«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Παγκόσμιος Οικονομικός Πόλεμος

 

Ρυθμιστής της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών το πετρέλαιο

SIMON KENNEDY / BLOOMBERG

Πρόσφατα, η κεντρική τράπεζα της Νορβηγίας αιφνιδίασε τους επενδυτές μειώνοντας το βασικό της επιτόκιο ενόψει μιας «σοβαρής επιβράδυνσης» που οφείλεται στην πτώση της τιμής του πετρελαίου. Λίγα λεπτά της ώρας αργότερα, η Τράπεζα της Ρωσίας αύξησε το βασικό της επιτόκιο για να στηρίξει το νόμισμα που υποχωρούσε εξαιτίας της πτώσης του πετρελαίου.
Η διάσταση ανάμεσα στις δύο αυτές χώρες παραγωγής και εξαγωγής πετρελαίου καταδεικνύει με ποιον τρόπο μπορεί η πτώση της τιμής του πετρελαίου στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων πεντέμισι ετών να μετατρέψει το 2015 σε έτος

αποκλίσεων μεταξύ των κεντρικών τραπεζών και αυξημένης αστάθειας στις χρηματαγορές.
Οπως φαίνεται και η αμερικανική ομοσπονδιακή τράπεζα, Federal Reserve, μπαίνει στον χορό. Ορισμένοι οικονομολόγοι προβλέπουν πως θα αποσύρει την υπόσχεσή της να διατηρήσει τα επιτόκια σε μηδενικά επίπεδα για «σημαντικό χρονικό διάστημα». Οι προσλήψεις αυξάνονται και στελέχη όπως ο αντιπρόεδρος της Fed, Στάνλεϊ Φίσερ, πιστεύουν πως η πτώση του πετρελαίου θα αυξήσει την καταναλωτική ζήτηση. Σε έκθεσή τους προς τους πελάτες τους, οι Νεβίλ Χιλ και Τζέιμς Σουίνι, οικονομολόγοι της Credit Suisse, επισημαίνουν ότι το φθηνό πετρέλαιο «επιβεβαιώνει την εκτίμησή μας πως το επόμενο έτος θα υπάρχουν αποκλίσεις νομισματικής πολιτικής και είναι πιθανότερο να αυξήσει τα επιτόκια η Fed το πρώτο εξάμηνο, ενώ την ίδια στιγμή θα πιέζει άλλες κεντρικές τράπεζες να τα μειώσουν».

Δεδομένου ότι εγκυμονεί τον κίνδυνο να οδηγήσει τον πληθωρισμό σε υποχώρηση, η πτώση του πετρελαίου ενισχύει την επιχειρηματολογία υπέρ των μέτρων τόνωσης της οικονομίας σε Ευρωζώνη, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ινδία και Τουρκία. Μπορεί επίσης να αναβάλει την επιβολή περιοριστικής πολιτικής σε Νότιο Αφρική, Βρετανία, Καναδά και Μαλαισία.

Λειτουργώντας όπως μια φοροαπαλλαγή στις ΗΠΑ, όπου οι καταναλωτικές δαπάνες αντιπροσωπεύουν τα 2/3 της οικονομίας, η πτώση του πετρελαίου αντιμετωπίζεται ως λόγος για μια αλλαγή στη νομισματική πολιτική. Διαφαίνεται έτσι η προοπτική για την πρώτη αύξηση επιτοκίων μετά οκτώ χρόνια μέσα στο 2015, ανεξαρτήτως των επιφυλάξεων που έχει εκφράσει τελευταία ο κάτοχος Νομπέλ Οικονομίας Πολ Κρούγκμαν. Οπως ανέφερε και η ομάδα της Credit Suisse, «η πτώση της τιμής του πετρελαίου εντείνει την πεποίθησή μας πως η Fed θα αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια τον Ιούνιο».

Η εκτίμησή τους συνάδει και με την ανάλυση οικονομολόγων της γερμανικής Deutsche Bank, που επισήμαναν προ ημερών πως οι παλαιότερες μελέτες της Fed διαπίστωσαν ότι το πετρέλαιο επηρεάζει πολύ λίγο τον πληθωρισμό.

Ωστόσο, τα στοιχεία από την αγορά εργασίας κατατείνουν στο συμπέρασμα πως μια πτώση της τιμής του πετρελαίου κατά 40% οδηγεί στη δημιουργία ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας παγκοσμίως. Ομοίως, οικονομολόγοι της ελβετικής UBS εξέφρασαν την άποψη πως η συνάντηση της Fed αυτήν την εβδομάδα θα εγκαινιάσει μια «πολύμηνη διαδικασία προετοιμασίας» των επενδυτών για κάποια αλλαγή στα επίπεδα των επιτοκίων στις αρχές Ιουνίου.

Η πτώση του πετρελαίου είναι ήδη αρκετή για να ενισχύσει τις προβλέψεις της UBS για ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας στο 3,1% από το 2,9%.

«Το υφιστάμενο χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες των αγορών και τις προβλέψεις της επιτροπής Ανοικτής Αγοράς της Fed τόσο για το 2015 όσο και για το 2016 αυξάνει τον κίνδυνο μιας δυσανάλογα μεγάλης αντίδρασης της αγοράς», εκτιμά ο Ντριου Μάτους, οικονομολόγος της UBS, που θεωρεί «πιθανό να πάρει τη δόση της από το φάρμακό της η αγορά καθώς η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ αρχίζει μια συνετή, σταδιακή προσπάθεια να αλλάξει τις προσδοκίες της αγοράς και να τις φέρει πιο κοντά στις προβλέψεις της Fed».

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν χάνει την κρίσιμη μάχη στήριξης του ρουβλίου



Δυσοίωνη προφητεία πρέπει να θυμίζουν ήδη στους Ρώσους οι προ δύο εβδομάδων προειδοποιήσεις του προέδρου τους για τις δύσκολες ημέρες που τους περιμένουν καθώς η οικονομία της χώρας περνάει από τις Συμπληγάδες των οικονομικών κυρώσεων της Δύσης και του φθηνού πετρελαίου σε μια εμπλοκή της οικονομίας με τις γεωπολιτικές εντάσεις ανάλογη της πετρελαϊκής κρίσης της δεκαετίας του 1970. Στο μόνο που φαίνεται να έχει, ώς τώρα τουλάχιστον, αστοχήσει ο Βλαντιμίρ
Πούτιν ήταν η απειλή που εκτόξευσε προς όσους κερδοσκοπούν κατά του νομίσματος της Ρωσίας, όταν τόνισε πως «διαθέτει εργαλεία για να τους πλήξει και ήρθε η ώρα να τα χρησιμοποιήσει».
Ελεύθερη πτώση
Παρά τις επανειλημμένες και τολμηρές κινήσεις της, η Τράπεζα της Ρωσίας δεν κατορθώνει να στηρίξει το ρούβλι, που έχοντας υποτιμηθεί κατά περισσότερο από 50% στο σύνολο του έτους απειλεί να εκτινάξει σε δυσθεώρητα ύψη τον πληθωρισμό, υπονομεύοντας το βιοτικό επίπεδο των Ρώσων. Η ρωσική οικονομία διαθέτει προς το παρόν αποθέματα, όμως η ελεύθερη πτώση του ρουβλίου δίνει λαβή για σενάρια επιστροφής στην κρίση του 1998. Την ίδια στιγμή ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Τζον Κέρι, δηλώνει πως μπορούν να αρθούν οι κυρώσεις μόλις ο Ρώσος πρόεδρος αλλάξει στάση στο θέμα της Ουκρανίας και το Reuters τη μεταδίδει υποστηρίζοντας παράλληλα πως η αποτυχία της κεντρικής τράπεζας της Ρωσίας να στηρίξει το ρούβλι κλονίζει δύο από τους βασικούς πυλώνες από τους οποίους αντλεί στήριξη ο Ρώσος πρόεδρος: την οικονομική σταθερότητα και την ευημερία.

Αναμφίβολα κλονίζει την εμπιστοσύνη στην Τράπεζα της Ρωσίας, που έχοντας μάταια δαπανήσει συνολικά φέτος περίπου 80 δισ. δολάρια αγοράζοντας ρούβλια για να στηρίξει το νόμισμα της χώρας, κατέφυγε στη διάρκεια της εβδομάδας σε μια κίνηση εξαιρετικά υψηλού ρίσκου, όταν προχώρησε σε μια θεαματική αύξηση των επιτοκίων από το 10,5% στο 17%. Διακινδυνεύει, όμως, έτσι, να «παγώσει» ολοκληρωτικά την οικονομική δραστηριότητα, επιτείνοντας την ήδη διαφαινόμενη ύφεση καθώς εκτιμά πως επίκειται μείωση του ΑΕΠ κατά 5% μέσα στο επόμενο έτος. Κι ενώ αναλαμβάνει αυτό το ρίσκο, δεν έχει κατορθώσει να αναχαιτίσει την πτώση του νομίσματος, που παρά την προσωρινή του ανάκαμψη συνέχισε την ελεύθερη πτώση του αγγίζοντας τα 100 ρούβλια στο ένα ευρώ. Μοιραία, τόσο μεταξύ του ρωσικού λαού όσο και μεταξύ οικονομικών αναλυτών καλλιεργείται ο φόβος μιας επανάληψης της κρίσης του 1998, όταν το ρούβλι υποτιμήθηκε ραγδαία μέσα σε λίγες ημέρες εξαναγκάζοντας το Κρεμλίνο σε στάση πληρωμών.

Σε καμία περίπτωση η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας δεν είναι συγκρίσιμη με εκείνη του 1998, κάτι που αναγνωρίζουν οι οικονομικοί αναλυτές. Εξάλλου, παρά την οικονομική αιμορραγία που της έχουν προκαλέσει οι αλλεπάλληλες πωλήσεις δολαρίων, η Τράπεζα της Ρωσίας έχει ακόμη συναλλαγματικά διαθέσιμα ύψους 146 δισ. δολαρίων, ποσό που σύμφωνα με το ΔΝΤ αρκεί για τις εισαγωγές ενός έτους. Μπορεί κανείς να συναγάγει ότι η Ρωσία απέχει ακόμη πολύ από μια κατάρρευση της οικονομίας της. Σε ό,τι αφορά το ρούβλι, όμως, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δυσχερής, καθώς δεν πιέζεται μόνον από την πτώση της τιμής του πετρελαίου, που αντιπροσωπεύει τα 2/3 των ρωσικών εξαγωγών, αλλά και από την άρνηση των επενδυτών να το στηρίξουν, όταν έχει ήδη δηλωθεί η πρόθεση του ρωσικού πετρελαϊκού κολοσσού της Roisneft να μετατρέψει σε δολάρια τα ομόλογα αξίας 8,67 δισ. δολάριων που εξέδωσε προσφάτως αρχικά στο ρωσικό νόμισμα.

Η συνεχιζόμενη πτώση του νομίσματος μπορεί, άλλωστε, να οδηγήσει σε νέες μαζικές εκροές κεφαλαίων μετά την αιμορραγία των 100 δισ. δολαρίων που έχουν εγκαταλείψει τη χώρα μέσα στο έτος. Σε αυτά τα κεφάλαια αποσκοπούσε, εξάλλου, η υπόσχεση για φορολογική αμνηστία που έδωσε στην πρόσφατη ομιλία του ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Οικονομικοί αναλυτές, συμπεριλαμβανομένου του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch, θεωρούν πιθανό να καταφύγει η κεντρική τράπεζα στην επιβολή ελέγχων στις κινήσεις κεφαλαίου, έχοντας πλέον εξαντλήσει το οπλοστάσιό της για τη στήριξη του νομίσματος.

Οι «κερδοσκόποι» μετρούν τα κέρδη τους
Τα κέρδη των hedge funds που στοιχηματίζουν κατά του ρωσικού νομίσματος δείχνουν να επιβεβαιώνουν, ώς ένα βαθμό τουλάχιστον, τις κατηγορίες του Ρώσου προέδρου που έχει επιρρίψει την ευθύνη για την πτώση του ρουβλίου στην κερδοσκοπία και στην εχθρική στάση της Δύσης. Σε όλη τη διάρκεια του περασμένου μήνα, το Alden Global Capital του Ράντι Σμιθ στοιχηματίζει ότι θα πέσει το ρούβλι και φυσικά η ιλιγγιώδης πτώση του ρωσικού νομίσματος του έχει επιφέρει κέρδη. Το εν λόγω fund, που διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους 1,8 δισ. δολαρίων, αναδεικνύεται σε έναν από τους κυριότερους κερδισμένους της οξυνόμενης γεωπολιτικής κρίσης. Την ίδια στιγμή, όμως, η PIMCO, η μεγαλύτερη επενδυτική στον κόσμο, σημειώνει τεράστιες απώλειες καθώς σχεδόν όλα τα συμβόλαια στοιχημάτων υπέρ του ρουβλίου που είναι εισηγμένα στην αμερικανική αγορά δεν έχουν πλέον καμία αξία.
ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 21 12 2014