«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Εισαγγελικές εξελίξεις, απόψεις ...

H παραίτηση της εισαγγελέως Πόπης Παπανδρέου, η οποία μετείχε ενεργά στις έρευνες για τις μεγαλύτερες υποθέσεις σκανδάλων και κατάχρησης δημοσίου χρήματος τα τελευταία χρόνια, πυροδότησε σενάρια για τους πραγματικούς λόγους που την οδήγησαν να αφήσει την Εισαγγελία Διαφθοράς μετά επτά χρόνια και να ασκεί πλέον τα καθήκοντά της στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, όπως δεκάδες άλλοι συνάδελφοί της. Μια τέτοια παραίτηση, όπως ήταν φυσικό, συζητήθηκε εντός και εκτός Δικαιοσύνης. Ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά. Η ίδια η εισαγγελική λειτουργός και η επικεφαλής της ομάδας των εισαγγελέων Διαφθοράς, Ελένη Ράικου, διακηρύσσουν σε όλους τους τόνους ότι και στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα είναι πολύ απλά και απέχουν από τις συνωμοσιολογικές προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν περί την παραίτηση Παπανδρέου.
Σε φίλους, συναδέλφους και γνωστούς, η Πόπη Παπανδρέου διαμηνύει πως οι λόγοι της
παραίτησής της είναι προσωπικοί. Σχετίζονται, όπως λένε από το περιβάλλον της, με θέματα μεταβολών της προσωπικής της ζωής και οργάνωσης των μελλοντικών σχεδίων, μιας και είναι πολύ νέα, κάτω των 40 ετών.


Στην Εισαγγελία Διαφθοράς, που αποτελεί τα τελευταία χρόνια την αιχμή του δόρατος για έρευνες σε υποθέσεις σκανδάλων, κρατικών προμηθειών, διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και κυρίως εξοπλιστικών προγραμμάτων, η παραίτηση Παπανδρέου αντιμετωπίστηκε με την αντικατάστασή της. Μια νέα και φέρελπις εισαγγελέας, η Σεμέλη Ζαπίδου, επελέγη από τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, Ηλία Ζαγοραίο, και θα αναλάβει καθήκοντα από το νέο έτος υπό την Ελένη Ράικου που έχει οριστεί επικεφαλής της εν λόγω εισαγγελικής υπηρεσίας.
Οι φάκελοι –και είναι πολλοί– που χειρίστηκε κατά καιρούς η Πόπη Παπανδρέου, σχεδόν το σύνολο των εξοπλιστικών που βρίσκονται σε έρευνα, φρεγάτες, άρματα Λέοπαρντ και άλλα, περνούν στα χέρια άλλων εισαγγελέων που υπηρετούν στην Εισαγγελία Διαφθοράς, σε μια προσπάθεια να ενημερωθούν άμεσα και να μη χαθεί χρόνος για ενέργειες και κινήσεις που είναι απαραίτητες για να συνεχιστούν οι έρευνες με αμείωτους ρυθμούς.

Και ενώ στην παραίτηση Παπανδρέου εστιάστηκε το ενδιαφέρον των ημερών για τα τεκταινόμενα στους κόλπους των εισαγγελέων, εντούτοις οι εισαγγελικοί λειτουργοί θέτουν άλλα θέματα προς επίλυση στο υπ. Δικαιοσύνης, αντιδρώντας, όπως και οι δικαστές, με επικείμενη ρύθμιση που επιβάλλει τη δημοσιοποίηση όλων των δηλώσεών τους για το «πόθεν έσχες».
Εκ πρώτης όψεως το επιχείρημα που αναφέρθηκε και από τον πρόεδρο της Βουλής περί διαφάνειας των «πόθεν έσχες» και για τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς μπορεί να εμφανίζεται απολύτως λογικό. Ομως ο αντίλογος που διατυπώνεται από εισαγγελείς και δικαστές είναι ισχυρός και βάσιμος. Οι εισαγγελείς που εκδήλωσαν εμφατικά την άρνησή τους σε ενδεχόμενο δημοσιοποίησης των δηλώσεών τους περί «πόθεν έσχες» και στην ετήσια γενική τους συνέλευση, διά του προέδρου της ένωσής τους, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, αντιτείνουν τα εξής: Οι δικαστές και οι εισαγγελείς ασχολούνται λόγω των καθηκόντων τους με το οργανωμένο έγκλημα και ως εκ τούτου τυχόν δημοσιοποίηση της διεύθυνσης κατοικίας τους, των αριθμών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων τους και άλλα προσωπικά τους δεδομένα θα θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και τις περιουσίες τους, κάτι που έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν. {ΣΣ μου : εύλογο επιχείρημα, αλλά ... δεν υπάρχει, άραγε, ενδιάμεσος τρόπος ελέγχου;}

Επιπλέον, όπως υποστηρίζουν, οι ίδιοι δεν είναι αιρετοί και ο θεσμικός τους ρόλος είναι άλλος από εκείνον των βουλευτών και των αιρετών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για τους οποίους τα θέματα διαφάνειας προσλαμβάνουν άλλες διαστάσεις {ΣΣ μου : sic /ασθενές επιχείρημα}και οι κίνδυνοι που προκαλούνται από τη δημοσιοποίηση δεν είναι της ιδίας βαρύτητας και έκτασης {ΣΣ μου : sic}.

Η αντίδραση των εισαγγελέων στο θέμα αυτό εμφανίζεται καθολική από τους εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς όλων των βαθμίδων και κυρίως εκείνους οι οποίοι κατέχουν νευραλγικές θέσεις στη Δικαιοσύνη και ασχολούνται με ανακρίσεις και έρευνες σημαντικότατων υποθέσεων. Σε περίπτωση που η διάταξη περί δημοσιοποίησης «περάσει», εισαγγελικοί λειτουργοί υποστηρίζουν ότι θα αναγκαστούν να ζητήσουν αστυνομική προστασία –η συντριπτική πλειονότητά τους σήμερα δεν διαθέτει– για να προστατευθούν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, μεταθέτοντας στην Πολιτεία την ευθύνη φύλαξής τους με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ακόμη μία νομοθετική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης, νομοθέτημα που αναμένεται να ψηφιστεί από τη Βουλή την προσεχή εβδομάδα, έχει προκαλέσει αντιδράσεις από τους εισαγγελείς. Είναι μια διάταξη που δίδει για πρώτη φορά, μετά 30 χρόνια που ισχύει ο Κανονισμός των Δικαστηρίων, αρμοδιότητα πειθαρχικού τους ελέγχου και στον εκάστοτε πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί θεωρούν ότι η εν λόγω διάταξη παραβιάζει βασικές αρχές που περιλαμβάνονται και στη Σύμβαση της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς, όπως υποστηρίζουν, δεν μπορεί ο διώκων να είναι και κριτής.
Με άλλα λόγια, αμφισβητούν τη νομιμότητα της ρύθμισης, καθώς, όπως λένε, δεν μπορεί ο πρόεδρος να διώκει και στη συνέχεια να κρίνει, αφού είναι αυτός που δικάζει αλλά και προΐσταται του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που αποφασίζει  για  τις προαγωγές των εισαγγελέων αλλά και των δικαστών.
 [από τη σημερινή ''ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ'']