«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Κούρεμα Συντάξεων : Βασιλικότερο (πάλι) το ΣτΕ !!!

Νόμιμο το κούρεμα στις συντάξεις αλλά η Ολομέλεια του ΣτΕ θα κρίνει οριστικά

Με δύο μέτρα και δύο σταθμά έκρινε για άλλη μία φορά το Συμβούλιο της Επικρατείας θεωρώντας απολύτως συνταγματικό και νόμιμο το «κούρεμα» στις κύριες συντάξεις που έγιναν από τα ασφαλιστικά ταμεία, κατ' εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων της κυβέρνησης. Τον τελικό λόγο πάντως θα έχει η Ολομέλεια του ΣτΕ που θα αποφανθεί οριστικά για τη συνταγματικότητα ή μη των περικοπών στις συντάξεις. Και αυτό γιατί η πλειοψηφία της αυξημένης, 7μελούς σύνθεσης του Α΄ Τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου ενέκρινε ως συνταγματικό το «μαχαίρι» στις συντάξεις αλλά λόγω μείζονος σπουδαιότητας του θέματος, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια για οριστική κρίση.

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Κατά την πάγια τακτική του το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο προέβαλε τις «εξαιρετικά δυσχερείς οικονομικές δυσχέρειες» για να δικαιολογήσει τις περικοπές που είδαν στις συντάξεις τους χιλιάδες συνταξιούχοι. Το λόγο αυτό, ωστόσο, φαίνεται ότι ξεχνούν οι δικαστές όταν οι ίδιοι αξιώνουν επιτακτικά εδώ και τώρα τα αναδρομικά τους, τα οποία υπολογίζεται πως θα στοιχίσουν στον κρατικό προϋπολογισμό γύρω στα 100 εκ. ευρώ.

 [ΣΗΜ του γράφοντος. προσθέστε και τις αποφάσεις του ΣτΕ υπέρ των Ενστόλων κλπ.]

Για τις υπόλοιπες κατηγορίες ωστόσο,, επιφυλάσσεται διαφορετική αντιμετώπιση, κρίνοντας πως μπορούν να είναι «αιτιολογημένες» οι περικοπές των συντάξεων. Το ύψος τους άλλωστε, σύμφωνα με το σκεπτικό του Α΄ Τμήματος του ΣτΕ επιτρέπει «την αξιοπρεπή διαβίωση των συνταξιούχων»!



Υπήρξαν πάντως και σύμβουλοι της Επικρατείας που μειοψήφησαν όπως ο πρόεδρος του Τμήματος Νικόλαος Σακελλαρίου που χαρακτήρισαν
αδιανόητο να μη διασφαλίζεται η παροχή ικανοποιητικού επιπέδου κοινωνικής ασφαλίσεως στους συνταξιούχους ακόμη και στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες που ζει η χώρα μας.



Η πλειοψηφία ωστόσο έκρινε ότι επιτρέπεται στον νομοθέτη να προβαίνει στις αναγκαίες εκείνες επεμβάσεις σε περίπτωση «εξαιρετικά δυσχερών οικονομικών συνθηκών, να έχουν ως αποτέλεσμα ακόμη και τη μείωση του ύψους απονεμηθεισών παροχών, όταν το ύψος της κρατικής χρηματοδοτήσεως του ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο καθορίζεται, κατ' αρχήν, από τις πολιτικές επιλογές για τη διάθεση των κρατικών πόρων προς εκπλήρωση των ποικίλων αποστολών του κράτους, δεν επαρκεί για την βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών».



Κατόπιν αυτών, συνεχίζει η πλειοψηφία: «Το άρθρο 22 παράγραφος 5 του Συντάγματος, δεν απαγορεύει την επί το δυσμενέστερο μεταβολή του συστήματος της κοινωνικής ασφαλίσεως όταν αιτιολογημένα προκύπτει ότι η βιωσιμότητα του μόνο με αυτές τις επεμβάσεις μπορεί να διασφαλισθεί. Τέτοιες όμως επεμβάσεις, που μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα ακόμη και μείωση ασφαλιστικών παροχών που έχουν ήδη απονεμηθεί, πρέπει να σέβονται τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος και, ιδίως, την αρχή της ισότητας των πολιτών κατά την συμμετοχή στα δημόσια βάρη ώστε να αξιώνεται από τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους η τήρηση της υποχρεώσεως για κοινωνική αλληλεγγύη, πάντως δε, όριο στην ελευθερία επιλογών του νομοθέτη κατά τον καθορισμό, ειδικότερα, του ύψους των διατιθέμενων για την κοινωνική ασφάλιση κρατικών οικονομικών πόρων αποτελεί η διασφάλιση στους συνταξιούχους παροχών που επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωση τους, δηλαδή εισοδήματος ικανού να εξασφαλίσει όχι μόνο τους όρους της φυσικής τους υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή) αλλά και την δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή. Μείωση δε απονεμηθεισών ασφαλιστικών παροχών υπό τους ως άνω όρους και προϋποθέσεις δεν νοείται, ως προσκρούουσα στο άρθρο 17 του Συντάγματος».



Αντίθετα, η μειοψηφία επισημαίνει ότι «η κρατική χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος, δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα να μειωθεί σε επίπεδο που να μην εξασφαλίζεται η παροχή ικανοποιητικού επιπέδου κοινωνικής ασφαλίσεως. Όπως αναφέρει, δεν επιτρέπεται από το Σύνταγμα, ακόμα και υπό τις παρούσες λίαν δυσμενείς για την Χώρα οικονομικές συνθήκες, η υποχρέωση χρηματοδοτήσεως του ασφαλιστικού συστήματος, στην οποία σημειωτέον ότι η συμβολή των ασφαλιστικών οργανισμών ήταν προ της κρίσεως πολύ σημαντική, να μετακυληθεί από το Κράτος - το οποίο ήταν και παραμένει υπεύθυνο για τη χάραξη της εκάστοτε ακολουθούμενης ασφαλιστικής πολιτικής και την άσκηση της δέουσας εποπτείας στους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως - καθ' ολοκληρίαν ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της στους ασφαλιστικούς οργανισμούς».



«Ακόμη και όταν επικρατούν στη χώρα λίαν δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτείται πέραν της διενέργειας εκτεταμένων πάσης φύσεως διαρθρωτικών μεταβολών στο Κράτος και η ταυτόχρονη επιβολή για την κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος της Χώρας αυστηρών φορολογικών και άλλης φύσεως μέτρων, που συνεπάγονται ιδιαίτερα σημαντικές επιβαρύνσεις για τους διοικουμένους, προκειμένου να είναι δυνατό να θεωρηθούν συνταγματικά ανεκτές επεμβάσεις του νομοθέτη στο ασφαλιστικό σύστημα της Χώρας, για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του (διαρθρωτικές εν γένει μεταβολές στους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, ανακαθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση των πάσης φύσεως παροχών κ.λπ.), αυτόθροος συνέπεια των οποίων είναι ο περιορισμός της εκτάσεως και του ύψους των πάσης φύσεως ασφαλιστικών παροχών, πρέπει οι επεμβάσεις να επιχειρούνται μετά από σχεδιασμό, τηρουμένων των επιμέρους διατάξεων του Συντάγματος και μετά από σχεδιασμό, πρέπει δηλαδή να επιχειρούνται με ορθολογικό τρόπο, που να αποτυπώνεται σε μια προηγούμενη, συνολική μελέτη που να έχει καταρτισθεί επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων και μετά από στάθμιση των συνολικών επιπτώσεων, που έχουν οι επεμβάσεις αυτές στις παροχές των ασφαλισμένων».



Με άλλα λόγια, σημειώνει η μειοψηφία, «απαιτείται οι επεμβάσεις του νομοθέτη στο ασφαλιστικό σύστημα της Χώρας να είναι αιτιολογημένες, υπό την έννοια ότι πρέπει να προκύπτει ότι επιχειρούνται μετά από προηγούμενη συνεκτίμηση των συνολικών οικονομικών ή άλλων, άμεσων ή έμμεσων, επιβαρύνσεων που έχουν επιβληθεί στους ασφαλισμένους και μετά από διαρκή αποτίμηση, ιδίως επί διαδοχικών επεμβάσεων, των επιπτώσεων που συνεπάγονται, σωρευτικά, στο βιοτικό τους επίπεδο, επί τη βάσει μιας προηγούμενης, συνολικής μελέτης και με την επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, που να αντλούνται από οικονομικές, αναλογιστικές, στατιστικές κ.ά. μελέτες, οι οποίες πρέπει να έχουν εκπονηθεί από ανεξάρτητες αρχές, όπως η Εθνική Αναλογιστική Αρχή, η Ελληνική Στατιστική Αρχή κ.λπ.».



Στο ΣτΕ είχαν προσφύγει συνταξιούχοι της Αγροτικής Τράπεζας και ζητούσαν να τους καταβληθεί αποζημίωση (σύμφωνα με τον το άρρο 105 του εισαγωγικού νόμου του Αστικού Κώδικα) για την ζημιά που υπέστησαν από τις περικοπές των κυρίων συντάξεων τους.

Πηγή zougla.gr


Συμβούλιο της Επικρατείας και δικαιοσυνη

Δημοσιεύτηκε: Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ


ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΑΦΘΟΝΙΔΗ
συνταξιούχου λυκειάρχη
p.afthonidis@yahoo.gr
Το ΣτΕ είναι, ως γνωστόν, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας. Iδρύθηκε σχεδόν συγχρόνως με τον Αρειο Πάγο και το Ελεγκτικό Συμβούλιο, με Β.Δ. επί Οθωνος το 1835. Το 1844 όμως καταργείται. Το 1862, πάντα επί Οθωνος, επαναλειτουργεί, για να καταργηθεί επί Γεωργίου Α' το 1865. Τελικά επανιδρύεται επί Δημοκρατίας με το Νόμο 3711 του 1928 και επαναλειτουργεί από το 1929 μέχρι σήμερα.
Προκαλεί εντύπωση η ασυνέχεια της λειτουργίας του -εν αντιθέσει με τις δύο άλλες ανεξάρτητες δικαιοδοτικές Αρχές- την προβληματική του οποίου καλόπιστα επαναφέρουμε σήμερα ύστερα από τις τελευταίες αποφάσεις του για την αξιοποίηση του Ελληνικού, τα αναδρομικά στους ενστόλους, την εξίσωση των αποδοχών των δικαστών με εκείνες των βουλευτών, την αποκατάσταση των μισθών και συντάξεών τους στα προ κρίσης επίπεδα και την υποχρεωτική καθιέρωση της αργίας της Κυριακής, παρά την αντίθετη άποψη της κυβέρνησης και μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης της ελληνικής κοινωνίας. Μάλιστα, στο επίμαχο θέμα του ύψους των αποδοχών των δικαστών, το ΣτΕ επικαλείται το άρθρο 88 του Συντάγματος, το οποίο στην παράγραφο 2 λέει επί λέξει: «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους». Τίποτε πιο ασαφές και γενικόλογο, για να στηρίξει νόμο περί αντιστοιχίας των αμοιβών δικαστικών λειτουργών και βουλευτών. Πόθεν τεκμαίρεται εκ του Συντάγματος η αντιστοιχία αποδοχών ενός θετού οργάνου με αιρετόν; Ου συνάδει τα όμοια τοις ανομίοις. Αυτό μας δίδαξε η Αριστοτελική Λογική. Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Ποιος καθορίζει και ποιος αποφασίζει για τους μισθούς και τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την εμπορική δραστηριότητα του ελληνικού λαού; Η Βουλή των Ελλήνων με την εκλεγμένη δημοκρατικά κυβέρνηση ή μία Ανεξάρτητη Αρχή; Μήπως ήρθε, λοιπόν, η ώρα στην προοπτική της αναθεώρησης του Συντάγματος να τεθεί και το θέμα των Ανεξάρτητων Αρχών, για να αποσαφηνιστούν τα δικαιοδοτικά όρια αυτών; Στο Μισθοδικείο λ.χ. εν Ελλάδι, το οποίο ιδρύθηκε –κατά παγκόσμια πρωτοτυπία- το 2001 με την αναθεώρηση του Συντάγματος, οι δικαστές στην ουσία, κατά το «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει», αποφασίζουν τι μισθούς, επιδόματα και συντάξεις θα πάρουν ως... «μέτοχοι» του Δημόσιου Ταμείου.
Θεωρώ, λοιπόν, ότι επιχειρείται διχαστική διάκριση των υπαλλήλων του κράτους σε πατρίκιους και πληβείους και μάλιστα με αποφάσεις Aνώτατων Δικαστηρίων, ενώ η μισθοδοσία και οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων είναι πολιτική ευθύνη που ανήκει στo κράτος σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου. Στην πεφωτισμένη Ευρώπη του ευρώ, της οποίας «τύχη αγαθή» είμαστε μέλος, δεν υπάρχει παρόμοιο παράδειγμα του... παπά που ευλογεί πρώτα τα... γένια του και ύστερα τους πιστούς. Σέβομαι το θετό δίκαιο, αλλά οι νόμοι και οι θεσμοί αλλάζουν, μέσα από τις ίδιες τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της κοινωνίας που τους ψηφίζει μέσω των αντιπροσώπων του. Είναι καιρός να εκσυγχρονιστεί και η Δικαιοσύνη. Αυτό μόνον η Βουλή των Ελλήνων μπορεί να το εγγυηθεί, αρχής γενομένης με την αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία θεωρείται εκ των «sine qua non». Την εξήγγειλαν όλοι οι πολιτικοί κατά καιρούς, αλλά και η σημερινή κυβέρνηση διά του πρωθυπουργού. Πολύ φοβάμαι όμως ότι βρισκόμαστε ακόμη στις εξαγγελίες και στα... ευχολόγια.