«ο σιωπών δοκεί συναινείν», qui tacet consentire videtur (όπoιoς σιωπά φαίνεται ότι συναινεί)

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Ιωάννης ΒΡΥΖΑΣ
δικηγόρος - Δρ Νομικής - ΔΜΣ Ποινικού Δικαίου
Βασ. Ηρακλείου 37-39
τηλ. 2310-238435 κιν. 6977-813733
Ε-mail : vryzas-1@otenet.gr
546 24 Θεσσαλονίκη

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Επιχείρηση ... επαιτείας και ... ανακύκλωσης ....


Η μαφία της επαιτείας άπλωσε τα πλοκάμια της στη Θεσσαλονίκη

Ποιοι εκμεταλλεύονται ανάπηρους και ηλικιωμένους Βούλγαρους και πώς συνδέονται με το εμπόριο των ανακυκλώσιμων
Του Κώστα Καντούρη
kantouris@hotmail.com
Μία αυτοσχέδια πινακίδα με τη λέξη “Πεινάω”, έχοντας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στη γραφή της, αποτελεί το σήμα κατατεθέν δεκάδων βούλγαρων επαιτών, κυρίως ανάπηρων και ηλικιωμένων, που έχουν κατακλύσει τα φανάρια, αλλά και τα πεζοδρόμια του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Η πινακίδα, ανάλογα με τον τρόπο γραφής, ανορθόγραφα ή με το ωμέγα μικρότερο των άλλων χαρακτήρων, δίνει την εντύπωση ότι παραπέμπει σε στοιχεία συγκεκριμένου κυκλώματος, που έχει καταλάβει και εκμεταλλεύεται τη συγκεκριμένη θέση επαιτείας, αλλά και τον
κακόμοιρο ζητιάνο.
Τα βουλγαρικά μέσα ενημέρωσης το τελευταίο διάστημα δίνουν έκταση σε ρεπορτάζ τους για τις έρευνες που διενεργεί η βουλγαρική αστυνομία σχετικά με τη δράση κυκλωμάτων, που εκμεταλλεύονται άτομα με ειδικές ανάγκες και ηλικιωμένους από τη γειτονική χώρα. Τους προωθούν σε θέσεις – κλειδιά των ελληνικών μεγαλουπόλεων, ειδικά της Θεσσαλονίκης στη Βόρεια Ελλάδα, για να επαιτούν και να εκμεταλλεύονται όλες τις εισπράξεις, ανταμείβοντάς τους με ένα ξεροκόμματο την ημέρα. Και αυτό μόνον εάν τους παραδώσουν τα χρήματα, που υπολογίζουν ότι κερδίζει η κάθε θέση. Βούλγαροι δημοσιογράφοι μίλησαν με επαίτες που εντόπισαν σε διασταυρώσεις της Θεσσαλονίκης. Τους εξήγησαν, απλά, πόσα χρήματα κερδίζουν, πώς φτάνουν στη Θεσσαλονίκη και ποιο το δράμα που κουβαλάει ο καθένας. Και τα βουλγαρικά μέσα ενημέρωσης έγραψαν και για δικογραφίες σε βάρος εγκεφάλων κυκλωμάτων, που σχηματίστηκαν στη γειτονική χώρα.
Στη Θεσσαλονίκη, στα δελτία Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. αποτυπώνεται συχνά η διαπίστωση πως το κράτος γνωρίζει και βλέπει την εικόνα που επικρατεί στους δρόμους της συμπρωτεύουσας. “Βεβαιώθηκαν πταισματικές παραβάσεις σε βάρος (43) ατόμων για επαιτεία”, έγραφε η ανακοίνωση της αστυνομίας την περασμένη Τετάρτη, καταγράφοντας απλώς το γεγονός αυτό. Η επέμβαση των διωκτικών αρχών περιορίζεται στη βεβαίωση μίας πταισματικής παράβασης στον παραβάτη για το αδίκημα της επαιτείας, δηλαδή στον αναξιοπαθούντα Βούλγαρο, που έχει πέσει θύμα εκμετάλλευσης. Ο ρακένδυτος επαίτης συνήθως οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα, του βεβαιώνεται πρόστιμο, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθεί και φυσικά αφήνεται ελεύθερος. Τα τελευταία χρόνια δεν έγινε καμία απολύτως σοβαρή προσπάθεια για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των σύγχρονων δουλεμπόρων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την άθλια κατάσταση των ανθρώπων αυτών.
Η τελευταία αστυνομική έρευνα που έγινε σχετικά με τα συγκεκριμένα κυκλώματα στη Θεσσαλονίκη, ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2009, όταν πραγματοποιήθηκε έφοδος σε εγκαταλειμμένο σπίτι στο κέντρο της πόλης, στην οδό Σελευκιδών, όπου βρέθηκαν επαίτες και συνελήφθησαν οι εκμεταλλευτές τους, ένας ομοεθνής τους και ένας Ελληνας. Ο εντοπισμός τους ήταν απλός. Αστυνομικοί που βρήκαν έναν ανάπηρο επαίτη έξω από εκκλησία, τον ακολούθησαν στο τέλος της ημέρας και βρήκαν τους εκμεταλλευτές του.
Άλλες δύο υποθέσεις έφτασαν στη δικαιοσύνη που τιμώρησε με ποινές κάθειρξης σύγχρονους δουλεμπόρους. Ένα ζευγάρι Βουλγάρων που είχαν “αγοράσει” έναν ανάπηρο ομοεθνή τους και εισέπρατταν όσα χρήματα συγκέντρωνε από διερχόμενους πολίτες, και έναν Ρουμάνο και μία Βουλγάρα, που εκμεταλλεύονταν έναν βούλγαρο ανάπηρο με τον ίδιο τρόπο. Η πρώτη υπόθεση αποκαλύφθηκε ύστερα από καταγγελία που έκανε οδηγός αυτοκινήτου, ο οποίος πήρε στα χέρια του ένα σημείωμα – καταγγελία του άτυχου ανάπηρου και η δεύτερη ύστερα από συμπλοκή δύο ομάδων που εκμεταλλεύονταν τις εισπράξεις του ανάπηρου.

Η εβδομαδιαία μεταφορά
Οι κινήσεις των κυκλωμάτων αλλά και η δράση τους αποκαλύπτεται και από τα όσα έχουν περιγραφεί στις δίκες που έγιναν στη Θεσσαλονίκη, η τελευταία το 2014. Οι εγκέφαλοι είτε “αγοράζουν” έναντι μικρού χρηματικού ποσού είτε υπόσχονται κάποια κέρδη σε αναξιοπαθούντες ομοεθνείς τους και τους μεταφέρουν στην Ελλάδα. Τα κλειστά βανάκια περνούν κάθε απόγευμα Κυριακής τα ελληνικά σύνορα, συνήθως από τον Προμαχώνα, και στο εσωτερικό τους επιβαίνουν διάφοροι ανάπηροι και ηλικιωμένοι.

Από το πρωί της Δευτέρας οι επαίτες καταλαμβάνουν τα πόστα τους σε διασταυρώσεις της Θεσσαλονίκης που έχουν αυξημένη κυκλοφορία. Γυναίκες και κυρίως κορίτσια και παιδιά “τοποθετούνται” σε διασταυρώσεις περιφερειακών δρόμων με μεγάλη κυκλοφορία, όπως η διασταύρωση κάτω από την αερογέφυρα Σταυρούπολης και της περιφερειακής οδού με την οδό Γεωργικής Σχολής, προκειμένου να συγκεντρώνουν χρήματα πλένοντας τα τζάμια των αυτοκινήτων. Οι ανάπηροι των οποίων η μετακίνηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη γίνεται με καροτσάκι και μόνο με τη βοήθεια άλλου ατόμου οδηγούνται σε συγκεκριμένα σημεία κεντρικών πεζοδρομίων της Θεσσαλονίκης.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, μέχρι και το μεσημέρι του Σαββάτου, η εικόνα αυτή δεν αλλάζει και ασφαλώς είναι γνωστή στις διωκτικές αρχές. Το απόγευμα κάθε Σαββάτου τα ίδια βαν παραλαμβάνουν από συγκεκριμένα σημεία της πόλης τα ίδια άτομα που όλη την εβδομάδα επαιτούσαν. Μαζί και τους “επιτηρητές” τους, τα άτομα δηλαδή που ελέγχουν σε κοντινή απόσταση από τον επαίτη τι ακριβώς συμβαίνει και τις εισπράξεις του. Οι “επιτηρητές” είναι ομοεθνείς τους, που πληρώνονται γι’ αυτό από τα ηγετικά στελέχη των κυκλωμάτων. Αυτοί φροντίζουν να κινήσουν τους μηχανισμούς σε περίπτωση που συλληφθούν, να κρατήσουν τις εισπράξεις των επαιτών και να τους μεταφέρουν φαγητό, δίνοντας το μικρό μερίδιό τους.
Το δρομολόγιο είναι το ίδιο τις περισσότερες φορές, από Κυριακή σε Σάββατο. Τα ίδια πρόσωπα πηγαινοέρχονται από τα ίδια σημεία της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, συναντώνται στα ίδια σημεία μέσα στη Θεσσαλονίκη και επαιτούν στα ίδια σημεία όλη την εβδομάδα. Ωστόσο αυτό για τις ελληνικές αρχές, αποτελεί μία πταισματική παράβαση, καθώς ο επαίτης εντοπίζεται εύκολα.

«Ψάχνω τον Γκιόργκι Μπ. Αυτόν με το ακορντεόν»
Μέσα Απριλίου έξω από αστυνομικό τμήμα της Δυτικής Θεσσαλονίκης κινείται περίεργα ένας Βούλγαρος. Ψηλός, αδύνατος, ντυμένος με κανονικά ρούχα, πλησιάζει λίγο φοβισμένα τον φρουρό του τμήματος, διατηρώντας την απόσταση ασφαλείας που θα του επιτρέψει να φύγει τρέχοντας, εάν χρειαστεί. “Είναι μέσα ο Γκιόργκι Μπ. Αυτός με το ακορντεόν. Πότε θα τον αφήσετε”, ρωτάει σε σπαστά ελληνικά και κάνει ένα βήμα πίσω. Ο φρουρός δηλώνει άγνοια για το όνομα που του αναφέρει και τον ενημερώνει πως θα αναζητήσει την τύχη του ομοεθνή του στα γραφεία. Τηλεφωνεί και λαμβάνει την απάντηση πως εάν έχει συλληφθεί στην επιχείρηση “σκούπα” που είχε προηγηθεί στην περιοχή, μπορεί να οδηγήθηκε σε άλλο αστυνομικό τμήμα. “Εδώ πάντως δεν είναι”, απαντάει ο αστυνομικός. Ο ακορντεονίστας επαίτης θεωρείται βέβαιο ότι ελέγχθηκε και οδηγήθηκε σε ένα αστυνομικό τμήμα για να του βεβαιωθεί μία πταισματική παράβαση για επαιτεία. Ο ομοεθνής του συλληφθέντα, χωρίς να πει τίποτε στον αστυνομικό φρουρό, δείχνει απογοητευμένος με την απάντηση. Απομακρύνεται με γοργό βήμα και μόλις φτάνει στη γωνία, βγάζει το κινητό του τηλέφωνο και επικοινωνεί με κάποιον. Πρόκειται για έναν εκ των “επιτηρητών” των επαιτών που παρακολουθούσε την πορεία του ανθρώπου με το ακορντεόν, ο οποίος αντιμετωπίζει ένα μικρό πρόβλημα υγείας και συγκεντρώνει χρήματα σε γειτονιές της Θεσσαλονίκης. “Τον ψάχνει για να πάρει τα λεφτά”, αναφέρει ο αστυνομικός – φρουρός, εκτιμώντας αμέσως πως πρόκειται για εκμεταλλευτή του επαίτη.
Η μεγάλη μπίζνα με το εμπόριο των ανακυκλώσιμων
Τα κυκλώματα εκμετάλλευσης των επαιτών έχουν αναπτύξει τη δράση τους και σε μία άλλη διάσταση, στο εμπόριο ανακυκλώσιμων υλικών. Σύμφωνα με τις βουλγαρικές αρχές και τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, οι δεκάδες ρακοσυλλέκτες που ψάχνουν νυχθημερόν στους κάδους της Θεσσαλονίκης πουλούν τα ανακυκλώσιμα υλικά σε μάντρες της πόλης, ή τα μεταφέρουν στη χώρα τους, εντελώς ανεξέλεγκτοι, φτάνουν με τα ίδια δρομολόγια των επαιτών από τη Βουλγαρία.
“Υπολογίζουμε πως ένα ποσοστό 5 έως 7% των ανακυκλώσιμων υλικών στην πόλη συγκεντρώνεται από τους ρακοσυλλέκτες”, τόνισε μιλώντας στη “ΜτΚ” ο αντιδήμαρχος τεχνικών έργων και περιβάλλοντος του δήμου Θεσσαλονίκης Θανάσης Παπάς (φωτ.), ο οποίος ασχολήθηκε με το ζήτημα των ρακοσυλλεκτών. Ο κ. Παπάς εμφανίστηκε ιδιαίτερα ενοχλημένος για τις διαστάσεις που έχει πάρει η υπόθεση, σημειώνοντας πως “εκτός της ζημιάς, είναι ενοχλητική η εικόνα να κυκλοφορούν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης τρίκυκλα ή ποδήλατα, που σέρνουν τρέιλερ γεμάτα με ανακυκλώσιμα προϊόντα. Μία ελάχιστα συντεταγμένη πολιτεία θα τους είχε κλείσει μέσα”, σημείωσε.
Εξήγησε πως ήδη ο δήμος από το 2013 έχει καταθέσει σχετική μηνυτήρια αναφορά, ο ίδιος κατέθεσε στην αστυνομία, ενώ και πρόσφατα παρέδωσε στις διωκτικές αρχές και πρόσθετα στοιχεία. “Η γενική αστυνομική διεύθυνση Θεσσαλονίκης και η ασφάλεια κάνουν επισταμένη εργασία πάνω σε συγκεκριμένες καταγγελίες και ελπίζουμε να έχουν αποτέλεσμα”, κατέληξε ο κ. Παπάς. Είναι γεγονός πάντως ότι μέχρι τις αρχές του χρόνου έγιναν σε συνεργασία αστυνομίας, δήμου και υγειονομικών υπηρεσιών έφοδοι και συλλήψεις σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου είχαν συγκεντρωθεί τόνοι ανακυκλώσιμων υλικών από οικογένειες Βουλγάρων.
Αυτό που προξενεί εντύπωση και αποτελεί αντικείμενο έρευνας είναι ο τρόπος εξαγωγής των ανακυκλώσιμων ειδών στη Βουλγαρία από τους ρακοσυλλέκτες. Παλιότερα έλληνες αστυνομικοί στα σύνορα του Προμαχώνα είχαν προχωρήσει σε συλλήψεις. Ωστόσο τα δικαστήρια των Σερρών αθώωναν τους κατόχους των κλεμμένων ανακυκλώσιμων υλικών που τα εξήγαγαν. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση Βούλγαρου, που αθωώθηκε από το Αυτόφωρο επειδή οι μπαταρίες που μετέφερε προς τη χώρα του και είχαν κλαπεί από τη ΔΕΗ, μεγάλης μάλιστα αξίας, δεν είχε προσδιοριστεί πού ακριβώς ήταν τοποθετημένες από την επιχείρηση! Μάλιστα οι κλεμμένες μπαταρίες αποδόθηκαν στον… κάτοχό τους. “Θεωρούμε βέβαιο ότι εξάγουν ανακυκλώσιμα μέταλλα (σκραπ) στη Βουλγαρία. Συνήθως τα φορτώνουν σε κλειστά βαν για να μην γίνονται αντιληπτοί”, τόνισαν στη “ΜτΚ” αστυνομικοί των συνόρων.

Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 23 Απριλίου 2017