ακίνητης περιουσίας εν δυνάμει λειτουργικής και εκμεταλλεύσιμης), η ισχύουσα για το ακίνητο τιμή 
ζώνης, στην οποία αντιστοιχεί ορισμένος συντελεστής φόρου εκπεφρασμένος σε ευρώ ανά 
τετραγωνικό μέτρο, και η παλαιότητα του κτίσματος, στην οποία αντιστοιχεί ορισμένος 
συντελεστής παλαιότητας, δεν υπερβαίνει τα όρια της κατά τα ανωτέρω διακριτικής ευχερείας του 
νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολογήσεως διαφόρων 
κατηγοριών φορολογουμένων και, κατ’ ακολουθίαν, δεν παραβιάζει τις προαναφερθείσες 
συνταγματικές διατάξεις και αρχές, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινομένη 
αίτηση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., που επιβλήθηκε εκτάκτως 
προς αντιμετώπιση ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, δημοσιονομικού 
προβλήματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί επέμβαση στην περιουσία των 
φορολογουμένων δυσανάλογη σε σχέση με τον κατά τα ανωτέρω επιδιωχθέντα σκοπό, 
λαμβανομένων υπ’ όψη αφ’ ενός του περιορισμένου χρονικού πλαισίου εφαρμογής του (2011-
2012) αφ’ ετέρου δε του ύψους αυτού σε σχέση με την αξία της βαρυνομένης ακίνητης περιουσίας 
(έως 8‰), όπως προκύπτει από τους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του ν. 
4021/2011. Ούτε, εν όψει ιδία του εκτάκτου χαρακτήρος του, μπορεί να θεωρηθεί ότι σε 
συνδυασμό με τις λοιπές φορολογίες που συνδέονται με την κατοχή ακίνητης περιουσίας καθιστά 
δημευτικό το εθνικό σύστημα φορολογίας των ακινήτων. Εξ άλλου, ναι μεν προστιθέμενο στις 
έκτακτες φορολογίες επί του εισοδήματος που επιβλήθηκαν την τελευταία τριετία, το επίδικο 
“τέλος” συνεπάγεται αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών και, συνακόλουθα, μείωση 
του συνολικού διαθεσίμου πλούτου των φορολογουμένων. Ομως, με την βάση, τον συντελεστή 
και την χρονική διάρκεια που επιβλήθηκε και λαμβανομένων υπ’ όψη α) των εξαιρέσεων (παρ. 5) 
και των παρασχεθεισών μειώσεων και απαλλαγών σε πολυτέκνους, αναπήρους και ανέργους 
(παρ.6), β) της κατ’ επανάληψη έκτακτης επιβαρύνσεως -στο πλαίσιο της ιδίας οικονομικής 
συγκυρίας- του δηλουμένου ετησίου εισοδήματος των φυσικών και νομικών προσώπων γ) του 
μεγέθους και της αξίας της ακίνητης περιουσίας στην χώρα (κατά την αιτιολογική έκθεση το 
επίδικο τέλος αφορά 5,097 εκατομμύρια οικιακές και εμπορικές παροχές που αντιστοιχούν σε 
δομημένες επιφάνειες συνολικού εμβαδού 562 τετραγ.μέτρων αντικειμενικής αξίας σύμφωνα με τα 
στοιχεία της φορολογικής διοικήσεως 560 δισεκατομμυρίων ευρώ και εμπορικής αξίας περίπου 
ενός (1) τρισεκατομμυρίου ευρώ κατά τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλαδος) και δ) του σκοπού 
για τον οποίο θεσπίσθηκε, ήτοι προς αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης 
ανάγκης καλύψεως προσθέτου δημοσιονομικού ελλείμματος σε περιβάλλον οικονομικής υφέσεως, 
το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. συνιστά, υπό τις δεδομένες συνθήκες, ανεκτό κατά την έννοια του άρθρου 1 του 
Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περιορισμό της περιουσίας. Συνεπώς, πρέπει να 
απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η επιβολή του 
Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., ως συνιστώσα διπλή εντός του ιδίου έτους και πολλαπλή επί του αυτού αντικειμένου 
φορολόγηση, αντίκειται στις προαναφερθείσες προστατευτικές της περιουσίας διατάξεις της ΕΣΔΑ 
και την κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 εδαφ.δ΄ του Συντάγματος αρχή της 
αναλογικότητας. Με τα δεδομένα αυτά δεν συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως ούτε του 
προστατεύοντος την ιδιοκτησία άρθρου 17 του Συντάγματος, ο δε περί του αντιθέτου λόγος 
ακυρώσεως είναι επίσης απορριπτέος. Συναφώς διετυπώθησαν οι εξής συγκλίνουσες γνώμες: Α) Ως 
προς τον λόγο ακυρώσεως ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 αντίκεινται 
στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου 
διετύπωσε την συγκλίνουσα γνώμη ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 1 
του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν νοείται 
παράβαση της ανωτέρω διατάξεως από γενικούς, αφηρημένους και απρόσωπους κανόνες δικαίου, 
αλλά μόνον από εξατομικευμένη επέμβαση στο αναγνωριζόμενο από την διάταξη αυτή δικαίωμα. 
Β) Ως προς τον λόγο περί παραβιάσεως της συνταγματικής αρχής της ίσης, αναλόγως της 
φοροδοτικής ικανότητας εκάστου, επιβαρύνσεως, η Σύμβουλος Αικ. Χριστοφορίδου διετύπωσε την 
συγκλίνουσα με την πλειοψηφήσασα γνώμη ότι η επιβολή του επιδίκου “τέλους” δεν αντίκειται 
στην ανωτέρω αρχή, εφ’ όσον, ήδη, βάσει των τροποποιήσεων που επέφερε στο άρθρο 53 του ν. 
4021/2011 η από 16.12.2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (κυρωθείσα με το άρθρο πρώτο 
του ν. 4047/2012, ΦΕΚ Α΄31), κάθε κύριος ακινήτου που διαβιοί υπό μειονεκτικές συνθήκες, όπως 
η απουσία εισοδήματος και λοιπών περιουσιακών στοιχείων (πλήν του ακινήτου που ιδιοκατοικεί), 
μπορεί να απαλλαγεί εν όλω ή εν μέρει από την καταβολή του “τέλους” ή να διευκολυνθεί στην 
καταβολή του. 

17. Επειδή, ως προς το ζήτημα αν η επιβολή του “επιδίκου τέλους” αντίκειται στην συνταγματική 
αρχή της ίσης, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας εκάστου, επιβαρύνσεως, που 
αντιμετωπίσθηκε στη προηγουμένη σκέψη, διετυπώθησαν οι ακόλουθες μειοψηφούσες γνώμες: Α) 
ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής και Γ. Ποταμιάς 
διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη, με την οποία συνετάχθη και η Πάρεδρος Φ. Γιαννακού: Από τις 
διατάξεις των παρ.1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος συνάγονται, προκειμένου περί επιβολής 
φορολογικών επιβαρύνσεων, οι αρχές της καθολικότητας του φόρου και της φορολογικής 
ισότητας, η δεύτερη δε αυτή εξειδικεύεται με τον καθορισμό του φορολογικού βάρους, σε κάθε 
περίπτωση, αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητος εκάστου . κατά την εν λόγω, δηλαδή, 
συνταγματική αρχή, η επιβολή φόρου επιτρέπεται μόνον εάν και στον βαθμό που υφίσταται 
φοροδοτική ικανότητα. Η φοροδοτική ικανότητα αποτελεί ιδιότητα του υποκειμένου και 
συνίσταται, όπως αυτή η ίδια η λεκτική διατύπωση του όρου φανερώνει, στην δυνατότητα του 
συγκεκριμένου προσώπου να καταβάλει τον φόρο, χωρίς να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς, 
εν όψει του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος, διαβιώσεώς του, προσδιορίζεται δε βάσει κριτηρίων 
αντικειμενικών, αναγομένων στο εισόδημα ή στην περιουσία, και υποκειμενικών, αναγομένων 
κυρίως στην προσωπική, οικογενειακή, κοινωνική κατάσταση, υγεία και ηλικία του 
φορολογουμένου (βλ. Πρακτικά Επιτροπών της Βουλής επί του Συντάγματος, Συνεδρίαση της 
28.1.1975, σελ. 396). Η απορρέουσα δε από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις υποχρέωση του 
φορολογικού νομοθέτη να σέβεται τις αρχές της καθολικότητος και της ισότητος του φόρου και, 
ειδικώτερα να τηρεί το κριτήριο της φοροδοτικής ικανότητος δεν αναιρείται στις περιπτώσεις, κατά 
τις οποίες η φορολογική επιβάρυνση δεν θεσπίζεται ως πάγια, μέλλουσα να ισχύσει επ’ αόριστον, 
αλλά μόνον για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χαρακτηριζομένη ως «έκτακτη». Εν προκειμένω, 
με το άρθρο 53 του ν.4021/2011 επιβάλλεται φορολογική επιβάρυνση «στις ηλεκτροδοτούμενες 
για οικιστική ή εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται στο κατά το 
άρθρο 24 του ν. 2130/1993 τέλος ακινητης περιουσίας (παρ.1). Η φορολογική αυτή επιβάρυνση, η 
οποία επιβάλλεται για τα έτη 2011 και 2012 (παρ.4),χαρακτηριζομένη στον τίτλο του εν λόγω 
άρθρου ως «έκτακτη», υπολογίζεται βάσει του εμβαδού, της παλαιότητος και της τιμής ζώνης του 
ακινήτου (παρ.2) και βαρύνει τον κύριο ή επικαρπωτή αυτού (παρ.4). Περαιτέρω, στην παρ.5 του 
ως άνω άρθρου προβλέπονται περιπτώσεις ακινήτων, τα οποία, εν όψει του προσώπου του 
ιδιοκτήτου ή/και της χρήσεώς των, απαλλάσσονται του φόρου, ενώ στην παρ.6 του άρθρου 
αυτού προβλέπονται, υπό προϋποθέσεις, η επιβολή μειωμένου συντελεστή στους πολύτεκνους και 
στους ανάπηρους και η απαλλαγή των μακροχρονίως ανέργων που είναι εγγεγραμμένοι στα 
μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. (ή στα αντίστοιχα μητρώα ανέργων ναυτικών, τεχνικών τύπου και 
υπαλλήλων ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης) . η λήψη, όμως, υπ’ όψιν όλων των 
ως άνω κρισίμων για την βεβαίωση του επιμάχου φόρου παραμέτρων λαμβάνει χώραν, όπως 
συνάγεται από την παρ. 7 (στην οποία γίνεται λόγος και για επιστροφή του φόρου), μετά την κατά 
την παρ.8 βεβαίωση (εξατομίκευση) του φόρου που συντελείται με την εγγραφή στις 
μηχανογραφικές καταστάσεις που καταρτίζει η ΔΕΗ (και οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές 
ηλεκτρικού ρεύματος). 

Oμως, από μόνα τα προεκτεθέντα τρία στοιχεία (εμβαδόν, παλαιότης, τιμή ζώνης) του ακινήτου, 
βάσει των οποίων, κατά την παρ.8, γίνεται η βεβαίωση του φόρου με τις ανωτέρω μηχανογραφικές 
καταστάσεις, ασυνδέτως προς άλλα κριτήρια αντικειμενικά (προσδιοριστικά της αξίας ή/και της 
αποδόσεως των ακινήτων) και κυρίως, υποκειμενικά (εισοδηματικά, περιουσίας, προσωπικής και 
οικογενειακής καταστάσεως), δεν αποδεικνύεται, ουδέ καν τεκμαίρεται κατά τα διδάγματα της 
κοινής πείρας, η ύπαρξη φοροδοτικής ικανότητας του κυρίου ή επικαρπωτού του ακινήτου και η 
έκταση της ικανότητας αυτής, η μη λήψη δε υπ’ όψιν της φοροδοτικής ικανότητας των 
βαρυνομένων με τον επίμαχο φόρο προσώπων για την επιβολή αυτού συνιστά παραβίαση των 
ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, εν όψει μάλιστα και της, κατά τον χρόνο θεσπίσεως αυτού, 
ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μειώσεως μισθών και συντάξεων και 
επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών). Περαιτέρω, και αν 
ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι για την επιβάρυνση των προσώπων στα οποία επιβάλλεται ο επίμαχος 
φόρος, συντρέχει το στοιχείο της φοροδοτικής ικανότητος, ο προσδιορισμός του κύκλου των 
βαρυνομένων με τον φόρο αυτό προσώπων παρίσταται, εν όψει του εξαγγελλομένου σκοπού 
(«άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος»), αυθαίρετος, διότι οι επίμαχες ρυθμίσεις θίγουν 
τις, καθιερούμενες από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, αρχές της καθολικότητας και της 
ισότητος του φόρου, αφού εισάγουν διαφορετική μεταχείριση, ανεπίδεκτη δικαιολογήσεως εν όψει 
του προαναφερθέντος σκοπού, μεταξύ, αφ’ ενός μεν, των ως άνω προσώπων (ιδιοκτητών ή 
επικαρπωτών δομημένων επιφανειών οικιστικής ή εμπορικής χρήσεως), τα οποία θεωρούνται ως 
έχοντα φοροδοτική ικανότητα, και, αφ’ ετέρου, των ιδιοκτητών ή επικαρπωτών άλλων, 
ενδεχομένως προσοδοφόρων, ακινήτων μη ηλεκτροδοτουμένων ή μη δομημένων ή ακινήτων 
βιομηχανικής, βιοτεχνικής, γεωργικής ή κτηνοτροφικής χρήσεως ή χώρων αθλητικών 
εγκαταστάσεων (βλ.παρ.5). Είναι, επίσης, εκτός άλλων περιπτώσεων, ανεπίδεκτη δικαιολογήσεως, 
εν όψει του προεκτεθέντος σκοπού του νόμου, και η, κατά την παρ.6 του εν λόγω άρθρου, 
απαλλαγή από τον επίμαχο φόρο των ακινήτων, που ιδιοκατοικούνται αποκλειστικώς από 
μακροχρονίως ανέργους εγγεγραμμένους στα μητρώα του ΟΑΕΔ (ή στους σχετικούς καταλόγους 
ανέργων ναυτικών, τεχνικών τύπου και προσωπικού ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και 
Θεσσαλονίκης), όχι δε και των ακινήτων που ιδιοκατοικούνται από τους λοιπούς πράγματι, κατά 
κοινήν πείραν, μακροχρονίως ανέργους, των οποίων δεν προβλέπεται κατά νόμο η εγγραφή στα 
ανωτέρω μητρώα (λ.χ. των μακροχρονίως ανέργων που δεν είχαν απασχοληθεί ως μισθωτοί, αλλά 
ως ελεύθεροι επαγγελματίες). 
Εν όψει των ανωτέρω, όλως ενδεικτικώς επισημανθέντων, οι ρυθμίσεις του άρθρου 53 του ν. 
4021/2011 αντίκειται στις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, τούτο δε 
ανεξαρτήτως αν οι ρυθμίσεις αυτές, ως επιβάλλουσες φορολογικές επιβαρύνσεις για περιορισμένο 
χρονικό διάστημα, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «έκτακτες». Σημειωτέον, άλλωστε, ότι ο 
επίμαχος φόρος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «έκτακτος» υπό την έννοια του φόρου που 
επιβάλλεται για την αντιμετώπιση εκτάκτων και απροβλέπτων καταστάσεων (όπως λ.χ. φυσικών 
καταστροφών, θεομηνιών, πολεμικών γεγονότων), δεδομένου ότι η θέσπισή του στις 3.10.2011, 
με άμεση ισχύ από της ημερομηνίας αυτής, χωρίς σχετική πρόβλεψη στον προϋπολογισμό του 
έτους 2011 (κατά παράβαση δηλαδή των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 79 του Συντάγματος) 
αποσκοπεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας, στην πρόληψη των 
προβλημάτων (δημοσιονομικών ελλειμμάτων) που μέλλουν να προκύψουν από την εκτέλεση του 
τρέχοντος προϋπολογισμού (2011) και του Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 
2012-2015. Β) Οι Σύμβουλοι Μ. Καραμανώφ, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ.Βώρος και Ι. Γράβαρης 
διετύπωσαν τα ακόλουθη γνώμη: Το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος επιτάσσει τη συμμετοχή 
των ελλήνων πολιτών στα δημόσια βάρη, όχι μόνο «χωρίς διακρίσεις» αλλά και «ανάλογα με τις 
δυνάμεις τους». Από την τελευταία αυτή προϋπόθεση απορρέει η βασική για τη φορολογία αρχή, 
κατά την οποία αναγκαίος όρος για την επιβολή οποιουδήποτε φόρου είναι η ύπαρξη αντίστοιχης 
φοροδοτικής ικανότητας δυνατότητας δηλαδή του φορολογουμένου, εν όψει και της συνεπούς 
εκπλήρωσης των λοιπών υποχρεώσεών του προς το κράτος, να καταβάλει το φόρο χωρίς να 
διακινδυνεύσει, εκ του λόγου τούτου, η συντήρησή του. Εν σχέσει, άλλωστε, προς την αρχή αυτή 
καθορίζονται περαιτέρω, στο άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, τα στοιχεία που, περιοριστικά, 
μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο φορολόγησης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες, συναλλαγές) 
με την έννοια ότι από τα στοιχεία αυτά και μόνον επιτρέπεται να συναχθεί κατ’ αρχήν φοροδοτική 
ικανότητα αλλά και ότι στην πραγματική ύπαρξη της τελευταίας οφείλει, εν πάση περιπτώσει, να 
αποβλέπει ο κοινός νομοθέτης κατά την επιβολή των κατ’ ιδίαν φόρων, συνεκτιμώντας τις 
συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες και χρησιμοποιώντας πρόσφορα προς τούτο κριτήρια. Η 
συνταγματική αυτή υποχρέωση αποτελεί όριο στην άσκηση της νομοθετικής φορολογικής 
πολιτικής εν γένει, η παράβλεψη του οποίου αποτελεί αντικείμενο δικαστικής κρίσεως κατά τον 
έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Εν όψει αυτών, το επίδικο «έκτακτο ειδικό τέλος» του 
άρθρου 53 του ν. 4021/2011 δεν συνάδει με τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις. Διότι, ναι μεν 
αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, φόρο επί της ακίνητης περιουσίας, ειδικότερα δε επί της κατοχής 
της, όπως όμως προκύπτει τόσον από την αιτιολογική έκθεση του νόμου όσο και από τις ίδιες τις 
ρυθμίσεις του, η επιβολή του, υπαγορευόμενη από την ανάγκη «άμεσης μείωσης του 
δημοσιονομικού ελλείμματος» και περιοριζόμενη μόνο στις «ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή 
εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες», δεν αποβλέπει κατ’ ουσίαν παρά σε μόνη την άμεση 
είσπραξη του οικείου ποσού, την οποία εξασφαλίζει πράγματι στις περιπτώσεις αυτές ο 
εισπρακτικός μηχανισμός μέσω των λογαριασμών της Δ.Ε.Η. Με τα ως άνω όμως δεδομένα, η 
κατοχή της εν λόγω ακίνητης περιουσίας, έχοντας καταστεί φορολογητέα για τον πιο πάνω λόγο, 
χωρίς να προκύπτει ότι έχει περαιτέρω εκτιμηθεί προς τούτο η σημασία της ως κριτηρίου 
διαγνώσεως φοροδοτικής ικανότητας, δεν αποτελεί πρόσφορο τέτοιο κριτήριο για τους 
βαρυνομένους με το επίδικο έκτακτο τέλος, δεδομένης και της αντίστροφης προοδευτικότητας 
που εμφανίζει η ρύθμιση του πίνακα α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 53, καθώς και εν όψει της 
παρούσας συγκυρίας, κατά την οποία, όπως είναι κοινώς γνωστό, η οικονομική κατάσταση των 
φορολογουμένων έχει ουσιωδώς πληγεί τόσον από την προσθήκη στους παγίους φόρους σωρείας 
εκτάκτων φορολογικών επιβαρύνσεων και δη σε συντομότατο χρονικό διάστημα, όσον και από 
την έντονη ύφεση που παρατηρείται στην οικονομία, με επιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στα 
εισοδήματα αλλά και στην αγορά ακινήτων. Γ) Οι Σύμβουλοι Μ. Παπαδοπούλου και Μ. Πικραμένος 
διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Tο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι 
έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, 
αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας που επιτάσσει τη συμμετοχή όλων των 
ελλήνων πολιτών στην εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων τους προς την Πολιτεία, μέσω 
της καταβολής φόρων, με σκοπό την κάλυψη των δημοσίων δαπανών. Από τις διατάξεις του 
ανωτέρω άρθρου συνάγεται, περαιτέρω, ότι η επιβολή φόρων στους έλληνες πολίτες πρέπει να 
βασίζεται: α) στην αναλογική ισότητα υπό την έννοια ότι οι πολίτες συμμετέχουν στις φορολογικές 
υποχρεώσεις σύμφωνα με τις οικονομικές τους δυνάμεις και επομένως δεν επιτρέπεται η 
αντιμετώπισή τους επί τη βάσει της αριθμητικής- μαθηματικής ισότητας που θα οδηγούσε στην ίδια 
μεταχείριση των οικονομικά ευρωστότερων με τους οικονομικά ασθενέστερους, β) στη 
φοροδοτική ικανότητα των πολιτών η οποία επιβάλλει στο νομοθέτη να λαμβάνει υπόψη ότι 
υπάρχει ένα όριο κατά τη θεσμοθέτηση φορολογικών επιβαρύνσεων, τυχόν υπέρβαση του οποίου 
πλήσσει τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις αυτές και ταυτόχρονα να 
διατηρήσουν ένα ανεκτό βιοτικό επίπεδο. Οι εν λόγω απορρέουσες από το άρθρο 4 παρ. 5 του 
Συντάγματος επιταγές προς τον κοινό νομοθέτη ισχύουν ακόμα και σε περιόδους οικονομικών 
κρίσεων κατά τις οποίες η Πολιτεία αναγκάζεται να λάβει έκτακτα οικονομικά μέτρα, τα οποία 
επιβάλλονται παραλλήλως με τους τακτικούς φόρους, για τη θεραπεία επιτακτικών αναγκών 
υπέρτερου εθνικού συμφέροντος και έχουν ως συνέπεια ιδιαίτερα επαχθείς επιβαρύνσεις για μεγάλες 
κατηγορίες πολιτών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις και την αιτιολογική έκθεση του 
ν. 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας- Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της 
δημοσιονομικής κρίσης» (ΦΕΚ Α΄ 40) η χώρα αντιμετωπίζει την τελευταία τριετία πρωτόγνωρες 
οικονομικές συνθήκες και την μεγαλύτερη δημοσιονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών η 
οποία απειλεί σοβαρά την εθνική οικονομία ( βλ. την αιτιολογική έκθεση του νόμου και την 
απόφαση Ολομ. ΣτΕ 668/2012). Προς αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών προβλημάτων 
ελήφθησαν ήδη μέτρα με τα οποία επιβλήθηκε έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα φυσικών 
προσώπων (άρθρο 18 του ν. 3758/2009), μειώθηκαν οι μισθοί των υπηρετούντων στο δημόσιο 
τομέα ( άρθρα 1 και 2 του ν. 3833/2010), αυξήθηκαν οι συντελεστές φόρου προστιθέμενης αξίας 
και διαφόρων ειδικών φόρων κατανάλωσης ( άρθρα 12-15 του ν. 3833/2010), επιβλήθηκε 
έκτακτη εφάπαξ εισφορά επί του εισοδήματος των φυσικών προσώπων οικονομικού έτους 2010 
(άρθρο 5 του ν. 3833/2010), επιβλήθηκε ειδική εισφορά αλληλεγγύης στο ετήσιο συνολικό καθαρό 
εισόδημα άνω των 12.000 ευρώ των φυσικών προσώπων (άρθρο 29 του ν. 3986/2011), 
επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά επί της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης που προκύπτει από την 
κυριότητα ή κατοχή επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης (άρθρο 30 του ν. 3986/2011) και 
επιβλήθηκε ετήσιο τέλος επιτηδεύματος στους επιτηδευματίες και τους ασκούντες ελεύθερο 
επάγγελμα (άρθρο 31 του ν. 3986/2011). Κατόπιν αυτών των διαδοχικών φορολογικών και 
εισοδηματικών μέτρων είναι προφανές ότι οι έλληνες πολίτες έχουν ήδη υποστεί σοβαρότατες 
οικονομικές απώλειες οι οποίες, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, επηρεάζουν ουσιωδώς το 
πραγματικό επίπεδο της φοροδοτικής τους ικανότητας. Εξάλλου, η επίδικη επιβάρυνση του ν. 
4021/2011 δεν αποτελεί τέλος αλλά φόρο που επιβάλλεται επί της ακίνητης περιουσίας των 
πολιτών, η οποία έχει ήδη υποστεί σοβαρή μείωση της αξίας της, κατά τα δεδομένα της κοινής 
πείρας, εφόσον η βαθύτατη οικονομική κρίση έχει ως συνέπεια τον δραματικό περιορισμό των 
αγοραπωλησιών των ακινήτων και την κλιμακούμενη αύξηση του αριθμού των ακινήτων που δεν 
προσπορίζουν εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους. Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4021/2011 
προκύπτει ότι ο νομοθέτης χρησιμοποίησε αποκλειστικά και μόνο γενικά αριθμητικά στοιχεία 
σχετικά με το σύνολο των ακινήτων και την αξία τους σε ολόκληρη την επικράτεια και αρκέσθηκε 
να προσδιορίσει το συνολικό ποσό που θα εισπράξει το κράτος από την επιβολή του φόρου. Με τα 
δεδομένα αυτά οι διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 5 του 
Συντάγματος διότι επιβάλλουν ένα ακόμα φορολογικό βάρος στους έλληνες πολίτες χωρίς να 
συνεκτιμάται διόλου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, τόσο για την 
επιβολή αυτού τούτου του φόρου όσο και για το ύψος του, η συνολική μέχρι σήμερα φορολογική 
τους επιβάρυνση, με την άθροιση τακτικών και εκτάκτων φορολογικών υποχρεώσεων, η οποία 
έχει δυσμενέστατες επιπτώσεις στη φοροδοτική ικανότητα και ως εκ τούτου στη διατήρηση 
ανεκτού βιοτικού επιπέδου για πολλές κατηγορίες κατηγοριών πολιτών, που έχουν ήδη υποστεί 
σοβαρότατες οικονομικές απώλειες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι για τον επίδικο φόρο δεν 
προβλέπεται απαλλαγή ούτε καν της πρώτης κατοικίας που αποτελεί, ιδίως εν μέσω σοβούσας 
οικονομικής κρίσης, αναγκαίο στοιχείο για την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 
Συντ.) και για την προστασία της οικογένειας (άρθρο 21 Συντ.). Δ) Τέλος, ο Σύμβουλος Β. 
Αραβαντινός διετύπωσε την ακόλουθη γνώμη: η επίδικη φορολογία είναι αντισυνταγματική ως 
αντικείμενη στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, αφού το κριτήριο επιβολής της, ήτοι το 
εμβαδόν της ηλεκτροδοτούμενης επιφανείας δεν δύναται σε καμμία περίπτωση να αποτελέσει και 
κριτήριο φοροδοτικής ικανότητος του φορολογουμένου ενώ, με μέτρο υπολογισμού του φόρου 
βάσει της εν λόγω επιφανείας, ουσιαστικά θεσπίζεται ένα αμάχητο τεκμήριο φοροδοτικής 
ικανότητος, στο οποίο εν τοις πράγμασι δεν χωρεί ανταπόδειξη ως προς τη δυνατότητα του 
υποχρέου να το καταβάλει κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1. Τέλος, η κρίσιμη οικονομική 
κατάσταση της χώρας που αναφέρει η εισηγητική έκθεση του νόμου δεν είναι δυνατόν να άρει την 
αντισυνταγματικότητά της, αφού το ίδιο το Σύνταγμα έχει ειδικές ρυθμίσεις για έκτακτες 
καταστάσεις και δεν επιτρέπεται η καταστρατήγησή του από τον κοινό νομοθέτη. 

18. Επειδή, ως προς το επίσης αντιμετωπισθέν στην σκέψη 16 ζήτημα αν η επιβολή του επιδίκου 
τέλους αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου μειοψήφησε 
ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, κατά την γνώμη του οποίου, η επιβολή της επίδικης φορολογικής 
επιβαρύνσεως δεν συνιστά ανεκτό περιορισμό της ιδιοκτησίας των βαρυνομένων με αυτή 
προσώπων, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 
δεδομένης της δεινής οικονομικής καταστάσεως εις την οποία έχει περιέλθει η συντριπτική 
πλειοψηφία των πολιτών και ειδικότερα οι εξ αυτών βαρυνόμενοι με την καταβολήν της επίδικης 
φορολογίας. Η δεινή αυτή οικονομική κατάστασις είναι απότοκος των συνεχών μειώσεων των εν 
γένει εισοδημάτων των και της αυξήσεως των φορολογικών βαρών που τους επιβάλλονται. 
Ειδικότερα οι συνεχείς μειώσεις μισθών και συντάξεων, με παράλληλη διατήρηση της τιμής των 
αγαθών εις τα προ της οικονομικής κρίσεως υψηλά επίπεδα, συνδυαζόμενη με αύξηση των πάσης 
φύσεως φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών (κατάργησις σειράς φοροαπαλλαγών, επιβολή 
νέων φόρων δια της υπερμέτρου αυξήσεως των τεκμηρίων διαβιώσεως, αύξησις των 
αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, υπό καθεστώς υφέσεως της οικονομίας, η οποία συνεπάγεται 
όχι μόνον μείωση των αντικειμενικών τους αξιών αλλά και των πάσης φύσεως προσόδων εξ αυτών 
κλπ.) αποτελούν τους κύριους παράγοντες μειώσεως της αγοραστικής δυνάμεως των πολιτών, 
που οδηγούν αναποτρέπτως εις την μείωση της αγοραστικής τους δυνάμεως, σε επίπεδο που να 
απειλεί πολλές φορές ακόμη και το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως ορισμένων εξ αυτών. 
Αυτόθροος συνέπεια όλων αυτών είναι η αδυναμία εκπληρώσεως των φορολογικών υποχρεώσεων 
από ορισμένους από τους βαρυνομένους με την επίδικη φορολογία λόγω εξαντλήσεως της 
φοροδοτικής τους ικανότητος, την οποία έπρεπε προηγουμένως να σταθμίσει ο νομοθέτης 
προκειμένου να προχωρήσει στην επιβολή της, κατά τρόπο συμβατό με την προαναφερθείσα 
διάταξη του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. 

19. Επειδή, περαιτέρω, για την βεβαίωση και την είσπραξη του επιδίκου “τέλους” ορίζονται στις 
παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 τα εξής: «8. Η βεβαίωση του ειδικού 
τέλους συντελείται με την εγγραφή στις 17.9.2011 του ηλεκτροδοτούμενου ακινήτου στις 
μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και των λοιπών εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού 
ρεύματος και ο κατάλογος αυτός αποτελεί τον τίτλο βεβαίωσης για το Ελληνικό Δημόσιο και τον 
αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο των αρμόδιων Δ.Ο.Υ. Αρμόδιος προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. είναι ο 
προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου κατά 
την ημερομηνία αρχικής έκδοσης του λογαριασμού της Δ.Ε.Η. και των εναλλακτικών προμηθευτών 
ηλεκτρικού ρεύματος κατ’ έτος. Η βεβαίωση του τέλους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., αν δεν 
καταβληθεί το τέλος μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, διενεργείται 
μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο δεύτερο 
εδάφιο της παραγράφου 11, όπως ειδικότερα ορίζεται με την υπουργική απόφαση που εκδίδεται 
κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 13 του παρόντος άρθρου. 9. Το ειδικό τέλος του παρόντος 
άρθρου συνεισπράττεται από τη Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος 
για το έτος 2011 σε δύο (2) ισόποσες δόσεις που εκδίδονται από αυτούς από τον Οκτώβριο του 
τρέχοντος έτους μέχρι τον Ιανουάριο του 2012». 
20. Επειδή, κατά την έννοια της προπαρατεθείσης παραγράφου 8 του άρθρου 53 του ν. 
4021/2011 ερμηνευομένης σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου 
άρθρου σχετικά με τον υπολογισμό του τέλους και τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων 
2130/1993 και 27/1975 σχετικά με τον υπολογισμό του τέλους ακίνητης περιουσίας και δημοτικών 
τελών, η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές καταρτίζουν κατάλογο υποχρέων ανά μετρητή 
παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με το οφειλόμενο σε κάθε περίπτωση ποσό, το οποίο προκύπτει, 
όπως εξετέθη ανωτέρω, από τον πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων των 
ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών, επί τη βάσει των οποίων υπολογίσθηκε στις 
17.9.2011 από την ΔΕΗ ή τους εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος το τέλος του 
άρθρου 24 παρ.1 του ν. 2130/1993 (ή εν πάση περιπτώσει τα δημοτικά τέλη), επί τον συντελεστή 
του ειδικού τέλους που αντιστοιχεί στην τιμή ζώνης του ακινήτου και επί τον συντελεστή 
προσαύξησης που αντιστοιχεί στην παλαιότητα του ακινήτου, σύμφωνα με τους πίνακες της 
παραγράφου 2 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011. Κατά την σύνταξη του καταλόγου, τα στοιχεία 
που αφορούν την ηλεκτροδοτουμένη δομημένη επιφάνεια, δηλαδή, το εμβαδόν της εν λόγω 
επιφανείας, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου, λαμβάνονται, όπως αυτά, 
δηλωθέντα από τους κυρίους, επικαρπωτές ή νομείς των ακινήτων και περιληφθέντα στους 
καταρτισθέντες κατά το άρθρο 24 παρ.8 του ν. 2130/1993 καταλόγους των δήμων και 
κοινοτήτων, έχουν καταχωρισθεί στην βάση πληροφοριών της ΔΕΗ καθώς και των εναλλακτικών 
προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος (βλ. και άρθρα 2 και 3 του ν. 25/1975 για τους καταλόγους 
για τον υπολογισμό των δημοτικών τελών). Με την εγγραφή στον ανωτέρω κατάλογο συντελείται 
η βεβαίωση του τέλους στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η 
σύνταξη χρηματικού καταλόγου και από τον αρμόδιο σε κάθε περίπτωση Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. 
φορολογίας εισοδήματος του κυρίου ή επικαρπωτή του ακινήτου (βλ. ιδία ρύθμιση και στο άρθρο 
1 παρ.9 του ν. 25/1975 για τα δημοτικά τέλη, στο άρθρο 10 παρ.6 του ν. 1080/1980 (ΦΕΚ Α΄246) 
για τον φόρο επί των ηλεκτροδοτουμένων χώρων και στο άρθρο 24 παρ.8 του ν. 2130/1993 για 
το τέλος ακίνητης περιουσίας). Με την διαδικασία αυτή το Δημόσιο δεν αποξενώνεται από την 
εξουσία βεβαιώσεως και εισπράξεως του επιδίκου τέλους δοθέντος ότι, σύμφωνα με την 
παράγραφο 7 του άρθρου 53, η αρμοδιότητα προς έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων 
εφαρμογής μειωμένου συντελεστού ή απαλλαγής από το τέλος ανήκει μόνο στις κρατικές αρχές, 
που ενημερώνουν σχετικώς την Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτές, κατ’ αρχήν, πρό της 
βεβαιώσεως του τέλους, εάν δε δεν καταβληθεί το τέλος μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του 
ηλεκτρικού ρεύματος, ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. προβαίνει σε βεβαίωση του τέλους (εδάφιο 
τρίτο της παραγράφου 8 του άρθρου 53) και μεριμνά περαιτέρω για την είσπραξη αυτού σύμφωνα 
με τις διατάξεις του Κώδικα για την Είσπραξη Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) (εδάφιο δεύτερο της 
παραγράφου 11 του άρθρου 53). Ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. είναι, άλλωστε, ενώπιον των 
τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κατά νόμο διάδικος σε περίπτωση προσφυγής του 
φορολογουμένου κατά της πράξεως καταλογισμού του τέλους που ενσωματώνει ο λογαριασμός 
κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Με τα δεδομένα αυτά το σύστημα βεβαιώσεως του 
έκτακτου ειδικού τέλους ηλεκτροδοτουμένων δομημένων επιφανειών, όπως διαμορφώνεται στο 
νόμο και έχει περιγραφεί ανωτέρω, δεν αντίκειται στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, ο δε 
περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά δε την συγκλίνουσα 
γνώμη της Συμβούλου Ο. Ζύγουρα, η ανάθεση στην Δ.Ε.Η. και τους εναλλακτικούς προμηθευτάς 
της σχετικής με την διαδικασία βεβαιώσεως και εισπράξεως του ανωτέρω τέλους υπηρεσίας, όπως 
οργανώνεται από το άρθρο 53 του ν. 4021/2011, ουδόλως αντίκειται προς την αρχή της 
διακρίσεως των εξουσιών ή άλλη συνταγματική αρχή. Και τούτο, διότι ο νόμος θέτει πλήρως το 
πλαίσιο, στο οποίο η Δ.Ε.Η. και οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές θα ασκούν τις σχετικές 
αρμοδιότητες. Εξ άλλου, οι ανατιθέμενες στους ως άνω ιδιώτες προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος 
αρμοδιότητες αφορούν εις την διαδικασίαν βεβαιώσεως και εισπράξεως του φόρου αυτού, όχι δε 
και στον κανονιστικό προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, των υποκειμένων του φόρου ή την 
θέσπισιν συντελεστών, η περί των οποίων ρύθμιση γίνεται από τον ν. 4021/2011. Περαιτέρω, εκ 
του νόμου προβλέπεται, ότι στις περιπτώσεις απαλλαγής από το τέλος τα σχετικά ζητήματα 
ρυθμίζονται δια πράξεων και ενεργειών κρατικών υπηρεσιών και οργάνων (άρθρο 53 παρ. 7), ενώ 
και επί μη καταβολής του τέλους δια των προμηθευτών ηλεκτρικής ενεργείας χωρεί βεβαίωση του 
τέλους από την αρμοδία Δ.Ο.Υ. (άρθρο 53 παρ. 8). 

21. Επειδή, ως προς το αντιμετωπισθέν στην προηγουμένη σκέψη ζήτημα εάν αντίκειται η 
θεσπιζομένη από το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 διαδικασία βεβαιώσεως του ΕΕΤΗΔΕ προς την 
αρχή της διακρίσεως των εξουσιών διετυπώθησαν οι ακόλουθες μειοψηφούσες γνώμες: Α) ο 
Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής και Γ. Ποταμιάς 
διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη με την οποία συνετάχθη και η Πάρεδρος Φρ. Γιαννακού: Όπως 
ρητώς ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 53 του ν. 402/2011, η βεβαίωση του 
επίμαχου φόρου, η εξατομίκευση δηλαδή της φορολογικής οφειλής με τον προσδιορισμό του 
ύψους του φόρου και του προσώπου του υποχρέου «συντελείται με την εγγραφή στις 17.9.2011 
του ηλεκτροδοτουμένου ακινήτου στις μηχανογραφικές καταστάσεις της Δ.Ε.Η. και των λοιπών 
εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος και ο κατάλογος αυτός αποτελεί τον τίτλο 
βεβαίωσης για το Ελληνικό Δημόσιο και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο των αρμόδιων 
Δ.Ο.Υ.». Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι – σε αντίθεση με το, επίσης εισπραττόμενο από την 
Δ.Ε.Η., τέλος ακίνητης περιουσίας του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, του οποίου η βεβαίωση 
συντελείται με την εγγραφή του υποχρέου, κατά την παρ. 8 του εν λόγω άρθρου, στον σχετικό 
κατάλογο που καταρτίζει ο οικείος Δήμος ή Κοινότητα – η βεβαίωση του επίμαχου φόρου 
συντελείται με την εγγραφή του ακινήτου στους καταλόγους που καταρτίζουν διάφορα νομικά 
πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (η Δ.Ε.Η. και οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές), η εγγραφή δε στους 
καταλόγους που καταρτίζουν τα εν λόγω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου αποτελεί για το 
Ελληνικό Δημόσιο τον τίτλο βεβαιώσεως του φόρου. Επομένως, με το σύστημα αυτό η βεβαίωση 
του φόρου, η εφαρμογή δηλαδή του φορολογικού νόμου σε συγκεκριμένη ατομική περίπτωση με 
τον προσδιορισμό του προσώπου του υποχρέου και του ύψους της φορολογικής οφειλής, 
ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Τούτο, όμως, αντίκειται στις διατάξεις των 
άρθρων 1 παρ. 3 και 26 του Συντάγματος, διότι η βεβαίωση του φόρου, έχουσα το ανωτέρω 
περιεχόμενο, αποτελεί βασική έκφραση της δημόσιας εξουσίας και της κυριαρχίας του Κράτους, οι 
οποίες, κατά τις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, ασκούνται αποκλειστικά από όργανα του 
Κράτους (ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου) και όχι από ιδιώτες (βλ. Ολομ. ΣτΕ 1934/1988). 
ειδικώτερα δε, η βεβαίωση του φόρου, εντασσομένη, ως εκ του ανωτέρω περιεχομένου της, στην 
άσκηση της εκτελεστικής λειτουργίας του Κράτους, ασκείται από όργανα της εκτελεστικής 
εξουσίας αυτού, σύμφωνα με την καθιερούμενη από το ως άνω άρθρο 26 του Συντάγματος αρχή 
της διακρίσεως των λειτουργιών. Την παραβίαση, εν προκειμένω, των ανωτέρω συνταγματικών 
διατάξεων δεν είναι ικανή να άρει η πρόβλεψη, στην παρ. 7 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, της 
δυνατότητος ελέγχου, από όργανα της κρατικής διοικήσεως, της γενομένης από τα ως άνω νομικά 
πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου βεβαιώσεως του φόρου . και τούτο α) διότι κρίσιμο εν προκειμένω 
ζήτημα είναι η αρμοδιότητα ως προς την βεβαίωση του φόρου και όχι ως προς τον 
επακολουθούντα έλεγχο αυτής, β) διότι ο έλεγχος αυτός δεν χωρεί σε κάθε περίπτωση, αλλά 
αφορά μόνο στις, κατά την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 53, περιορισμένες περιπτώσεις εφαρμογής 
μειωμένου συντελεστή ή απαλλαγής, προϋποθέτει δε αίτηση του ενδιαφερομένου. Με τον έλεγχο, 
άλλωστε, αυτόν παρέχεται – μετά την βεβαίωση, με τους καταρτιζόμενους από την Δ.Ε.Η. (και 
τους λοιπούς εναλλακτικούς προμηθευτές) καταλόγους, του επίμαχου φόρου βάσει του εμβαδού, 
της παλαιότητος και της τιμής ζώνης του ακινήτου – η δυνατότητα ανατροπής της εν λόγω 
βεβαιώσεως δια της εκ των υστέρων λήψεως υπ’ όψιν των, κατά την παρ. 6 υποκειμενικών 
κριτηρίων φοροδοτικής ικανότητος που συνεπάγονται μείωση της φορολογικής επιβαρύνσεως ή 
απαλλαγή από αυτήν προκειμένου, μεταξύ άλλων, να επιστραφεί «επιπλέον τέλος που τυχόν 
καταβλήθηκε» (βλ. παρ.7 του άρθρου 53). Η πρόβλεψη, όμως, της ανωτέρω δυνατότητος 
αντίκειται στην αρχή της οριστικότητος της προσδιοριστικής του φόρου πράξεως που εμπεριέχεται 
στον κανόνα της βεβαιότητος του φόρου, ο οποίος αποτελεί ειδικώτερη έκφανση της, 
καθιερουμένης με το άρθρο 78 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος, αρχής της νομιμότητος του φόρου. 
Τέλος, η προπεριγραφείσα παραβίαση των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 του Συντάγματος δεν αίρεται 
από την, προβλεπόμενη στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, 
δυνατότητα εκ νέου βεβαιώσεως του επίμαχου φόρου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., αφού η νέα αυτή 
βεβαίωση τελεί υπό την αίρεση της μη καταβολής αυτού μέσω του λογαριασμού καταναλώσεως 
ηλεκτρικού ρεύματος. Β) Οι Σύμβουλοι Μ. Καραμανώφ και Ιω. Γράβαρης διετύπωσαν την 
ακόλουθη γνώμη: τίτλος βεβαιώσεως του επίμαχου ειδικού τέλους αποτελεί κατά τη ρητή 
διατύπωση του νόμου, η εγγραφή αυτού στους καταλόγους που καταρτίζει η Δ.Ε.Η. και οι 
εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία και προσδιορίζει τον υπόχρεο ανά 
μετρητή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ως και το οφειλόμενο κατά περίπτωση ποσό. Η ανάθεση 
όμως της βεβαιώσεως φόρου σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δη εμπορική ανώνυμη 
εταιρεία, όπως είναι πλέον η Δ.Ε.Η., και, εξ ορισμού βεβαίως, οι λοιποί εναλλακτικοί προμηθευτές, 
αντίκειται στα άρθρα 26 και 95 του Συντάγματος, τα οποία επιβάλλουν όπως οι πράξεις ασκήσεως 
του πυρήνα της δημοσίας εξουσίας, ως είναι κατ’ εξοχήν η βεβαίωση φόρου, εκδίδονται από 
όργανα της εκτελεστικής εξουσίας και ελέγχονται ακυρωτικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας 
και τα διοικητικά δικαστήρια. Ούτε, εξ άλλου, δύναται να θεωρηθεί ότι, αν όχι οι λοιποί 
προμηθευτές, τουλάχιστον η Δ.Ε.Η. έχει ως προς την αρμοδιότητα βεβαιώσεως του επίμαχου 
φόρου διφυή χαρακτήρα. Και τούτο διότι ο διφυής χαρακτήρας, ως νομική έννοια αναγκαία για τη 
διασφάλιση του κρατούντος οργανικού κριτηρίου, προϋποθέτει νομικό πρόσωπο με ένδυμα μεν 
ιδιωτικού δικαίου, πλην όμως λειτουργούντος όχι με κερδοσκοπικό σκοπό αλλά προς το δημόσιο 
συμφέρον και υπαγόμενο, χάριν τούτου, σε ειδικό καθεστώς δημοσίου δικαίου, ήτοι με προνόμια 
και υποχρεώσεις ασυμβίβαστα προς τις αρχές και απαιτήσεις του ελευθέρου ανταγωνισμού, στις 
οποίες υπάγεται πλέον η Δ.Ε.Η. σύμφωνα με την κοινοτική έννομη τάξη. Εξ άλλου, το γεγονός ότι 
το Δημόσιο, σε περίπτωση μη καταβολής του επίμαχου τέλους μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικού 
ρεύματος, διατηρεί, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 53, αρμοδιότητα «βεβαιώσεως» 
και εισπράξεως αυτού σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, δεν αίρει την αντίθεση του συστήματος του νόμου 
προς τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις. Και τούτο διότι η ως άνω «βεβαίωση» 
εντάσσεται πράγματι είτε στη διαδικασία τροποποιήσεως της αρχικής καταλογιστικής πράξεως 
(περιπτώσεις απαλλαγών, μειώσεων κλπ.) είτε στη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως αυτής, η 
οποία, όμως, προϋποθέτει μη συμμόρφωση του οφειλέτου προς την ήδη γεννηθείσα με την 
εγγραφή του στους καταλόγους της Δ.Ε.Η. φορολογική υποχρέωση αυτού. Δεδομένου δε ότι η 
ειδική διαδικασία επιβολής του περί ου πρόκειται τέλους, όπως αυτή θεσπίζεται στις αντίστοιχες 
διατάξεις του ν. 4021/2011 αποτελεί θεμελιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο αυτού, ο νόμος πάσχει 
αντισυνταγματικότητα στο σύνολό του, και, κατά συνέπεια, η επ’ αυτού ερειδομένη και ήδη 
προσβαλλομένη κανονιστική απόφαση είναι και αυτή μη νόμιμη και ακυρωτέα. 

22. Επειδή, εξ άλλου, η ανάθεση της εισπράξεως φόρων και τελών, δημοσίων και δημοτικών, σε μη 
κρατικά όργανα, όπως είναι οι τράπεζες, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία ή οργανισμοί κοινής ωφελείας 
έναντι ανταλλάγματος, δεν αντίκειται στην αρχή διακρίσεως των εξουσιών, εφ’ όσον τα όργανα 
αυτά περιορίζονται στο έργο της απλής εισπράξεως των βεβαιωμένων φόρων και τελών και δεν 
εξοπλίζονται περαιτέρω με μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως (βλ. άρθρο 2 του ν.δ. 356/1974 περί 
Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, ΦΕΚ Α΄ 90, και άρθρο 11 παρ.2 του ν. 2362/1995 περί 
Δημοσίου Λογιστικού, ΦΕΚ Α΄247, βλ. επίσης άρθρο 68 του από 24.9-20.101958 διατάγματος περί 
των προσόδων των δήμων και κοινοτήτων, ΦΕΚ Α΄171, για την ενοικίαση φόρων, τελών και 
δικαιωμάτων από τους Ο.Τ.Α). Ως εκ τούτου αβασίμως προβάλλεται ότι αντίκειται στην ανωτέρω 
συνταγματική αρχή η ανάθεση στην Δ.Ε.Η. και τους λοιπούς εναλλακτικούς προμηθευτές 
ηλεκτρικού ρεύματος του έργου της εισπράξεως του επιδίκου τέλους. 

23. Επειδή, ο λόγος ότι η κατά τα ανωτέρω ανάθεση στην Δ.Ε.Η. του έργου της εισπράξεως της 
επίδικης επιβαρύνσεως αντίκειται στους καταστατικούς σκοπούς της εν λόγω επιχειρήσεως, 
προβαλλόμενος εκ μέρους του αιτούντος, που κατά τα ανωτέρω δεκτά στην σκέψη 4 
νομιμοποιείται στην άσκηση της παρούσας αιτήσεως υπό την ιδιότητα του φορολογουμένου, 
πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως προβαλλόμενος εκ συμφέροντος τρίτου. 

24. Επειδή, ακολούθως, για την περίπτωση μη καταβολής του τέλους μέσω του λογαριασμού 
κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, ορίζεται στην παράγραφο 11 του άρθρου 53 του ν. 
4021/2011 ότι η ΔΕΗ και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος προβαίνουν στην 
έκδοση εντολής διακοπής του ρεύματος του καταναλωτή προς τον Διαχειριστή του Δικτύου, ο 
οποίος προβαίνει σε διακοπή της σύνδεσης και δεν το επαναχορηγούν μέχρι να εξοφληθεί το 
οφειλόμενο τέλος, δεν επιτρέπεται δε η αλλαγή προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος αν δεν εξοφληθεί 
προηγουμένως τα ειδικό τέλος. Εξ άλλου, ο ν. 4001/2011, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο 
τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ, ορίζει στο Δεύτερο Μέρος αυτού (άρθρα 46- 59), αναφορικά 
με την προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος από τους καταναλωτές, μεταξύ άλλων, ότι α) η προμήθεια 
ηλεκτρικού ρεύματος επιτρέπεται μόνον μετά από σύναψη σύμβασης προμηθείας μεταξύ 
προμηθευτή και πελάτη, την οποία καταρτίζει και υποβάλλει ο προμηθευτής στον πελάτη κατόπιν 
αιτήσεως του τελευταίου, οι δε γενικοί και ειδικοί όροι της συμβάσεως αυτής πρέπει να είναι 
συμβατοί με τις αρχές της καλής πίστης και τήρησης των συναλλακτικών ηθών και να καθίστανται 
γνωστοί στον πελάτη πριν από την σύναψη της συμβάσεως (άρθρο 47 παρ.2) β) ο προμηθευτής 
δικαιούται να αρνηθεί να προμηθεύσει συγκεκριμένο πελάτη εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, όπως 
η ύπαρξη ληξιπροθέσμων οφειλών του πελάτη προς άλλον προμηθευτή. Οι προϋποθέσεις άρνησης 
προμηθείας και διακοπής της παροχής πρέπει να είναι σαφώς διατυπωμένες και να παρέχονται στον 
πελάτη εκ των προτέρων και ιδίως κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της 
σύμβασης προμήθειας (άρθρο 48 παρ.5). 

25. Επειδή, η θεσπιζομένη, κατά τα ανωτέρω, στην παράγραφο 11 του άρθρου 53 του ν. 
4021/2011 δυνατότητα της ΔΕΗ και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος να 
προβαίνουν σε διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος προς τον καταναλωτή αντίκειται 
στο Σύνταγμα και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρη, οι δε ερειδόμενες στην ανωτέρω ρύθμιση 
διατάξεις του άρθρου 4 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως είναι ακυρωτέες. Επί της 
ειδικότερης θεμελιώσεως της αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω ρυθμίσεως έγιναν δεκτά τα 
ακόλουθα: Με το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να 
αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και 
πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το 
Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη» κατοχυρώνεται, ως ατομικό δικαίωμα η οικονομική ελευθερία. Ειδική 
εκδήλωση του συνταγματικού αυτού δικαιώματος αποτελεί για τους ιδιώτες, φυσικά ή νομικά 
πρόσωπα, η ελευθερία των συμβάσεων, στη οποία ανήκουν, μεταξύ άλλων, και η σύμφυτη αξίωση 
της τηρήσεως των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων. 
Νομοθετική επέμβαση σε συνεστημένη συμβατική σχέση είναι επιτρεπτή ως εξαιρετικό μέτρο, 
λαμβανόμενο στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητος, όταν σοβαροί λόγοι δημοσίου 
συμφέροντος, οι οποίοι συνάπτονται με το αντικείμενο της συμβάσεως, δικαιολογούν την 
ανατροπή της ομαλής εξελίξεως της συμβάσεως ή την μεταβολή των συμφωνηθέντων από τους 
αντισυμβαλλομένους (πρβλ. ΣτΕ 1909-10/2001 Ολομ.). Δεν επιτρέπεται, όμως, κατά την έννοια της 
ως άνω συνταγματικής διατάξεως, επέμβαση του νομοθέτη σε όρους συνεστημένης συμβάσεως, 
όταν η επέμβαση αυτή δεν αποσκοπεί στην άρση επιβλαβών για το δημόσιο συμφέρον συνεπειών 
της συμβάσεως, αλλά αποβλέπει σε σκοπό ξένο προς το αντικείμενο αυτής. Εν όψει των ανωτέρω, 
η προβλεπομένη στην παράγραφο 11 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 δυνατότητα διακοπής της 
παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος σε καταναλωτή, ο οποίος δεν καταβάλλει, κατά τον οριζόμενο 
στο άρθρο αυτό τρόπο, το οφειλόμενο από αυτόν ειδικό τέλος, αν και κατά τα λοιπά προσφέρεται 
στην καταβολή του αντιτίμου του οικείου λογαριασμού κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, 
αποτελεί συνταγματικώς ανεπίτρεπτη επέμβαση στην συμβατική σχέση μεταξύ του καταναλωτή 
και του προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος και προσβολή του δικαιώματος του πρώτου για 
ελεύθερη απόλαυση των απορρεόντων από την σχετική σύμβαση προμηθείας δικαιωμάτων του. 
Πράγματι εκ του ότι θεμιτώς, κατά τα ειδικότερον εκτεθέντα ανωτέρω, ανάγεται σε νόμιμο τίτλο 
βεβαιώσεως για το Δημόσιο η εγγραφή του καταναλωτή στις μηχανογραφικές καταστάσεις των 
προμηθευτών ηλεκτρικής ενεργείας και προβλέπεται η είσπραξη του ειδικού τέλους ενιαίως με την 
εξόφληση του οικείου λογαριασμού καταναλώσεως, ουδόλως παρέπεται ότι είναι δυνατόν να 
επακολουθεί, ως συνέπεια της μη καταβολής του τέλους και εν είδει κυρώσεως, η διακοπή της 
παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος στον συνεπή απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του 
προμηθευτή καταναλωτή, διότι με τον τρόπο αυτό υπάρχει επέμβαση στην μεταξύ αυτών 
συμβατική σχέση. Τούτο δε, διότι η επιδίωξη διασφάλισης της καταβολής νομίμως προβλεπομένης 
φορολογικής επιβαρύνσεως συνιστά σκοπό θεμιτό μεν καθεαυτό, όμως άσχετο με το αντικείμενο 
της συμβάσεως παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Εξ άλλου, με την κύρωση της διακοπής από τον 
Διαχειριστή του Δικτύου της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος σε φορολογούμενο για τον λόγο ότι 
δεν είναι συνεπής με φορολογικές υποχρεώσεις άσχετες προς τις απορρέουσες από την σύμβαση 
προμηθείας ηλεκτρικού ρεύματος υποχρεώσεις του παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, διότι 
πρόκειται περί μέτρου το οποίο άγει σε αναίρεση της καθολικότητας της παροχής των υπηρεσιών 
κοινωφελούς δικτύου εξυπηρετήσεως για λόγο, ο οποίος δεν είναι συναφής με την παροχή της εν 
λόγω υπηρεσίας. Κατά την γνώμη του Αντιπροέδρου Ν. Σακελλαρίου, των Συμβούλων Γ. 
Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιά, Μ. Παπαδοπούλου και Θ. Αραβάνη, με την οποία συντάχθηκε και η 
Πάρεδρος Φρ. Γιαννακού, η κύρωση της διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος σε 
περίπτωση μη καταβολής του επίμαχου “τέλους” αντίκειται όχι μόνον στο άρθρο 5 παρ.1 του 
Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, αλλά επίσης και στο 
άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι συνεπάγεται στέρηση κοινωνικού αγαθού ζωτικής 
σημασίας, ουσιώδους για την αξιοπρεπή, υπό τα σύγχρονα δεδομένα, διαβίωση του ανθρώπου. 
Περαιτέρω, κατά την γνώμη των Συμβούλων Αι. Σακελλαροπούλου και Α-Γ.Βώρου, το επίμαχο 
μέτρο, η διακοπή δηλαδή του ηλεκτρικού ρεύματος ως μέτρου εξαναγκασμού για την καταβολή 
του επιδίκου τέλους, αντίκειται, κατά το μέρος που αφορά σε φυσικά πρόσωπα, στις διατάξεις των 
άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι χρησιμοποιεί αγαθό ζωτικής 
σημασίας για την ανθρώπινη διαβίωση, προκειμένου να εξασφαλίσει την εκπλήρωση φορολογικής 
υποχρεώσεως για λόγους ασύνδετους προς το περιεχόμενο της συμβάσεως μεταξύ καταναλωτή 
και προμηθευτή του ηλεκτρικού ρεύματος, κατά δε το μέρος που αφορά σε νομικά πρόσωπα, 
αντίκειται στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, κατά τα προεκτεθέντα. Εξ άλλου, κατά την 
γνώμη των Συμβούλων Χρ. Ράμμου , Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνη, Ι. Γράβαρη, Μ. 
Σταματελάτου και Β. Αραβαντινού, η διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος, όπως προβλέπεται στην 
ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 11 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, αποτελεί μέτρο 
εξαναγκασμού για την καταβολή του επίδικου τέλους ασύνδετο με υπαιτιότητα του 
φορολογουμένου ή με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ως καταναλωτή ηλεκτρικής 
ενέργειας και με τα χαρακτηριστικά αυτά το εν λόγω μέτρο αντίκειται ευθέως στο άρθρο 2 παρ. 1 
του Συντάγματος για το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου. Τούτο δε, διότι χρησιμοποιεί αγαθό 
ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη διαβίωση ως μοχλό πίεσης για την εκπλήρωση φορολογικής 
υποχρέωσης, υποβιβάζοντας έτσι τον άνθρωπο από υποκείμενο της εννόμου τάξεως σε απλό μέσον 
για την επίτευξη (οσονδήποτε σοβαρών, αδιάφορο) δημόσιων σκοπών. Επί ευθείας, άλλωστε, όπως 
εν προκειμένω, προσβολής της κατά το ανωτέρω άρθρο 2 του Συντάγματος «πρωταρχικής 
υποχρέωσης της Πολιτείας» να σέβεται, σε κάθε ανεξαιρέτως περίπτωση, την ανθρώπινη αξία, δεν 
νοείται διακριτή αντίθεση και σε άλλες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων επί μέρους συνταγματικές 
διατάξεις ή στην αρχή της αναλογικότητας καθόσον τα σχετικά ζητήματα προϋποθέτουν ρυθμίσεις 
συμβατές, πάντως, με την πιο πάνω θεμελιώδη υποχρέωση καθ’ εαυτήν (πρβλ., μεταξύ άλλων, ΑΕΔ 
1/2010, καθώς και συγκλίνουσα με την πλειοψηφία γνώμη στην ΣτΕ 1213/2010 Ολομ.). Τέλος, 
κατά την γνώμη της Συμβούλου Ο. Ζύγουρα η διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 53 του ν. 
4021/11, κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται η διακοπή ηλεκτροδοτήσεως του ακινήτου, σε 
περίπτωση μη καταβολής του προβλεπομένου με το άρθρο αυτό ειδικού τέλους, αντίκειται προς 
την συνταγματική αρχή της αναλογικότητος. Και τούτο, διότι η εκπλήρωση φορολογικής 
υποχρεώσεως των ιδιοκτητών των ακινήτων, την οποία αυτοί έχουν έναντι του κράτους και 
εκπληρώνουν, κατά τας διατάξεις του άρθρου αυτού, δια της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών 
προμηθευτών, στους οποίους έχει ανατεθεί, υπό τους εκτεθέντας περιορισμούς, η διαδικασία 
βεβαιώσεως και εισπράξεως του φόρου αυτού, δεν συνάπτεται προς την απορρέουσα από την 
σχέση μεταξύ των ιδιοκτητών των ακινήτων και της Δ.Ε.Η. ή του εναλλακτικού προμηθευτού, ως 
παρόχων ηλεκτρικού ρεύματος, υποχρέωση των τελευταίων να διασφαλίζουν, κατά τους όρους 
του νόμου και των σχετικών συμβάσεων, την παροχή στους πελάτες των ηλεκτρικής ενεργείας, 
ήτοι αγαθού, η παροχή του οποίου αποτελεί υπηρεσία γενικού ενδιαφέροντος, βάσει δε των 
σχετικών ρυθμίσεων του κοινοτικού δικαίου (οδηγία 2009/72/ΕΚ), σε καθεστώς απελευθερωμένης 
αγοράς ενέργειας, το κράτος οφείλει εν πάση περιπτώσει να διασφαλίζει στους πολίτες την 
δυνατότητα προσβάσεως στην σχετική καθολική υπηρεσία. 

26. Επειδή, ως προς το αντιμετωπισθέν στην προηγουμένη σκέψη ζήτημα, μειοψήφησαν ο 
Πρόεδρος του Δικαστηρίου, οι Αντιπρόεδροι Σ. Ρίζος, Δ. Πετρούλιας, Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι 
Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Δ. Μαρινάκης και Φ. Ντζίμας, οι οποίοι υπεστήριξαν τη γνώμη ότι η επίμαχη 
διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 53 του ν. 421/2011 είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα, με τις 
ακόλουθες σκέψεις: Σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (ΣτΕ 1909-
10/2001), το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος δεν αποκλείει τη δυνατότητα νομοθετικής 
επέμβασης στην εξέλιξη συνεστημένης συμβατικής σχέσης, η οποία μάλιστα μπορεί να συνίσταται 
όχι μόνον στην «αναγκαστική προσαρμογή», αλλά και στην κατάργηση της σύμβασης από τον 
νομοθέτη, εφ’ όσον όμως τούτο «δικαιολογείται για σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, 
όπως είναι η βλάβη της εθνικής οικονομίας», η δε σχετική νομοθετική ρύθμιση, επιβαλλόμενη με 
γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του 
επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Στην προκειμένη περίπτωση, 
συντρέχουν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, οι οποίες δικαιολογούν το επίμαχο νομοθετικό μέτρο 
της διακοπής της ηλεκτροδότησης του βαρυνόμενου ακινήτου, ως μέσο εξαναγκασμού για την 
καταβολή του επίδικου τέλους, εάν ο χρήστης δεν προβαίνει στην καταβολή του μαζί με τον 
λογαριασμό κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Ειδικότερα, όπως έχει ήδη εκτεθεί (βλ. 
ανωτέρω σκέψη 8), ρητώς στην ίδια τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, με 
την οποία θεσπίζεται το επίδικο έκτακτο τέλος, εξαγγέλλεται ότι αυτό επιβάλλεται «για 
επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίσταται στην άμεση μείωση του 
δημοσιονομικού ελλείμματος». Όπως δε επισημαίνεται και στην αιτιολογική έκθεση επί του 
ανωτέρω άρθρου 53, η επιβολή του εν λόγω τέλους υπαγορεύθηκε από την επιτακτική ανάγκη να 
ληφθούν έκτακτα και «κατεπείγοντος χαρακτήρα» μέτρα, ώστε να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί 
στόχοι μείωσης του ελλείμματος τόσο για το 2011 όσο και για το 2012. Συνεπώς, κατά την 
εκτίμηση του νομοθέτη, η κατεπείγουσα, όπως τονίζεται στην αιτιολογική έκθεση, είσπραξη των 
προϋπολογιζόμενων ποσών από το εν λόγω έκτακτο τέλος, συνιστά όχι έναν συνήθη 
δημοσιονομικό στόχο, αλλά σκοπό εθνικού συμφέροντος, αφού, και σε συνδυασμό με λοιπά 
λαμβανόμενα μέτρα, συμβάλλει στην αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσεως που 
αντιμετωπίζει η Χώρα. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δηλαδή της ανάγκης κατεπείγουσας 
πραγματοποίησης εσόδων, για την άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, ο νομοθέτης 
επέλεξε, ως το πλέον πρόσφορο, κατά την κυριαρχική του εκτίμηση, μέτρο, την επιβολή του 
επίδικου έκτακτου τέλους, όχι επί οιουδήποτε ακινήτου (δομημένου ή αδόμητου), αλλά ειδικώς 
μόνον επί των «ηλεκτροδοτούμενων» δομημένων επιφανειών των ακινήτων. Και τούτο διότι 
απέβλεψε τόσο στη φορολόγηση των εν δυνάμει ενεργών, λειτουργικά, οικοδομών (για οικιστική ή 
εμπορική χρήση), όσο και στην άμεση (οιονεί αυτόματη) και με ελάχιστη, σε σχέση με τις συνήθεις 
χρονοβόρες διαδικασίες καταλογισμού και είσπραξης των φόρων, δαπάνη για το Δημόσιο, 
καταβολή του τέλους μαζί με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Ακριβώς δε λόγω αυτού 
του διττού σκοπού δικαιολογείται πλήρως η φορολόγηση μόνον των ηλεκτροδοτούμενων 
δομημένων επιφανειών των ακινήτων και όχι και των λοιπών μη ηλεκτροδοτούμενων, δομημένων, 
καθώς και των αδόμητων ακινήτων. Για την ικανοποίηση του ανωτέρω σκοπού, δηλαδή, της 
κατεπείγουσας πραγματοποίησης εσόδων, ο νομοθέτης, επί πλέον, αφ’ ενός προέβλεψε την 
υποχρέωση καταβολής του τέλους μαζί με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος από τον 
χρήστη του ακινήτου, ορίζοντας ότι, σε περίπτωση μισθωμένων ακινήτων, με την καταβολή αυτή 
επέρχεται αυτοδικαίως ο συμψηφισμός με οφειλόμενα ή μελλοντικά μισθώματα. Ρητώς δε όρισε 
(παρ. 12 του άρθρου 53) ότι η ρύθμιση αυτή κατισχύει κάθε άλλης αντίθετης συμφωνίας των 
συμβαλλόμενων μερών, επεμβαίνοντας με τον τρόπο αυτό στην μεταξύ του μισθωτή και 
εκμίσθωση σχέση, για σκοπό που δεν συνδέεται «άμεσα» με την σύμβαση μίσθωσης, αλλά 
αποβλέπει στην άμεση είσπραξη του τέλους. Οι ανωτέρω ειδικές αυτές ρυθμίσεις, (επιβολή του 
τέλους μόνον στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, υποχρέωση καταβολής του τέλους από τον χρήστη 
του ακινήτου με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος και απαγόρευση (διακοπή) της 
ηλεκτροδότησης του ακινήτου σε περίπτωση μη καταβολής του τέλους) αποτελούν πρόσφορα και 
αναγκαία μέτρα για την εξυπηρέτηση του ανωτέρω σκοπού, αφού προφανώς εξυπηρετούν την 
κατεπείγουσα ανάγκη πραγματοποίησης των εσόδων από το επίδικο τέλος. Τούτο δε διότι, η μεν 
άμεση είσπραξη του τέλους δεν είναι πάντα ευχερής από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, που είναι και 
το υποκείμενο του φόρου, όταν αυτός δεν είναι και ο χρήστης του ακινήτου ή όταν αυτό είναι 
αδήλωτο ή αυθαίρετο. Εξ άλλου, η διακοπή της ηλεκτροδότησης του ακινήτου αποτελεί ένα 
αποτελεσματικό μέσο εξαναγκασμού για την πληρωμή της φορολογικής αυτής οφειλής. Και βεβαίως 
ο περιορισμός αυτός της συμβατικής ελευθερίας, δηλαδή της απαγόρευσης παροχής ηλεκτρικού 
ρεύματος στο βαρυνόμενο ακίνητο, σε περίπτωση μη καταβολής του τέλους, δεν αποτελεί ρύθμιση 
άσχετη προς το αντικείμενο της σύμβασης ηλεκτροδότησης. Η σχέση είναι προφανής, αφού το 
επίμαχο τέλος επιβάλλεται, για τους προαναφερθέντες εθνικού (και όχι απλώς δημόσιου) 
συμφέροντος λόγους, μόνον στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, δηλαδή βαρύνει ακίνητα για τα 
οποία υπάρχει σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος. Άλλωστε, σύμφωνα με την ήδη ισχύουσα 
νομοθεσία, αναγκαία προϋπόθεση για την ηλεκτροδότηση οικοδομής, μετά την ολοκλήρωση των 
εργασιών ανέγερσής της, είναι η βεβαίωση της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) 
ότι έχει υποβληθεί δήλωση του ιδιοκτήτη ή της επιχείρησης κατασκευής, συνοδευόμενη με τα 
προβλεπόμενα από τη φορολογική νομοθεσία παραστατικά, προκειμένου να διασφαλίζεται η 
διενέργεια φορολογικού ελέγχου των ιδιοκτητών και των επιτηδευματιών που εκτέλεσαν τις 
εργασίες ανέγερσης της οικοδομής (βλ. άρθρα 8 του ν. 1882/1990, 35 και 36 του ν. 2238/1994 και 
τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις). 
 
 Επίσης, τα άρθρα 6 του ν. 25/1975, 10 παρ. 2 του ν. 1080/1980 και 24 του ν. 2130/1993, που 
αφορούν δημοτικούς φόρους, προβλέπουν τη διακοπή της ηλεκτροδότησης του ακινήτου σε 
περίπτωση μη καταβολής τους. Ίδια ρύθμιση είχε προβλεφθεί και για την έκτακτη εισφορά του 
άρθρου 2 του ν. 2019/1992. Εκτός της φορολογικής νομοθεσίας, η απαγόρευση της 
ηλεκτροδότησης του ακινήτου προβλέπεται ήδη και στην πολεοδομική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, 
ρητώς απαγορεύεται, κατ’ αρχήν η ηλεκτροδότηση οικοδομής, την οποία ο ιδιοκτήτης έχει 
ανεγείρει αυθαιρέτως, δηλαδή κατά παράβαση της πολεοδομικής νομοθεσίας (βλ. άρθρο 9 παρ. 1 
του ν. 1512/1985, το οποίο απαγορεύει επίσης και τη σύνδεση του ακινήτου με κάθε άλλου είδους 
δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, τηλεπικοινωνιών και φυσικού αερίου). Πρέπει δε επίσης να 
σημειωθεί ότι με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αναγνωρίζεται 
ευρύτατη εξουσία στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε περιορισμούς στη χρήση αγαθών, ειδικώς 
«προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων» (βλ. ανωτέρω σκέψη 
15). Τέλος, το επιβαλλόμενο μέτρο, εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή της κατεπείγουσας 
εθνικής ανάγκης είσπραξης εσόδων για την άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, δεν 
προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, αφού μάλιστα η ρύθμιση αυτή δεν καθιστά αδύνατη, 
αλλά απλώς δυσχεραίνει τη χρήση του ακινήτου, προβλέπει δε την άρση της διακοπής της 
ηλεκτροδότησης μετά την καταβολή του οφειλόμενου τέλους. Ο ανωτέρω σκοπός, όπως έχει ήδη 
εκτεθεί, δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα προβλεπόμενα μέσα διοικητικής εκτέλεσης (τα οποία είναι 
και σοβαρότερα για τον οφειλέτη, αφού μπορεί να φθάσουν έως και την αναγκαστική κατάσχεση 
και εκποίηση του ακινήτου), δεδομένου ότι αυτά απαιτούν και μεγαλύτερο χρόνο και αυξημένη 
δαπάνη για το Δημόσιο και συνεπώς είναι απρόσφορα για το σκοπό που επιδιώκεται, εν όψει 
μάλιστα και των εγγενών αδυναμιών του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, αλλά και των 
ενδεχομένων χρονοβόρων δικαστικών αμφισβητήσεων. Άλλωστε, στη νομοθεσία προβλέπονται και 
άλλοι πολύ σοβαρότεροι περιορισμοί, όχι μόνον της οικονομικής, αλλά και της προσωπικής 
ελευθερίας για την μη καταβολή των προς το Δημόσιο οφειλών. Όπως είναι η μη χορήγηση 
πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας, η οποία έχει ως συνέπεια σοβαρούς περιορισμούς της 
συμβατικής ελευθερίας, καθώς και της ελεύθερης γενικά ανάπτυξης της επιχειρηματικής 
δραστηριότητας (βλ. άρθρο 26 του ν. 1882/1990 και 1 της απόφασης 1109793/1999 (ΦΕΚ Β΄ 
2134/99) του Υπουργού Οικονομικών), η απαγόρευση εξόδου του οφειλέτη από τη Χώρα, ρύθμιση 
η οποία ίσχυσε στο παρελθόν και έχει κριθεί, κατ’ αρχήν, σύμφωνη προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ 
(βλ. ΣτΕ. 4674/1998 Ολομ. και ΕΔΔΑ Riener κατά Βουλγαρίας, της 25.5.2006), προσωρινή 
αναστολή της λειτουργίας καταστήματος ή γραφείου ή άλλης επαγγελματικής εγκατάστασης σε 
περίπτωση φορολογικών παραβάσεων (βλ. άρθρο 13 ν. 2523/1997), ενώ, εξάλλου, η μη καταβολή 
χρεών προς το Δημόσιο αποτελεί και ποινικό αδίκημα και μάλιστα, αναλόγως του οφειλόμενου 
ποσού, και κακουργηματικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις, το επίμαχο μέτρο της 
απαγόρευσης της ηλεκτροδότησης των ακινήτων, λόγω μη καταβολής επίδικου τέλους, δεν 
προσκρούει, κατά την μειοψηφούσα αυτή γνώμη, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε σε 
άλλη συνταγματική διάταξη, οι δε αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως είναι απορριπτέοι. 

27. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 1 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως και υπό τον τίτλο 
“Διαδικασία απόδοσης του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. από την Δ.Ε.Η. στο Ελληνικό Δημόσιο” ορίζεται ότι «Με τη 
συμπλήρωση της 20ης ημέρας (ή της επόμενης εργάσιμης) από τη λήξη του μήνα που εισπράχθηκε 
το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., η Δ.Ε.Η. και οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος οφείλουν να 
καταθέτουν το εισπραχθέν ποσό στο Κ.Α.Ε. 0224 του προϋπολογισμού». Εξ άλλου, με την υπ’ 
αριθμ. 2/69273/0020/5.10.2011 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που προηγήθηκε της 
εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως, ενεγράφη στον προϋπολογισμό Κωδικός Αριθμός Εισόδου 
(Κ.Α.Ε.) με αριθμό 0224 και την ονομασία «Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων 
Επιφανειών». Συνεπώς, όσα ισχυρίζεται ο αιτών σχετικά με καταχώρηση του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. στον 
κρατικό προϋπολογισμό κατά παράβαση του άρθρου 79 του Συντάγματος, κατά τρόπο εσφαλμένο 
και παραπλανητικό και ειδικότερα για το λόγο ότι ο αναφερόμενος στην ως άνω προσβαλλομένη 
απόφαση Κ.Α.Ε. αφορά σε Κωδικό Αριθμό Εξόδων με τίτλο «Επίδομα δυσμενών και ειδικών 
συνθηκών εργασίας» είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. 

28. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να 
ακυρωθούν οι διατάξεις του άρθρου 4 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, στο μέτρο 
που με αυτές εξειδικεύεται και συμπληρώνεται η προβλεπομένη στην παράγραφο 11 του άρθρου 
53 του ν. 4021/2011 ρύθμιση περί διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση 
μη καταβολής του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, 
ρύθμιση, η οποία, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα ως 
αντισυνταγματική. 

29. Επειδή, κατά τα λοιπά η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 

30. Επειδή, εν όψει της εν μέρει ήττας και εν μέρει νίκης των διαδίκων, το Δικαστήριο συμψηφίζει 
μεταξύ τους την δικαστική δαπάνη. 

Διά ταύτα 

Δέχεται εν μέρει την υπό κρίση αίτηση, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό. 
Ακυρώνει τις περί διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος διατάξεις του άρθρου 4 της υπ’ 
αριθμ. 1211/2011 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά τα ειδικότερον 
εκτιθέμενα στο αιτιολογικό. 

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. 

Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 και 29 Φεβρουαρίου 2012 και την 1η και 2α Μαρτίου του 
ιδίου έτους. 

Ο Πρόεδρος                          Η Γραμματέας 
    
Π. Πικραμμένος                     Μ. Παπασαράντη   

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2012. 

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος        Η Γραμματέας 
   
Κ. Μενουδάκος                  Μ. Παπασαράντη