«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Αποχή Δικαστών & Εισαγγελέων

«Οι δικαστές υποχρεούνται να υπερασπιστούν το κύρος της Δικαιοσύνης»

Δημοσιεύτηκε: Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗ
Η κ. Θάνου μιλώντας στον «Αγγελιοφόρο» ζητά την κατανόηση των πολιτών για τη δυσλειτουργία που δημιουργήθηκε στη Δικαιοσύνη εξαιτίας των πολυήμερων κινητοποιήσεων των δικαστών, ενώ επισημαίνει ότι «είναι ελάχιστοι οι δικαστές οι οποίοι είναι αντίθετοι με τις κινητοποιήσεις».
«Το άρθρο 23 του Συντάγματος απαγορεύει στους δικαστικούς λειτουργούς την απεργία, υπό οιανδήποτε μορφή. Το άρθρο αυτό βρίσκεται σε άμεση σχέση και συνάφεια με το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Επιβάλλει, δηλαδή, το Σύνταγμα στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία να εξασφαλίζουν στους δικαστές αποδοχές ανάλογα με τη σπουδαιότητα και τις ευθύνες του λειτουργήματός τους, ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, με τελικό σκοπό την εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης και την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οταν, όμως, οι άλλες δύο εξουσίες, με τις ψηφισθείσες, τόσο υπερβολικού ύψους, περικοπές των αποδοχών των δικαστών (σύνολο άνω του 50%), παραβιάζουν κατάφωρα το άρθρο 88 του Συντάγματος και θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, τότε οι δικαστές δικαιούνται και υποχρεούνται να υπερασπιστούν το κύρος και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, ακόμα και με το έσχατο μέσο αντίδρασης των διακοπών συνεδριάσεων, οι οποίες δεν έχουν αντισυνταγματικό χαρακτήρα, διότι, διά του μέσου αυτού οι δικαστές κατατείνουν στην προστασία της ανεξαρτησίας τους και στην περιφρούρηση του άρθρου 88», απαντά η πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων σε όσους αναφέρουν ότι οι κινητοποιήσεις είναι αντισυνταγματικές.
Για το γεγονός ότι τα δικαστήρια της χώρας έχουν "παραλύσει" από τις αρχές του δικαστικού έτους εξαιτίας των διακοπών συνεδριάσεων που πραγματοποιούνται η κ. Θάνου ζητά την κατανόηση των πολιτών. «Οι δικαστές έχουν επίγνωση του προβλήματος δυσλειτουργίας που δημιουργήθηκε στη Δικαιοσύνη. Ξεκινήσαμε τις κινητοποιήσεις, αφού πρώτα εξαντλήσαμε κάθε περιθώριο διαπραγμάτευσης με την κυβέρνηση. Ζητήσαμε εξαρχής την κατανόηση των πολιτών, προς τους οποίους τονίζουμε και πάλι ότι, εάν το κράτος δεν εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις, ώστε ο δικαστής να ασκεί απερίσπαστος το δύσκολο έργο του, με τρόπο ανεξάρτητο και αντικειμενικό, τότε κινδυνεύει και το δίκαιο του πολίτη και το δημοκρατικό πολίτευμα».
«Σχεδόν καθολική η συμμετοχή»
Για τους συναδέρφους της οι οποίοι ακόμη και με δημόσιες τοποθετήσεις τους έχουν ζητήσει την αναστολή των κινητοποιήσεων, διαφωνώντας ανοιχτά με αυτό το μέσο αντίδρασης, η πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων αναφέρει: «Η συμμετοχή των δικαστών στις κινητοποιήσεις είναι σχεδόν καθολική. Σέβομαι την άποψη ορισμένων, ελαχίστων συναδέλφων, οι οποίοι είναι αντίθετοι, αλλά επαναλαμβάνω ότι, όπως αποδείχθηκε από την αδιαλλαξία της κυβέρνησης, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να υποχρεωθεί η τελευταία να αναγνωρίσει και να σεβαστεί το θεσμικό ρόλο του δικαστή και την ανεξαρτησία του θεσμού της Δικαιοσύνης».
Κατηγορηματικά αντίθετη με τον πειθαρχικό έλεγχο που προανήγγειλε ότι θα ασκήσει ο Αρειος Πάγος στους δικαστές που συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις δηλώνει η κ. Θάνου. «Δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν πειθαρχικές ευθύνες στους δικαστές για τη συμμετοχή τους στις κινητοποιήσεις, αφού αυτό γίνεται σε εφαρμογή των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία είναι θεσμικό όργανο, αφού η ίδρυση και η λειτουργία της προβλέπεται από το Σύνταγμα (άρθ. 89 παρ. 5)». Η κ. Θάνου κάνει λόγο για «ισοπέδωση του μισθολογίου των δικαστών με τα νέα μέτρα».
«Οι Ελληνες δικαστές ούτε προνομιούχοι είναι ούτε πολύ καλά αμειβόμενοι. Αντίθετα, μετά και τις τελευταίες μειώσεις των αποδοχών τους, που είναι και πάλι οι υψηλότερες σε ολόκληρο το δημόσιο τομέα, επήλθε ισοπέδωση του μισθολογίου τους. Ετσι οι νεοδιοριζόμενοι δικαστές έχουν πλέον καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.400 ευρώ και είναι συγχρόνως υποχρεωμένοι ένα μέρος εξ αυτών να το δαπανούν για την άσκηση των καθηκόντων τους (διαμονή και μετακινήσεις, κατά τις συχνές μεταθέσεις και αποσπάσεις, υπολογιστή, γραφική ύλη, αναλώσιμα κ.λπ.)», δήλωσε στον «Αγγελιοφόρο» η πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.