«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Παρεπέμφθη στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το ύψος 6% του επιτοκίου για οφειλές του Δημοσίου

Αριθμός 2812/2011

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
      
 Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2011, με την ακόλουθη σύνθεση : 
Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Γεώργιος Κωνσταντάς και Σωτηρία 
Ντούνη, Αντιπρόεδροι, Μιχαήλ Ζυμής (εισηγητής), Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ευάγγελος Νταής, 
Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, 
Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία - Ελισσάβετ Koυλουμπίνη, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία - 
Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, 
Αντώνιος Κατσαρόλης και Χριστίνα Ρασσιά, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Ευστάθιος Ροντογιάννης, 
Φλωρεντία Καλδή, Θεοχάρης Δημακόπουλος και Ανδρονίκη Θεοτοκάτου και οι Σύμβουλοι 
Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Άννα Λιγωμένου, Κωνσταντίνος 
Κωστόπουλος, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Σταμάτιος Πουλής, Δημήτριος 
Πέππας και Θεολογία Γναρδέλλη, απουσίασαν δικαιολογημένα).

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ :  Διονύσιος Λασκαράτος.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού 
Συνεδρίου.
    
  Για να δικάσει την από 2 Απριλίου 2009 (αριθμ. κατάθ. ../2009) για αναίρεση της 469/2008 
οριστικής αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση και τον από 7.2.2011 
πρόσθετο αυτής λόγο του .... .... ... , κατοίκου εν ζωή Αθηνών, οδός .... , ο οποίος απεβίωσε την 
30ή Ιουλίου 2009 και τη δίκη συνεχίζει δι’ επαναλήψεως αυτής η υπεισελθούσα στη δικονομική 
του θέση ως κληρονόμος αυτού χήρα σύζυγός του ............ , η οποία παραστάθηκε δια της 
πληρεξουσίας της δικηγόρου Αναστασίας Χατζητζανή,

   κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που 
παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

  Με την από 22.2.1995 αποζημιωτική αγωγή του – η οποία παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο 
Ελεγκτικό Συνέδριο ως κατά δικαιοδοσία αρμόδιο Δικαστήριο με την 2041/2003 απόφαση του 
Συμβουλίου της Επικρατείας – ο μεταποβιώσας ... , εν ζωή πολιτικός συνταξιούχος, πρώην 
δικαστικός λειτουργός (Εφέτης Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων), ζήτησε να υποχρεωθεί το 
εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει ως αποζημίωση κατά το άρθρο 
105 Εισ.Ν.Α.Κ., νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσόν των 10.701.560 δραχμών 
(ήδη 31.405,90 ευρώ) για την αποκατάσταση της επικαλούμενης ζημίας που υπέστη από την 
άρνηση των συνταξιοδοτικών του οργάνων να αναπροσαρμόσουν αυξητικώς τη σύνταξή του 
σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 88 παρ. 2 του Συντάγματος, 29 και 30 του ν. 1397/1983, 
14 παρ. 11 ν. 1968/1991 και της 2019812/1209/0022/28.2.1992 κοινής απόφασης των Υπουργών 
Οικονομικών και Δικαιοσύνης, και είχε ως επακόλουθο να στερηθεί την αυξημένη σύνταξή του 
κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1987 μέχρι 31.5.1991, στο οποίο δεν ανέτρεξε, λόγω της 
προβλεπόμενης από το άρθρο 60 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα περιορισμένης τριετούς 
αναδρομής, η καταβολή της αυξητικά αναπροσαρμοσθείσας κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω 
διατάξεων με την 1714/1994 απόφαση του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύνταξής του. 
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 469/2008 οριστική απόφαση του ΙΙ Τμήματος, που εκδόθηκε μετά την 
841/2007 προδικαστική απόφασή του που διέταξε τη συμπλήρωση των αποδείξεων δια της 
υποβολής σχετικής βεβαιώσεως υπό της αρμοδίας Διευθύνσεως του Γενικού Λογιστηρίου του 
Κράτους, από την οποία να προκύπτουν επακριβώς σε αντιστοίχιση τα ποσά των συντάξεων που 
εισέπραξε ο ενάγων κατά το από 1.1.1987 έως 31.5.1991 χρονικό διάστημα και εκείνα (ποσά) τα 
οποία έπρεπε να λάβει κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εάν η σύνταξή του είχε υπολογισθεί με βάση 
τις διαφορές αποδοχών που χορηγήθηκαν στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς με βάση την 
2019812/1209/0022/28.2.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, 
πλέον της κατά νόμο αναλογούσας επί των ποσών αυτών Αυτόματης Τιμαριθμικής 
Αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), έγινε εν μέρει δεκτή – για το ποσόν των 30.354,74 ευρώ – η ένδικη 
αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα το 
επιδικασθέν ποσόν των 30.354,74 ευρώ, νομιμοτόκως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 
του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», την οποίαν 
έκρινε ως συνταγματική και μη αντικειμένη σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις ή αρχές, από την 
επίδοση της αγωγής.
      
Με την κρινόμενη αίτηση και τον πρόσθετο λόγο αυτής ζητείται η εν μέρει αναίρεση της 
προαναφερόμενης απόφασης του ΙΙ Τμήματος και δη κατά το μέρος που δέχθηκε μερικώς και όχι 
εξ ολοκλήρου (ως εκ του προσαπτομένου υπ’ αυτής εσφαλμένου υπολογισμού των ποσών της 
Α.Τ.Α. της χρονικής περιόδου από 1.1.1989 μέχρι 31.5.1991) το αιτηθέν δια της αγωγής ποσόν 
αποζημιώσεως, αντιστοιχούντος σε χρηματική διαφορά 1.051,15 ευρώ (31.405,90 – 30.354,74), 
καθώς και κατά το μέρος που η επιδικασθείσα υπέρ του αναιρεσείοντος αποζημίωση κρίθηκε 
τοκοφόρος με επιτόκιο προς 6% ετησίως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί 
δικών του Δημοσίου, που είναι μικρότερο από το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος αντίστοιχου 
επιτοκίου.
      
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
      
Την πληρεξουσία δικηγόρο της υπεισελθούσας στη δικονομική θέση του θανόντος αναιρεσείοντος 
χήρας συζύγου του, η οποία δι’ αναφοράς στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και του 
προσθέτου λόγου αυτής, ζήτησε την ουσιαστική παραδοχή τους.
      
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ο 
οποίος, αφού ανέπτυξε προφορικά την υπόθεση ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως 
και του προσθέτου λόγου αυτής, άλλως την παραπομπή στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για 
επίλυση του κρισίμου ζητήματος της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα της διατάξεως του 
άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, με την οποία θεσπίζεται για τις οφειλές 
του Δημοσίου επιτόκιο νόμιμο και υπερημερίας σε ποσοστό 6%, που είναι μικρότερο από το 
επιτόκιο του γενικώς ισχύοντος αντίστοιχου επιτοκίου, και
      
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε τη μερική 
παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το δεύτερο αναιρετικό λόγο που αφορά στο ύψος 
του επιτοκίου των οφειλών του Δημοσίου.
      
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που 
έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως, εκτός από τους Αντιπροέδρους Νικόλαο Αγγελάρα και 
Σωτηρία Ντούνη που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και τη Σύμβουλο Χριστίνα Ρασσιά που 
αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
      
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
      
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
      
Αποφάσισε τα εξής :
      
Ι.  Οπως προκύπτει από την αριθμ. 74 τόμ. 23/21.9.2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του 
ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, ο αναιρεσείων ............ απεβίωσε ενταύθα στις 30.7.2009 και με 
τις από 15.4.1998 και άνευ ημεροχρονολογίας δύο (2) ιδιόγραφες διαθήκες του, που 
δημοσιεύθηκαν, αντιστοίχως, με τα 1649 και 1650/5.3.2010 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του 
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκαν ως κυρίες με την 616/2010 απόφασή του, 
εγκατέστησε ως μόνους κληρονόμους του την ανεψιά του............. , το γένος...... , επί δήλου 
ακινήτου κειμένου εις Μελιγαλά Μεσσηνίας, και τη χήρα σύζυγό του .......... εφ’ όλης της κινητής και 
υπολοίπου ακινήτου περιουσίας του. Συνεπεία του ληξιαρχικού τούτου γεγονότος που έλαβε χώρα 
πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης επήλθε διακοπή της δίκης (άρθρ. 74  π.δ. 1225/1981), 
επαναλαμβανομένης ήδη εκουσίως μετά της ως άνω χήρας συζύγου του αναιρεσείοντος, ως μόνης 
κληρονόμου και της κινητής περιουσίας του, που περιλαμβάνει και τις απαιτήσεις, η οποία 
παρασταθείσα κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου ζήτησε δι’ 
αυτής την επανάληψη και τη συνέχιση στο πρόσωπό της της διακοπείσας δίκης (άρθρ. 76 π.δ. 
1225/1981) έχοντας προς τούτο πρόδηλο έννομο συμφέρον.
      
ΙΙ.  Η υπό κρίση αίτηση και πρόσθετος λόγος αναίρεσης (εν μέρει) της 469/2008 οριστικής 
αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε 
το νόμιμο παράβολο (βλ. 2384966 Σειράς Α΄ έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου), έχουν ασκηθεί 
νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, είναι τυπικώς 
δεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητά τους.
     
 ΙΙΙ.  Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής ο αναιρεσείων επιδιώκει 
την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη : α) κατά το μέρος που δέχθηκε 
μερικώς και όχι εξ ολοκλήρου, ως εκ του προσαπτόμενου εσφαλμένου υπολογισμού των ποσών 
της Α.Τ.Α. της χρονικής περιόδου από 1.1.1989 μέχρι 31.5.1991, το κατά το αιτητικό της αγωγής 
αιτούμενο ποσόν αποζημιώσεως, αντιστοιχούντος σε χρηματική διαφορά 1.051,15 ευρώ 
(31.405,90 – 30.354,74), προβάλλοντας σχετικώς ως αναιρετικό λόγο παράβαση ουσιώδους τύπου 
της διαδικασίας με την ειδικότερη αιτίαση τής, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των 
άρθρων 70 και 97 του π.δ/τος 1225/1981, παραλείψεως του δικάσαντος Τμήματος να διατάξει, με 
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεώς του, τη συμπλήρωση των αποδείξεων για τον επανέλεγχο 
των αριθμητικών στοιχείων του 97357/8.10.2007 εγγράφου της 45ης Δ/νσεως του Γ.Λ.Κ. – που 
εκδόθηκε σε εκτέλεση προηγούμενης υπ’ αριθμ. 841/2007 προδικαστικής αποφάσεώς του – που 
αφορούσαν ειδικότερον στα ποσά της Α.Τ.Α. της χρονικής περιόδου από 1.1.1989 μέχρι 31.5.1991, 
την ανακρίβεια των οποίων μπορούσε να διαπιστώσει από τη μελέτη όλων των τεθέντων στη 
διάθεσή του αποδεικτικών στοιχείων και β) κατά το κεφάλαιο της διαταχθείσας τοκοδοσίας της 
αγωγικής απαιτήσεώς του προς το σκοπό όπως η επιδικασθείσα υπέρ αυτού (αναιρεσείοντος) 
χρηματική οφειλή του Δημοσίου κριθεί τοκοφόρος με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο 
υπερημερίας, όπως αυτό ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 293 Α.Κ. και το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 
876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, και όχι με βάση το χαμηλότερο επιτόκιο 6% που 
ισχύει για το Δημόσιο, προβάλλοντας ως λόγο αναιρέσεως (η εξέταση του οποίου θα πρέπει να 
προταχθεί του ετέρου ενόψει των ακολούθων σκέψεων), πλημμελή εφαρμογή, κατά παράβαση 
των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 του 
Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και 14 παρ. 1, 26 του διεθνούς συμφώνου για τα 
ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/1997), της διέπουσας την επίδικη σχέση διατάξεως του 
άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κωδ. δ/γμα της 26.6/10.7.1944), που 
κατά τον αναιρεσείοντα είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα ως παραβιάζουσα τις ανωτέρω 
συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις.

  ΙV.  Στο άρθρο 21 του κωδ. δ/τος 26.6/10.7.1944 «περί κώδικος των νόμων περί δικών του 
Δημοσίου», το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισ.Ν.Α.Κ., ορίζεται ότι : «Ο 
νόμιμος και της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν 
άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της 
αγωγής». Με την 744/2010 απόφασή της η Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, δι’ αναφοράς στην 
προγενέστερη 513/2009 απόφασή της, έκανε δεκτό ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 21 του 
Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, με την οποία θεσπίζεται, για τις οφειλές του Δημοσίου, 
επιτόκιο νόμιμο και υπερημερίας σε ποσοστό 6%, που είναι μικρότερο από το ποσοστό του 
γενικώς ισχύοντος αντίστοιχου επιτοκίου, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα καθόσον αντίκειται 
στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της 
Ε.Σ.Δ.Α. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Και τούτο διότι, κατά τις ειδικότερες 
νομικές παραδοχές της, με την εν λόγω διάταξη, με την οποία καθορίζεται σε χαμηλό ύψος το 
επιτόκιο υπερημερίας και το νόμιμο επιτόκιο που οφείλει το Δημόσιο, και μάλιστα υποπολλαπλάσιο 
εκείνου που ισχύει γενικώς και οφείλεται από τους ιδιώτες, θεσπίζεται αδικαιολόγητα άνιση και 
προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου έναντι των ιδιωτών αντιδίκων του, χωρίς να συντρέχει 
λόγος δημοσίου συμφέροντος που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, αφού το απλό 
ταμειακό συμφέρον του και γενικότερα η ανάγκη προστασίας  – ενόψει των σκοπών που από τη 
φύση του και τους νόμους έχει αποστολή και έργο να εξυπηρετεί –  της περιουσίας και οικονομικής 
κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν και οι φορολογούμενοι πολίτες, δεν συνιστά λόγο 
γενικότερου δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας ωφέλειας που να δικαιολογεί την ως άνω υπέρ 
αυτού διαφοροποίηση στο ύψος του επιτοκίου των χρηματικών οφειλών του. Με το νομοθετικό 
αυτό, άλλωστε, περιορισμό του ποσοστού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου επιτυγχάνεται 
ουσιαστικά μείωση της οφειλόμενης στον ιδιώτη αντίδικό του αποζημίωσης, εφόσον αυτή όχι μόνο 
δεν είναι πλήρης, αλλά ούτε εύλογη, με συνέπεια να υφίσταται προσβολή του προστατευόμενου 
από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δικαιώματος στην περιουσία, 
στην οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά δικαιώματα. Ούτε με γνώμονα την αρχή της δίκαιης 
ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της αξίωσης για 
πλήρη αποζημίωση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η εφαρμογή μιας τέτοιας διάταξης, που έρχεται 
σε πρόδηλη αντίθεση αφενός μεν με την αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδικότερη 
εκδήλωση τόσο της συνταγματικής αρχής της ισότητας, όσο και του δικαιώματος παροχής 
έννομης προστασίας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και επιβάλλει την 
ίση μεταχείριση των διαδίκων ως προς τους όρους και τις συνέπειες της άσκησης του δικαιώματός 
τους αυτού, αφετέρου δε με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που προστατεύεται από το άρθρο 6 παρ. 1 
της Ε.Σ.Δ.Α., ειδικότερη εκδήλωση του οποίου αποτελεί η ισότητα των όπλων των διαδίκων, αλλά 
και με την αρχή της αναλογικότητας που θεσπίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 
επιβάλλει να τελούν οι τυχόν νομοθετικοί περιορισμοί των δικαιωμάτων του ατόμου σε εύλογη 
σχέση με τον σκοπό που επιδιώκεται με τις οικείες διατάξεις. Και τούτο, γιατί η επιφυλασσόμενη 
υπέρ του Δημοσίου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς την επιβάρυνση των οφειλών του με πολύ 
χαμηλότερο επιτόκιο έναντι του γενικώς ισχύοντος θέτει εξ ορισμού σε πλεονεκτικότερη θέση αυτό 
έναντι των αντιδίκων του, οι οποίοι παρά την προσφυγή τους ενώπιον των δικαστηρίων και την 
έκδοση ευνοϊκής γι’ αυτούς απόφασης δεν επιτυγχάνουν την πλήρη ή έστω την εύλογη 
αποζημίωσή τους από την καθυστερημένη εξόφληση των απαιτήσεών τους. Αλλωστε, το δικαίωμα 
σε δίκαιη δίκη προϋποθέτει τη δραστικότητα και αποτελεσματικότητα των δικαστικών 
αποφάσεων, η οποία δεν μπορεί παρά να συνδέεται και με τον τόκο επιδικίας ή υπερημερίας, 
καθόσον το χαμηλό επιτόκιο, νόμιμου και υπερημερίας τόκου, που ισχύει για το Δημόσιο, μειώνει 
τη δραστικότητα των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται εις βάρος του, αφού επιτρέπει σε 
αυτό να αγνοεί για μεγάλο χρονικό διάστημα την εκτέλεση των δικαστικών αυτών αποφάσεων, 
χωρίς σοβαρή οικονομική επιβάρυνση. Ενόψει των ανωτέρω η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 
21 του κωδ. δ/τος της 26.6/10.7.1944 καθ’ όσον αφορά στο θεσπιζόμενο ύψος του επιτοκίου για 
οφειλές του Δημοσίου δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως αντισυνταγματική, και ως εκ τούτου 
ανίσχυρη, με συνέπεια το Δημόσιο να οφείλει επί των χρηματικών απαιτήσεων κατ’ αυτού τόκους, 
από την επίδοση της αγωγής, με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως αυτό 
ορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 293 Α.Κ. και το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του 
Υπουργικού Συμβουλίου (βλ. και Σ.τ.Ε. Ολομ. 1663/2009, αντίθ. Σ.τ.Ε. 1620/2011 Τμ. Στ΄, με 
παραπ. στην Ολομ.).
  
    V.  Στην προκειμένη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η 
επιδικασθείσα υπέρ του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και σε βάρος του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου 
Δημοσίου χρηματική απαίτηση, ποσού 10.343.379 δρχ. ή 30.354,74 ευρώ, έπρεπε να καταβληθεί 
νομιμοτόκως σύμφωνα με το άρθρο 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος των Νόμων 
περί δικών του Δημοσίου» από την επίδοση της αγωγής (23.2.1995), δια της νομικής παραδοχής 
ότι η διάταξη αυτή με την οποία καθορίζεται το ύψος του νόμιμου και του της υπερημερίας τόκου 
των οφειλών του Δημοσίου σε 6% δεν αντίκειται σε συνταγματικής ή υπερνομοθετικής ισχύος 
διατάξεις ή αρχές. Η κρίση αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι νόμιμη, διότι η διάταξη 
του άρθρου 21 του κωδ. δ/τος 26.6/10.7.1944 καθ’ όσον αφορά στο θεσπιζόμενο ύψος 6% του 
επιτοκίου για οφειλές του Δημοσίου δεν είναι εφαρμοστέα, ως αντικειμένη στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 
παρ. 1, και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, και, ως εκ τούτου επί της ανωτέρω επιδικασθείσας 
χρηματικής απαιτήσεως το Δημόσιο οφείλει τόκους, από την επίδοση της αγωγής, με βάση το 
εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, όπως αυτό ορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 293 Α.Κ. και το 
άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Με τα δεδομένα αυτά ο 
εξεταζόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος θα έπρεπε να γίνει δεκτός και η προσβαλλόμενη 
απόφαση θα έπρεπε να αναιρεθεί εν μέρει κατά το κεφάλαιο της διαταχθείσας τοκοδοσίας της 
επιδικασθείσας χρηματικής απαιτήσεως, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα ως προς τούτο με την 
κρινόμενη αίτηση.
      
VΙ.  Δεδομένου, όμως, ότι επί του ζητήματος τούτου, της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα της 
διατάξεως του άρθρου 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος των Νόμων περί δικών 
του Δημοσίου» καθ’ όσον αφορά στο θεσπιζόμενο ύψος του επιτοκίου για οφειλές του Δημοσίου, 
έχουν εκδοθεί αποφάσεις του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1127/2010, 1128/2010) που δέχονται ως προς 
το ζήτημα αυτό, γνώμη αντίθετη προς την προεκτεθείσα, η Ολομέλεια κρίνει ότι πρέπει, 
επιφυλασσομένης της εξετάσεως του πρώτου αναιρετικού λόγου στο μεταγενέστερο στάδιο, να 
αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινομένης υποθέσεως και να παραπεμφθεί το 
ζήτημα τούτο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ του 
Συντάγματος και το άρθρο 48 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του     ν. 345/1976 
Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, προς άρση της αμφισβητήσεως.
     
 Για τους λόγους αυτούς
      
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
      
Παραπέμπει στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο την επίλυση του αναφερομένου στο αιτιολογικό 
ζητήματος της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα της διατάξεως του άρθρου 21 του Δ/τος της 
26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου» καθ’ όσον αφορά στο 
θεσπιζόμενο ύψος 6% του επιτοκίου για οφειλές του Δημοσίου.
       
 Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  21 Οκτωβρίου 2011.

         Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                               Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

      ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ                          και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

                                                       ΜΙΧΑΗΛ ΖΥΜΗΣ


                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                              ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ
      

 Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις  2 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ  ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗ                                   ΙΩΑΝΝΑ  ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ